Απόλυτος κυρίαρχος της πολιτικής σκηνής στην Τουρκία και έχοντας πλάι του την πιο ισλαμιστική και εθνικιστική Βουλή στην σύγχρονη ιστορία της χώρας, ο Ταγίπ Ερντογάν θα βρίσκεται στο τιμόνι της χώρας για τα επόμενα πέντε χρόνια. Η νίκη του την περασμένη Κυριακή εδραιώνει την κυριαρχία του ως ηγέτη που έχει μεταμορφώσει την χώρα του στον μέγιστο βαθμό, περιορίζοντας το κοσμικό κράτος που ιδρύθηκε πριν από 100 χρόνια ώστε να ταιριάζει στο ισλαμικό όραμά του, ενώ παράλληλα ενισχύει ακόμη περισσότερο την εξουσία του σε αυτό που πολλοί βλέπουν ως πορεία προς την απολυταρχία.
Ο Τούρκος πρόεδρος, ανάφερε στην συνέντευξή του στον “Φιλελεύθερο” ο Σπύρος Σοφός, Senior Fellow στο Κέντρο Μεσανατολικών Μελετών του London School of Economics, για να κερδίσει εκμεταλλεύτηκε τις αδυναμίες των αντιπάλων του για να διασφαλίσει τη νίκη του, αλλά κυρίως αφουγκράστηκε τις τάσεις και τις ανάγκες της τουρκικής κοινωνίας. «Κύριο μυστικό της επιτυχίας του έγκειται στην ενσυναίσθηση που καλλιέργησε ως προς το κοινό του, τους οπαδούς του» εξήγησε, προσθέτοντας πως «κατόρθωσε να συσχετίσει τον κοινοβουλευτισμό με καθεστώς ακυβερνησίας και διαίρεσης και αντ’ αυτού επικαλέστηκε μια μυθική εθνική βούληση του λαού για να δυσφημίσει και να αμφισβητήσει θεσμούς όπως το ανώτατο δικαστήριο ή το κοινοβούλιο».
Το πώς θα διαμορφωθεί η επόμενη μέρα στην Τουρκία είναι ένα ερώτημα που προβάλλει πιο έντονο μετά τις εκλογές. Το γεγονός πως τα εθνικιστικά ακροδεξιά κόμματα ενισχύθηκαν, στέλνει σαφή μηνύματα για το μέλλον, εξήγησε ο Σπύρος Σοφός. Είναι πολύ πιθανόν πως η πορεία που χάραξε ο Ταγίπ Ερντογάν θα συνεχιστεί χωρίς μεγάλες διακυμάνσεις. Η πορεία της οικονομίας θα είναι καθοριστική για την εσωτερική πολιτική, ενώ σε ό,τι αφορά στην εξωτερική οι σχέσεις της Τουρκίας με τους πρώην δυτικούς συμμάχους της θα είναι συναλλακτικές, δηλαδή κάθε σύμπλευση θα είναι συνδεδεμένη με ανταλλάγματα. «Θα ήταν λάθος να υποθέσουμε ότι η Τουρκία θα παραιτηθεί από τη σχετική αυτονομία της έναντι των ΗΠΑ, καθώς οι εθνικιστές πιέζουν για απομάκρυνση από τις ΗΠΑ και την ΕΕ υπέρ ενός σαφέστερου ευρασιατικού προσανατολισμού», επεσήμανε ο Έλληνας ειδικός. Σε ό,τι αφορά στην Ελλάδα, η εκτίμηση είναι πως η ενίσχυση των εθνικιστικών δυνάμεων στην πολιτική στον κυβερνητικό ρόλο θα παίξει ρόλο, ενώ οποιαδήποτε μεταβολή στο Κυπριακό θα είναι μάλλον αρνητική για την Κύπρο.
