Ήταν Παρασκευή, 24 Αυγούστου 2018. Οι εκκλησιές γεμάτες κόσμο. Γιορτή του μεγάλου δασκάλου, Κοσμά του Αιτωλού, που αφιέρωσε τη ζωή του διδάσκοντας τις αρετές της θρησκείας μας και της ελευθερίας του έθνους μας, που στέναζε 400 χρόνια σκλαβιάς, δουλείας, ταπείνωσης. Γιατί όλα τα ’σκιαζε η φοβέρα και τα πλάκωνε η σκλαβιά.
Πήγαινα με τη γυναίκα μου στη Συνεργατική να πάρω χρήματα κατά τις 10:00π.μ. Μόλις κόντεψα εκεί είδα πως δεν υπήρχαν πολλά αυτοκίνητα όπως άλλες φορές. Δυο – τρία αυτοκίνητα. Κατεβήκαμε, προχωρήσαμε. Κάτι ήρθε στο μυαλό μου. Απεργία; Τι συμβαίνει; Προχωρήσαμε κι ανοίξαμε την πόρτα. Με έπιασε ρίγος. Η γυναίκα μου φοβήθηκε. Άλλες φορές γεμάτη κόσμο, υπαλλήλους γεμάτα τα ταμεία και πίσω τα καθίσματα. Τώρα μόνο δυο υπάλληλοι, δυο πελάτες και εγώ με τη γυναίκα μου. Όλα άδεια.
Ένιωσα πως ήταν ένα ερειπωμένο σπίτι. Σαν να πέρασε από εκεί ο εχθρός και διέλυσε τα πάντα και ετοιμάζεται η κηδεία του μεγάλου φίλου του γεωργού, του βοσκού, του εργάτη, του βιοπαλαιστή, του περήφανου λαού με φρόνημα ψηλό, που έκτισε αυτό το ωραίο οικοδόμημα, με υπομονή, με ομόνοια, με ιδρώτα, με χρόνια πολλά.
Θυμήθηκα τις ταλαιπωρίες των πατέρων μας, των παππούδων μας, των προγόνων μας όπου δεν υπήρχε Συνεργατισμός. Πήγαιναν στα μεγάλα χωριά τα γειτονικά, με τα ζώα, με τα πόδια να ψωνίσουν, να δανειστούν λίγα χρήματα από τοκογλύφους μαζί με τους εγγυητές τους και πολλές φορές επέστρεφαν άπρακτοι. Είδα με τα μάτια μου τέτοιες περιπτώσεις. Γι’ αυτό βάλαμε στόχο και ιδρύσαμε το Συνεργατικό και Συνεργατική στο μικρό χωριό μας. Ήταν ένα χαλίκι να παραμείνει ο κόσμος στο μικρό αυτό χωριό περικυκλωμένο από τουρκικά χωριά.
Έτσι μεγάλωσε και ακολούθησε σ’ όλη την Κύπρο ο Συνεργατισμός. Ο κόσμος τον αγάπησε. Κατέθετε τα περισσεύματά του, τις καταθέσεις του, τις καταθέσεις των μικρών παιδιών και εγγονών του, κατέθετε τους κόπους του, τον ιδρώτα του.
Αυτόν τον φύλακα του λαού, τον σύμμαχό του, το στολίδι του, ζήλεψε ο Χάρος και βάλθηκε να τον καταστρέψει και να τον πάρει. Και το πέτυχε και διερωτόμαστε: Γιατί πάλι τέτοια καταστροφή; Γιατί οι λίγοι πάλι να καταστρέψουν τον τόπο, την πατρίδα; Γιατί τόσα λάθη; Γιατί να τα επαναλαμβάνουμε τόσες φορές; Γιατί να τα βλέπουμε και να δακρύζουμε, να κλαίμε και ύστερα να τα ξεχνούμε; «Πότε θα βάλουμε νου;» Ποιοι φταίνε; Είναι η σιωπή έγκλημα;
*Συνταξιούχος – δάσκαλος.