Η Ευρωπαϊκή Ένωση ανακοίνωσε πρόσφατα τη μεγαλύτερη μέχρι σήμερα κοινή επιχείρηση προετοιμασίας για την αντιπυρική περίοδο: 777 πυροσβέστες από 14 χώρες προτοποθετούνται σε περιοχές υψηλού κινδύνου, μεταξύ των οποίων και η Κύπρος, ενώ 27 αεροσκάφη και ελικόπτερα τίθενται σε ευρωπαϊκή ετοιμότητα σε 12 χώρες. Παράλληλα, ενισχύονται οι μηχανισμοί πρόβλεψης, ανάλυσης κινδύνου, δορυφορικής παρακολούθησης και επιχειρησιακού συντονισμού.

Πολλοί θα επικεντρωθούν στα εναέρια και επίγεια «Μέσα», στους αριθμούς αεροσκαφών, ελικοπτέρων, drones, οχημάτων, και έμψυχου δυναμικού που θα βρίσκονται σε ετοιμότητα ανταπόκρισης. Άλλοι θα δώσουν έμφαση στην «πιστοποίηση» των επιχειρησιακών δυνατοτήτων των μέσων και του ανθρώπινου δυναμικού Ανταπόκρισης και Καταστολής.

Και, φυσικά, αυτά είναι πολύ σημαντικά. Όμως ένα εξίσου σημαντικό – αν όχι σημαντικότερο – μήνυμα βρίσκεται στο γεγονός ότι η Ευρώπη επενδύει πλέον συστηματικά όχι μόνο στην ανταπόκριση και την καταστολή, αλλά και στην προνοητικότητα, στην πρόβλεψη, στην Πρόληψη, στην προετοιμασία, στην εκπαίδευση, στη διαλειτουργικότητα και στην κοινή επιχειρησιακή αντίληψη. Με άλλα, σε μια κοινή Κουλτούρα Επιχειρησιακής Ασφάλειας.

Αυτή η ανάγκη για νοοτροπία ασφάλειας στις επιχειρήσεις Πολιτικής Προστασίας ίσως είναι και το σημαντικότερο δίδαγμα για την Κύπρο.

Τα τελευταία χρόνια βιώνουμε ολοένα απαιτητικότερες συνθήκες. Οι πυρκαγιές δασών και υπαίθρου είναι συχνότερες, εξελίσσονται ταχύτερα και αποκτούν μεγαλύτερη ένταση, υπερβαίνοντας παραδοσιακές αντιλήψεις σχεδιασμού και κλασικές δυνατότητες ανταπόκρισης-καταστολής. Οι λεγόμενες «megafires» είναι πλέον νέα επιχειρησιακή πραγματικότητα. Η κλιματική κρίση, η συσσώρευση καύσιμης ύλης, οι παρατεταμένες περίοδοι ξηρασίας και καύσωνα, καθώς και η αυξημένη έκθεση ανθρώπων και υποδομών σε περιοχές κινδύνου, δημιουργούν περιβάλλον αυξημένης πολυπλοκότητας.

Σε αυτό το περιβάλλον, η ασφάλεια δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται μόνο ως ζήτημα εξοπλισμού και μέσων, ούτε ως σύνολο διαδικασιών που εφαρμόζονται μηχανικά ή πιστοποιήσεων που φοριούνται ως σκρατς σηματάκια στις στολές. Η επιχειρησιακή ασφάλεια είναι πρωτίστως ζήτημα κουλτούρας, που αποτυπώνεται στις καθημερινές επιχειρησιακές συμπεριφορές ανθρώπων και οργανισμών. Για όσους υπηρετούμε, επαγγελματικά ή εθελοντικά, στον χώρο της Πολιτικής Προστασίας, της πυρόσβεσης, της δασοπροστασίας, της έρευνας και διάσωσης, η κουλτούρα αυτή συνοψίζεται στο τρίπτυχο: Γνώση – Ψυχραιμία – Πειθαρχία.

-Η Γνώση επιτρέπει την κατανόηση των κινδύνων, των ορίων και των πραγματικών δυνατοτήτων κάθε ομάδας, ενώ ενισχύει την ταπεινότητα έναντι του ξερολισμού που συναντούμε συχνά στα θέματα Ασφάλειας και Πολιτικής Προστασίας.