-Μετά από 21 χρόνια στην εξουσία ο Ταγίπ Ερντογάν είχε μια νέα εκλογική νίκη. Ποιο είναι το μυστικό της επιτυχίας του;
-Ο Ταγίπ Ερντογάν είναι έμπειρος πολιτικός, ο οποίος γαλουχήθηκε μέσα στις τάξεις του ισλαμικού κινήματος του Νετζμετίν Ερμπακάν στη διάρκεια μίας περιόδου κατά την οποία απέκτησε εμπειρία διακυβέρνησης στην μητροπολιτική δημοτική αρχή της Κωνσταντινούπολης αλλά και χρειάστηκε να πλοηγήσει ανάμεσα στις συμπληγάδες ενός αδιάλλακτου κοσμικού κράτους, να διακρίνει τις αδυναμίες των αντιπάλων του και να τις εκμεταλλεύεται πολιτικά. Oμως το κύριο μυστικό της επιτυχίας του έγκειται στην ενσυναίσθηση που καλλιέργησε ως προς το κοινό του, τους οπαδούς του. Προέρχεται από τα ίδια συντηρητικά κοινωνικά στρώματα τα οποία ο κεμαλισμός, στις διάφορες ενσαρκώσεις του, αναγόρευσε ως εχθρούς, πολιτισμικά κατώτερους, υποστηριχτές της θρησκευτικής συντήρησης και οπισθοδρόμησης. Η εμπειρία και ικανότητα να ακούσει αλλά και να φωνάξει τους φόβους τους, τις ελπίδες τους του έδωσε την δυνατότητα να πείσει αυτά τα στρώματα πως τα εκπροσωπεί και τα εκφράζει. Επιπλέον κατόρθωσε να συσχετίσει τον κοινοβουλευτισμό με καθεστώς ακυβερνησίας και διαίρεσης και αντ’ αυτού επικαλέστηκε μια μυθική «εθνική βούληση του λαού» για να δυσφημίσει και να αμφισβητήσει θεσμούς όπως το ανώτατο δικαστήριο ή το κοινοβούλιο, όπου τα ατομικά δικαιώματα, και αυτά ειδικά των περιθωριοποιημένων μειονοτήτων θα μπορούσαν να βρουν έκφραση ή να απολαύσουν προστασίας.
-Λόγος έγινε και για τον βαθμό στον οποίο ήταν όντως ελεύθερες οι εκλογές.
-Βεβαίως ο Ταγίπ Ερντογάν και το Κόμμα Δικαιοσύνης και Ανάπτυξης (ΑΚΡ) έχει και μία ιστορία λογοκρισίας και παρεμβάσεων στις εκλογές. Το 2022, με τον εταίρο του, το Κόμμα Εθνικιστικής Δράσης (MHP), εισήγαγε μεταρρυθμίσεις που υπονόμευσαν την αμεροληψία της ανώτατης εκλογικής αρχής της χώρας (YSK) και μείωσαν τη δυνατότητα διερεύνησης και αποδοχής προσφυγών παρατυπιών στην εκλογική διαδικασία. Τον Οκτώβριο του 2022, ψηφίστηκε ο λεγόμενος νόμος λογοκρισίας με στόχο την ποινικοποίηση της «παραπληροφόρησης» (ουσιαστικά κριτικής στην κυβέρνηση) και τον αυστηρό έλεγχο των διαδικτυακών ειδησεογραφικών ιστοτόπων σε ένα πεδίο πληροφοριών όπου όλα τα μεγάλα μέσα ενημέρωσης ελέγχονται ήδη από το ΑΚΡ.
-Συμφωνείτε πως οι εκλογές χάθηκαν εν μέρει και από την στάση που κράτησε η αντιπολίτευση;
-Θα έλεγα πως ναι, οι εκλογές χάθηκαν και από την αντιπολίτευση η οποία στερείτο συνοχής και σαφών πολιτικών κατευθύνσεων. Το κουρδικό άνοιγμα του υποψήφιου προέδρου της αντιπολίτευσης, Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου, αν και χαιρετίστηκε από το αριστερό, φιλοκουρδικό, Δημοκρατικό Κόμμα των Λαών (HDP), που προέτρεψε τους υποστηρικτές του να τον ψηφίσουν, δεν έγινε δεκτό με ενθουσιασμό από όλους στον συνασπισμό της αντιπολίτευσης.
