Ο Ανδρέας Χατζηκωνσταντίνου, εκφράζει τις σκέψεις του γύρω από το ζήτημα που απασχολεί την κυπριακή κοινωνία.

Είμαι κάτοικος Γερμανίας τα τελευταία 39 χρόνια. Έχω σπουδάσει και εργάζομαι στη χώρα αυτή και παρακολουθώ στενά τις εξελίξεις που διαδραματίζονται στον τόπο μας. Κάθε τόσο εκφράζω τις απόψεις μου για διάφορα θέματα που απασχολούν την κοινή γνώμη. Αυτή τη φορά θα ήθελα να επικεντρωθώ στο πολύ ευαίσθητο θέμα της παιδείας που ταλανίζει τόσο το υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού όσο και τον εκπαιδευτικό κόσμο της Κύπρου, αλλά και την κοινωνία ευρύτερα. 
Γνωρίζω πολύ καλά έναν εκπαιδευτικό ο οποίος υπηρετεί για 18 χρόνια τη Δημόσια Μέση Εκπαίδευση. Ήρθε να με επισκεφθεί αρχές Ιουλίου και όσο βρισκόταν εδώ μελετούσε παράλληλα το διδακτικό υλικό το οποίο είχε πρόσφατα αναρτηθεί στην ιστοσελίδα του υπουργείου Παιδείας και Πολιτισμού. Αυτό ήταν η αφορμή να κάνουμε εκτενείς συζητήσεις για εκπαιδευτικά θέματα της Κύπρου, όχι μόνο με τον ίδιο αλλά και με έναν ευρύ κύκλο εκπαιδευτικών στη διάρκεια των επισκέψεών μου στην Κύπρο. Ένα από αυτά είναι η έλλειψη σεβασμού όχι μόνο στο πρόσωπο του εκπαιδευτικού αλλά και στους εσωτερικούς κανονισμούς λειτουργίας του σχολείου από μεγάλη μερίδα μαθητών, η οποία δυστυχώς ολοένα και αυξάνεται με την πάροδο των χρόνων. Αυτό συνεπάγεται σπατάλη πολύτιμου εξωδιδακτικού χρόνου για επίλυση των παραβατικών συμπεριφορών. Γνωρίζοντας πόσο διαφορετικά λειτουργεί η κοινωνία στην οποία ζω, εντοπίζω το πρόβλημα στη γενικότερη απαξίωση που επικρατεί στην κυπριακή κοινωνία προς τους θεσμούς και νόμους της πολιτείας. Αρχίζω πρώτα από μερικούς γονείς που δεν εκτιμούν το έργο του εκπαιδευτικού και σπεύδουν στο σχολείο να «κανονίσουν» τον εκπαιδευτικό, είτε λόγω της επίπληξης που δέχτηκε το παιδί τους, είτε λόγω της μη αναμενόμενης κατά τις προσδοκίες τους βαθμό. Σε κάποιες περιπτώσεις έρχονται στο σχολείο με απειλητικές διαθέσεις. Το Υπουργείο σε αυτές τις περιπτώσεις είναι απών. Αφήνει εκτεθειμένο τον εκπαιδευτικό. Η οικονομική κρίση, η οποία δυστυχώς έφερε ανεργία με όλα τα επακόλουθά της, έφερε την εμπάθεια αναφορικά με τον μισθό του εκπαιδευτικού και το ωράριο εργασίας του. Σας διαβεβαιώ, γνωρίζοντας, λόγω των παιδιών μου, ότι στο κρατίδιο Ρηνανίας – Βεστφαλίας της Γερμανίας οι εκπαιδευτικοί αμείβονται περισσότερα και η περίοδος διακοπών είναι μεγαλύτερη (6 εβδομάδες το καλοκαίρι, 2 εβδομάδες τον Οκτώβριο, 2 τα Χριστούγεννα, 2 το Πάσχα και μία του Αγίου Πνεύματος). Επιπλέον οι δημόσιες αργίες είναι περισσότερες και όταν πρόκειται για αργία Πέμπτης τότε παραχωρείται και η Παρασκευή. 