-Η Ψυχραιμία σφυρηλατείται μέσα από συνεχή και ρεαλιστική εκπαίδευση – όχι «επιδείξεις» με χειροκροτήματα όπου «όλα πηγαίνουν καλά» – και επιτρέπει τη λήψη ορθών και ασφαλών αποφάσεων υπό πίεση.

-Η Πειθαρχία διασφαλίζει ότι ακόμη και στις δυσκολότερες συνθήκες οι διαδικασίες ασφαλείας δεν παραμερίζονται από την αδρεναλίνη, τον ενθουσιασμό, την υπερβολική αυτοπεποίθηση, τη διάθεση προβολής, τον υπερβολικό ζήλο ή την ψυχοσωματική κόπωση.

Η έννοια της Ασφάλειας Ανταποκριτών και της Κουλτούρας Επιχειρησιακής Ασφάλειας αποτελεί κύρια προτεραιότητα και προϋπόθεση επιτυχίας της αποστολής. Και ισχύει το ίδιο για ΟΛΟΥΣ: Επαγγελματίες και Εθελοντές, Τμήμα Δασών, Πυροσβεστική Υπηρεσία, Πολιτική Άμυνα, Αστυνομία, Υπηρεσία Ασθενοφόρων, αλλά και μη-κυβερνητικές Εθελοντικές Οργανώσεις που συνδράμουν τις αρμόδιες Αρχές. Τα τελευταία χρόνια, σε ευρωπαϊκό και εθνικό επίπεδο, παρατηρείται συνεχής προσπάθεια αναβάθμισης των επιχειρησιακών δυνατοτήτων μέσω εκπαιδεύσεων, πιστοποιήσεων, διαπιστεύσεων και αξιολογήσεων. Η Κύπρος συμμετέχει ενεργά σε αυτή την προσπάθεια, με σημαντικές επιτυχίες κυπριακών μονάδων στο πλαίσιο του Ευρωπαϊκού Μηχανισμού Πολιτικής Προστασίας και άλλων διεθνών οργανισμών, όπως τα Ηνωμένα Έθνη και ο Ερυθρός Σταυρός. Για τις αρμόδιες κρατικές Υπηρεσίες, η νέα εποχή απαιτεί ακόμη μεγαλύτερη έμφαση στη διαλειτουργικότητα, στη συνεκπαίδευση, στην κοινή επιχειρησιακή εικόνα και στην κοινή αντίληψη περί ασφάλειας προσωπικού. Για τις εθελοντικές οργανώσεις, η πρόσφατη ψήφιση του Νόμου 48(Ι)/2026 για τις Ομάδες Εξειδικευμένων Εθελοντών αποτυπώνει μια ευρύτερη τάση θεσμικής και επιχειρησιακής ενσωμάτωσης της εθελοντικής προσφοράς, με οργάνωση, εκπαίδευση και σαφή λογοδοσία.

Πρόκειται αναμφίβολα για θετικές εξελίξεις. Θα ήταν όμως επικίνδυνο να παρερμηνευθούν. Οι πιστοποιήσεις, οι διαπιστεύσεις και οι εξειδικεύσεις είναι πειστήρια επάρκειας σε εκπαίδευση, κοινά πρότυπα, διαδικασίες και επιχειρησιακή γλώσσα. ΔΕΝ είναι αποδείξεις αλάθητου ή «ανωτέρας ποιότητας». Δεν εξαλείφουν τους κινδύνους, δεν καταργούν τα όρια, δεν υποκαθιστούν εμπειρία ηγεσίας και διοίκησης στο πεδίο, δεν αποτελούν «λευκή επιταγή» επιχειρησιακής δραστηριοποίησης ούτε «πασπαρτού» εμπλοκής σε κάθε είδους επιχείρηση ή άσκηση Πολιτικής Προστασίας, και σίγουρα δεν δικαιολογούν έπαρση ή προβολή.