Μια ετερόκλητη ομάδα κομμάτων με υπερεθνικιστικές, κρατικιστικές και ισλαμιστικές απόψεις, συμφώνησαν στην ανάγκη να τερματίσουν την κυριαρχία του Ερντογάν, χωρίς όμως ένα συνεκτικό, θετικό όραμα πέρα από την ανατροπή των μεταρρυθμίσεών του. Το Ρεπουμπλικανικό Λαϊκό Κόμμα (CHP) του Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου είναι το ίδιο διαιρεμένο, ιστορικά καθοδηγούμενο από το όραμα μιας ενιαίας Τουρκίας όπου ο κουρδικός ακτιβισμός αποτελεί απειλή. Οι υποστηρικτές του κόμματος, όπως και η Μεράλ Ακσενέρ, ηγέτης του İYİ (δεύτερου μεγαλύτερου κόμματος της αντιπολίτευσης) ήταν περισσότερο θετικοί προς μία υποψηφιότητα του χαρισματικού δήμαρχου της Ιστανμπούλ Εκρέμ Ιμάμογλου, του οποίου η αδιαμφησβήτητη εκτίμηση της ποικιλομορφίας της Τουρκίας συνδυάζεται με το λαϊκίστικο του, προσωποπαγές στυλ σε μια εποχή που οι θεσμοί της δημοκρατίας χρειάζονται επειγόντως αναζωογόνηση και συνεκτικότητα. Η Μεράλ Ακσενέρ επίσης εξέφρασε τις επιφυλάξεις της για ένα άνοιγμα στον κουρδικό πληθυσμό της χώρας. Το İYİ, ένα παρακλάδι του υπερεθνικιστικού MHP, εκπροσωπεί μια πιο «πολιτισμένη» εκδοχή του αταβιστικού εθνικισμού του μητρικού του κόμματος και έχει εμπλακεί σε ξενοφοβικό, και αντιμειονοτικό ακτιβισμό.
-Ποιο ρόλο έπαιξε η βαθιά πόλωση που βλέπουμε να υπάρχει στην τουρκική κοινωνία;
-Η συζήτηση μέσα στις τάξεις της αντιπολίτευσης για επιστροφή σε ένα status quo ante, στον ορισμό του οποίου τα κόμματα δεν μπόρεσαν να συμφωνήσουν, αποθάρρυνε αμφιταλαντευόμενους ψηφοφόρους ανάμεσα στους πιστούς μουσουλμάνους της Ανατολίας και ακόμη στους συντηρητικούς Κούρδους που αισθάνονται ότι ο ιστορικά επιθετικός κοσμικός χαρακτήρας του CHP, σε συνδυασμό με τον υπερεθνικισμό του İYİ, απειλούν τις ευκαιρίες που τους παρείχε η διακυβέρνηση Ερντογάν συμπεριλαμβανομένων των δικτύων πρόνοιας και απασχόλησης, της νομοθεσίας που επέτρεπε στις καλυπτόμενες γυναίκες να έχουν πρόσβαση σε δημόσια πανεπιστήμια και απασχόληση σε κρατικές υπηρεσίες και της επέκτασης των υποδομών υγείας και πρόνοιας της χώρας.
Είναι αυτή η πόλωση της Τουρκίας, ο φόβος μεταξύ εκείνων που αισθάνονταν αποκλεισμένοι από τα οφέλη της οικονομικής ανάπτυξης και της πολιτικής της προ Ερντογάν εποχής, ότι θα αφεθούν για άλλη μια φορά «πίσω» που επηρέασε το αποτέλεσμα των εκλογών. Η προσπάθεια του Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου να προσελκύσει την εθνικιστική ψήφο στον δεύτερο γύρο υιοθετώντας μια πιο ασυμβίβαστη στάση στο θέμα του επαναπατρισμού των Σύριων προσφύγων έδωσε την ευκαιρία στον Ερντογάν να υπενθυμίσει στους υποστηρικτές του τον κοσμικό εθνικισμό του CHP και την υποστήριξή του στη στρατιωτική ανάμειξη στην πολιτική.