Πιστεύω ότι υπάρχει μια μικρή μερίδα εκπαιδευτικών η οποία δεν εργάζεται με τον ίδιο ζήλο ή είναι ανεπαρκείς στην εργασία τους. Διερωτώμαι τότε, γιατί το υπουργείο Παιδείας και Πολιτισμού, εφόσον γνωρίζει αυτά τα άτομα, μέσω των αξιολογήσεων που τυγχάνουν οι εκπαιδευτικοί από τους επιθεωρητές και διευθυντές των σχολικών μονάδων, δεν τα απομακρύνει και στιγματίζεται με αυτό τον τρόπο όλος ο εκπαιδευτικός κόσμος σαν οι «τεμπέληδες του Δημοσίου». Οι γενικεύσεις δεν είναι αποτέλεσμα τεκμηριωμένης άποψης. Μάλλον χρειάζεται στήριξη και εποικοδομητική κριτική ο κάθε εκπαιδευτικός, παρά σκληρή κριτική. Πραγματικά επιτελείται κοπιαστικό έργο στην τάξη, που απαιτεί πολύωρη προετοιμασία στο σπίτι από όλους τους εκπαιδευτικούς, άσχετα από τα έτη προϋπηρεσίας. Σε αρκετές των περιπτώσεων, ο όγκος της ύλης είναι δυσανάλογος του διαθέσιμου διδακτικού χρόνου, με αποτέλεσμα να χρησιμοποιείται επιπλέον χρόνος από τις κενές περιόδους του καθηγητή για κάλυψη και καλύτερη εμπέδωση της ύλης της. Επιπλέον οι τάξεις μικτής ικανότητας δυσχεραίνουν ακόμα περισσότερο το διδακτικό έργο στο να γίνει το μάθημα αντιληπτό από όλους τους μαθητές στον διαθέσιμο χρόνο. Αποτέλεσμα είναι η αναζήτηση μαθημάτων ενισχυτικής διδασκαλίας. Αυτός θα έπρεπε κατ’ εμένα να είναι ο χαρακτήρας του φροντιστηρίου. Δυστυχώς όμως κάποιοι γονείς στην προσπάθειά τους να καταξιωθούν μέσω των παιδιών τους, ανεβάζουν ψηλά τον πήχη, αξιώνοντας ψηλές επιδόσεις από αυτά. Ασκούν πίεση προς όλες τις κατευθύνσεις: Τα παιδιά τους, τους διδάσκοντες, τη διεύθυνση του σχολείου, το φροντιστήριο. Κάποιοι άλλοι γονείς, που δεν βρίσκουν χρόνο να ασχοληθούν με τις πραγματικές ανάγκες – ικανότητες των παιδιών τους, αποποιούνται των ευθυνών τους και εφησυχάζουν στο φροντιστήριο. Το εξιλαστήριο θύμα όλων των πιο πάνω είναι ο αποτυχημένος μαθητής και ο αναποτελεσματικός εκπαιδευτικός. Στις πλείστες των περιπτώσεων, οι γονείς σπεύδουν να γράψουν τα παιδιά τους στα φροντιστήρια πριν ακόμα ξεκινήσει η σχολική χρονιά, δηλαδή πριν ακόμα γνωρίσουν τις  διδακτικές ικανότητες του εκπαιδευτικού. Κάποιοι πάλι γονείς συντάσσονται με τα ιδιωτικά σχολεία για να μην πληρώνουν φροντιστήρια. Παρόλα αυτά έχω ακούσει για παιδιά ιδιωτικών σχολείων να παρακολουθούν φροντιστήρια. Το αστείο όμως στην όλη υπόθεση, είναι όταν η σχολική αποτυχία φορτώνεται στον εκπαιδευτικό και όχι στο φροντιστήριο. Κάποιοι εκπαιδευτικοί, δυστυχώς, υποχωρούν στην πίεση που ασκεί η βαθμοθηρία, με αποτέλεσμα να δημιουργείται μια πλαστή εικόνα μαθητή ο οποίος φτάνοντας στη Γερμανία για σπουδές έχει ψηλότερη βαθμολογία και λιγότερες γνώσεις συγκριτικά με τους άλλους φοιτητές.
Κλείνοντας, διερωτώμαι αν η υπόσκαψη του Δημόσιου Σχολείου είναι στοχευμένη από «κάποιους» στο να επηρεάσουν την κοινή γνώμη και να στηρίξουν έτσι την ιδιωτική εκπαίδευση, υποβοηθώντας έτσι ώστε να ανθίσουν ακόμα περισσότερα ιδιωτικά σχολεία, να πλουτίσουν δηλαδή κάποιοι και να εξοικονομηθεί δημόσιο χρήμα. Με αυτό τον τρόπο οδηγούμαστε με μαθηματική ακρίβεια σε κοινωνική διάκριση και πολίτες δύο ταχυτήτων.
Ο υπουργός έχει χρέος να διαφυλάξει τη Δημόσια Παιδεία ως «κόρην οφθαλμού», προς όφελος των μαθητών- αυριανών πολιτών, διατηρώντας κλίμα αμοιβαίας εμπιστοσύνης με τους εκπαιδευτικούς. Οι άστοχοι χαρακτηρισμοί μάλλον μολύνουν τις σχέσεις υπουργού και εκπαιδευτικών και ακόμα χειρότερα ελαττώνουν στο ελάχιστο την αξιοπρέπεια και το κύρος του εκπαιδευτικού στα μάτια των μαθητών του και της κοινωνίας ευρύτερα.