Αντιθέτως, το μήνυμα της Κουλτούρας Επιχειρησιακής Ασφάλειας είναι ότι όσο αυξάνεται η Γνώση, πρέπει να αυξάνεται και το «εν οίδα ότι ουδέν οίδα» και η επιχειρησιακή ταπεινότητα. Όσο αυξάνεται η εξειδίκευση, πρέπει να αυξάνεται το αίσθημα ευθύνης και καθήκοντος, και η επιχειρησιακή Ψυχραιμία. Όσο αυξάνεται η πιστοποίηση, πρέπει να αυξάνεται η επιχειρησιακή ωριμότητα και Πειθαρχία. Το μήνυμα αφορά εξίσου αρμόδιες κρατικές Αρχές και εθελοντικές οργανώσεις. Αφορά τον νεοεισερχόμενο εθελοντή και τον έμπειρο αξιωματικό κρατικής Υπηρεσίας. Τον διασώστη, τον πυροσβέστη, τον δασοπυροσβέστη, τον διοικητή, τον εκπαιδευτή, τον επιστήμονα, ακόμη και τον διαμορφωτή πολιτικής και τον λήπτη αποφάσεων.

Ο πραγματικά ώριμος εθελοντισμός δεν χαρακτηρίζεται από αυτοπροβολή ή ανάγκη δημόσιας επιβεβαίωσης. Δεν μετριέται από αναρτήσεις στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, λογότυπα χορηγών ή ένταση δημόσιας κριτικής προς τις Αρχές. Μετρά η προθυμία του ενεργού πολίτη να υπηρετήσει ανιδιοτελώς το κοινό καλό εντός του συστήματος διοίκησης και ελέγχου της Πολιτείας. Όχι μόνο στην Ανταπόκριση για Πυρκαγιές, που «γράφει καλά στην κάμερα», αλλά και στις σιωπηλές φάσεις Πρόληψης και Προετοιμασίας: στις ενημερώσεις τοπικών κοινωνιών, στις εκκαθαρίσεις καύσιμης ύλης, στις περιπολίες πυρασφάλειας σε απόμακρες περιοχές, αλλά και σε άλλου είδους έκτακτες ανάγκες, διότι Πολιτική Προστασία δεν είναι μόνο η Πυρκαγιά.

Αντιστοίχως, οι ώριμες και σύγχρονες επαγγελματικές Αρχές Πολιτικής Προστασίας δεν αφήνουν καμία πιστοποίηση, διαπίστευση ή διεθνή αναγνώριση να γεννά ψιλομυτισμό ή αίσθηση ανωτερότητας, ούτε ενδοτμηματικά, ούτε διυπηρεσιακά, ούτε προς άλλους φορείς – επιστημονικούς, κοινωνικούς, εθελοντικούς. Επιδιώκουν συνεχή βελτίωση, εκπαίδευση και κατάρτιση σε διεθνή πρότυπα, με ρεαλιστικές Ασκήσεις που δοκιμάζουν πραγματικά διαδικασίες, τακτικές, τεχνικές, μέσα και ανθρώπους· Ασκήσεις που δεν οδηγούν σε αυτο-χειροκρότημα, αλλά σε επανεκτίμηση παραδοχών και επανασχεδιασμό Σχεδίων και Στρατηγικών. Δρουν επιχειρησιακά βάσει δοκιμασμένων πρωτοκόλλων και τυποποιημένων διαδικασιών.

Τα ώριμα Συστήματα Πολιτικής Προστασίας δεν διατυμπανίζουν απλώς αριθμούς ανθρώπων και μέσων Ανταπόκρισης. Αντιθέτως, ειδικά στις συνθήκες Κλιματικής Κρίσης, διαμορφώνουν Κουλτούρα και Συμπεριφορές Επιχειρησιακής Ασφάλειας, με ολιστικές προσεγγίσεις πολιτείας και κοινωνίας, σε κάθε φάση του κύκλου: Πρόληψη – Ετοιμότητα – Ανταπόκριση – Ανάκαμψη, και με γνώμονα το τρίπτυχο: Γνώση – Ψυχραιμία – Πειθαρχία.

Διότι τελικά, η Κουλτούρα Ασφάλειας είναι η σημαντικότερη «Πιστοποίηση» και το χρησιμότερο «Μέσο» μας για την Πολιτική Προστασία.

*Ανώτερος Επιστημονικός Συνεργάτης και Επικεφαλής Έρευνας & Στρατηγικής του Κέντρου CERIDES Ευρωπαϊκού Πανεπιστημίου Κύπρου σε θέματα Πολιτικής Προστασίας και Ασφάλειας Πρώτων Ανταποκριτών -Εθελοντής Πολιτικής Άμυνας Λευκωσίας-Κερύνειας- Εθελοντής Λέσχης Εφέδρων Ενόπλων Δυνάμεων Θεσσαλονίκης.