-Γιατί τα δυτικά κέντρα εξουσίας και τα δυτικά μέσα ενημέρωσης δεν μπόρεσαν να διαβάσουν σωστά τις εξελίξεις στην Τουρκία ειδικά στον πρώτο γύρο των εκλογών και δεν κατάφεραν να δουν την παντοδυναμία του Ταγίπ Ερντογάν;
-Μπορώ να σκεφτώ δύο κυρίως λόγους: οι δυτικοί παρατηρητές έχουν κυρίως πρόσβαση σε πληροφορίες που προέρχονται από συγκεκριμένους κύκλους ακτιβιστών, πολιτικών και διανοουμένων προσκείμενους στον στόχο μίας μοντέρνας κοσμικής Τουρκίας. Από την άλλη πλευρά, ο Ταγίπ Ερντογάν υποστηρίζεται ή τουλάχιστον δεν αντιμετωπίζεται αρνητικά από τμήματα του εκλογικού σώματος που προτιμούν να μην εκφράζουν δημόσια τις προτιμήσεις τους λόγω του φόβου επιστροφής των δυνάμεων που συνυφαίνουν με την αντιπολίτευση.
Οι σχέσεις της Τουρκίας με τους πρώην συμμάχους της θα είναι συναλλακτικές
-Πως θα διαμορφωθεί η Τουρκία στην τρίτη δεκαετία της διακυβέρνησης της χώρας υπό τον Ταγίπ Ερντογάν; Το αποτέλεσμα του επιτρέπει να συνεχίσει την αναθεωρητική πολιτική του ή θα εγκαταλείψει αυτή την προσέγγιση;
-Πρέπει να σημειωθεί ότι ο νικητής των εκλογών ήταν η εθνικιστική ακροδεξιά. Οι υποψήφιοι προσάρμοσαν τα μηνύματα της εκστρατείας τους για να προσελκύσουν εθνικιστές τόσο εντός των συνασπισμών τους όσο και μεταξύ εκείνων των ψηφοφόρων που υποστήριξαν τον τρίτο υποψήφιο, τον Σινάν Ογάν, ή απείχαν από τον πρώτο γύρο. Η άνοδος της ακροδεξιάς θα επηρεάσει τόσο την εσωτερική όσο και την εξωτερική πολιτική.
Ο Τούρκος πρόεδρος δεν έχει την πολυτέλεια να παραμείνει σε κακές σχέσεις με τις ΗΠΑ, καθώς η επιτυχία των περιφερειακών πολιτικών του, συμπεριλαμβανομένης της απομόνωσης και της αποδυνάμωσης της Αυτόνομης Διοίκησης της Βόρειας και Ανατολικής Συρίας (Rojava), εξαρτάται από την επιδέξια πλοήγηση μεταξύ ΗΠΑ και Ρωσίας και τη χρήση της καθεμιάς ως αντίβαρο έναντι της άλλης. Ο στρατός του χρειάζεται τεχνολογικές αναβαθμίσεις και αγορές F-16 ως ενδιάμεση επιλογή για την ενίσχυση της αεροπορικής ικανότητας της Τουρκίας και θέλει να συμπεριληφθεί στο πρόγραμμα F-35 από το οποίο έχει αποκλειστεί λόγω της αγοράς του ρωσικής κατασκευής συστήματος αεράμυνας S-400 το 2019. Ο πρόεδρος των ΗΠΑ Μπάιντεν έχει δείξει ότι είναι πρόθυμος να συνεργαστεί με έναν πιο αξιόπιστο Ερντογάν, αν αυτός αποδεχθεί την ένταξη της Σουηδίας στο ΝΑΤΟ, για παράδειγμα.
