Στο τελευταίο βίντεο που ανέβασε πριν από δύο μέρες ο Στέφανος Τσιτσιπάς αποφάσισε να μιλήσει για την ημέρα που παραλίγο κινδύνεψε να χάσει τη ζωή του. Συγκεκριμένα, περιέγραψε τη στιγμή που παραλίγο να πνιγεί τον Οκτώβριο του 2016.
Ιδιαίτερα φορτισμένος, μίλησε για όλα όσα συνέβησαν εκείνη την ημέρα στην Κρήτη και τις στιγμές που βίωσε, και αποκάλυψε πώς κατάφερε ο πατέρας του να τον σώσει. Μάλιστα, προς το τέλος του βίντεο, που «ανέβηκε» με τον τίτλο «Η ημέρα όπου έπρεπε να πεθάνω», ο ίδιος μιλούσε στην κάμερα και τα δάκρυά του έτρεχαν ποτάμι.
Διαβάστε αναλυτικά πώς περιέγραψε το συμβάν: «Αυτή είναι η ιστορία της ημέρας που παραλίγο να χάσω τη ζωή μου. Ήταν στα μέσα Οκτωβρίου 2016. Εγώ, οι φίλοι μου, ο πατέρας μου αποφασίσαμε να πάμε για ένα πρωινό τρέξιμο στην παραλία. Ήταν μια μέρα ξεκούρασης για όλους μας, δεν είχαμε κάποιο επίσημο αγώνα αλλά παίζαμε σε ένα τουρνουά και μέναμε σε ένα φανταστικό ριζόρτ όπου γίνονταν και οι αγώνες.
Οπότε πήγαμε για ένα πρωινό τρέξιμο με δυο φίλους μου και τον πατέρα μου. Θυμάμαι να έχω σηκωθεί αρκετά νωρίς και να πηγαίνω για τρέξιμο για 35-40 λεπτά, κάναμε κάποιες ασκήσεις και μετά απ’ αυτό πήγαμε για σάουνα, περάσαμε εκεί 20-25 λεπτά και στη συνέχεια εγώ και οι φίλοι μου αποφασίσαμε να πάμε για μπάνιο στη θάλασσα.
Ήταν μια μέρα που φυσούσε αρκετά και οι συνθήκες για να κάνεις μπάνιο ήταν αρκετά δύσκολες. Αποφασίσαμε να βουτήξουμε στο νερό χωρίς να μπορούμε να φανταστούμε τι θα ακολουθήσει. Βούτηξα και όπως είπα είχε μεγάλα κύματα αλλά υποτίθεται ότι δεν θα κολυμπούσα με βαθιά. Απλά θέλαμε να ανανεωθούμε κάνοντας ένα κρύο μπάνιο.
Όταν βούτηξα χτύπησα το πόδι μου σε ένα βράχο και όταν κοίταξα πίσω μου είδα ότι είχα απομακρυνθεί 30-40 μέτρα από την ακτή και δεν κατάλαβα πως είχε συμβεί αυτό. Ποτέ μου δεν ένιωσα ξανά τόσο περίεργα και τόσο χαμένος.
Αρχίσαμε να παλεύουμε με τα κύματα που ήταν όλο και μεγαλύτερα. Δεν θυμάμαι να υπήρχαν κόκκινες σημαίες στην παραλία και ναυαγοσώστες. Αλλά θυμάμαι πως άρχισα να νοιώθω πανικό. Εγώ και οι φίλοι μου δεν ξέραμε από που μας ήρθε.
Αν υπήρχε μια στιγμή που ένιωσα σε κίνδυνο θα περιέγραφα εκείνη τη στιγμή σαν τη χειρότερη στιγμή που είχα νιώσει ποτέ στη ζωή μου. Ένιωθα να πνίγομαι, να μην μπορώ να πάρω ανάσες, αβοήθητος. Ήταν η πρώτη στιγμή στη ζωή μου που θεωρώ ότι βρέθηκα κοντά στο θάνατο. Πάλευα με τα κύματα για να πάρω όσο το δυνατόν περισσότερες ανάσες. Σε κάποια στιγμή γύρισα πίσω, έψαξα για τον φίλο μου αλλά δεν τον έβλεπα.
Μετά θυμάμαι ότι είδα τον πατέρα μου να τρέχει προς την παραλία, έβλεπε ότι είμαστε σε κίνδυνο. Πήδηξε στη θάλασσα για να έρθει κοντά μας.
Ήταν όλα θέμα επιβίωσης. Ο πατέρας μου με πλησίασε, ήταν δίπλα μου, προσπάθησε να με βοηθήσει. Θυμάμαι να φωνάζω με όλες μου τις δυνάμεις και βλέποντας τον πατέρα μου να κολυμπάει προς τα μένα και να με σπρώχνει προς την παραλία έβλεπα τον φόβο στα μάτια του. Μου έδωσε μια ελπίδα αλλά και κατάλαβα πως αν ήταν κάτι κακό να συμβεί θα συνέβαινε και στους δυο μας. Ήταν ήρωας, ήταν εκεί και θυμάμαι με ανακούφιση τη στιγμή που κατάλαβα ότι και εγώ μπορώ να κάνω κάτι. Όταν ο πατέρας μου με έσπρωξε προς την παραλία ακούμπησα σε έναν ύφαλο και ένοιωσα υπέροχα.
Αν δεν ήταν αυτός ο ύφαλος σε εκείνο το σημείο δεν νομίζω ότι θα μπορούσα να τα καταφέρω. Όταν πάτησα στον ύφαλο ήταν η πρώτη στιγμή μετά από αρκετή ώρα που μπορούσα να πάρω ανάσα. Ήταν το καλύτερο συναίσθημα στον κόσμο. Ο πατέρας μου συνέχισε να ψάχνει και για τον φίλο μου και τον έσωσε και εκείνον. Μας έσωσε όλους και μετά από λίγο καταφέραμε να βγούμε στην ακτή».
Δεν έπρεπε να συμβεί αλλά συνέβη και ευχαριστώ τον Θεό ή όποιον ήταν εκεί τη συγκεκριμένη στιγμή και μας έσωσε, μας έδωσε τη δυνατότητα να συνεχίσουμε να ζούμε».