Ωστόσο, οι σχέσεις της Τουρκίας με τους δυτικούς πρώην συμμάχους της θα είναι συναλλακτικές – κάθε σύμπλευση θα είναι συνδεδεμένη με ανταλλάγματα. Επομένως, θα ήταν λάθος να υποθέσουμε ότι η Τουρκία θα παραιτηθεί από τη σχετική αυτονομία της έναντι των ΗΠΑ, καθώς οι εθνικιστές πιέζουν για απομάκρυνση από τις ΗΠΑ και την ΕΕ υπέρ ενός σαφέστερου ευρασιατικού προσανατολισμού, και καθώς η εξωτερική πολιτική της εξαρτάται από τακτικές συμμαχίες ή συγκλίσεις με άλλους παράγοντες και κυρίως τη Ρωσία.
Κλειδί η πορεία της οικονομίας
-Στο εσωτερικό μέτωπο θα δούμε την Τουρκία να γίνεται περισσότερο αυταρχική και συντηρητική ή υπάρχει περιθώριο για επιστροφή στη δημοκρατία;
-Πάντοτε υπάρχει κάποιο περιθώριο για μια πιο δημοκρατική πορεία καθώς και στους δύο πολιτικούς πόλους υπάρχουν δυνάμεις με πιο δημοκρατικές αντιλήψεις οι οποίες, είμαι σίγουρος, θα παίξουν σημαντικό ρόλο προς το τέλος της πενταετίας. Όμως η προεδρία Ερντογάν και του ΑΚΡ θα παρατείνει την ανταγωνιστική, πλειοψηφική και αυταρχική διακυβέρνηση της χώρας. Η έμφαση στην ενότητα του λαού άνοιξε τον δρόμο για την δίωξη και εκκαθάριση διαφωνούντων αποδυναμώνοντας κυρίως την κοινωνία των πολιτών αλλά και χώρους της αντιπολίτευσης και θα συνεχίσει να επικαλείται όταν η κυβέρνηση θα αντιμετωπίζει δυσκολίες η κριτική.
Η προεκλογική εκστρατεία του Τούρκου προέδρου, εν μέρει με στόχο την προσέλκυση εθνικιστών ψηφοφόρων, προανήγγειλε την έναρξη μιας σειράς λεγόμενων πολιτιστικών πολέμων όσον αφορά τα δικαιώματα των γυναικών, των κοινοτήτων ΛΟΑΤΚΙ+ και των εθνοτικών και θρησκευτικών μειονοτήτων των οποίων η θέση θα συνεχίσει να υπονομεύεται, ειδικά καθώς η παραγωγή κρίσεων μπορεί να διαδραματίσει κεντρικό ρόλο σε μια στρατηγική περισπασμών και αποπροσανατολισμού του κοινού, ιδιαίτερα αν η κυβέρνηση καταφύγει σε επίπονα μέτρα για την σταθεροποίηση της οικονομίας.
-Ποια τα σημαντικότερα προβλήματα που έχει να αντιμετωπίσει η νέα κυβέρνηση; Ειδικά στην οικονομία, μπορεί να δώσει τις λύσεις που απαιτούνται;
-Η συνεχιζόμενη ικανότητα της κυβέρνησης Ερντογάν να κυβερνά την Τουρκία και να ακολουθεί μια επιτυχημένη εξωτερική πολιτική εξαρτάται αποτελεσματικά από την επίλυση των προβλημάτων της οικονομίας. Η πολιτική των αρνητικών πραγματικών επιτοκίων που υιοθέτησε το οικονομικό επιτελείο του Ερντογάν ενάντια στην καθιερωμένη συναίνεση μεταξύ των οικονομολόγων, και η έλλειψη ανεξαρτησίας της Κεντρικής Τράπεζας έχουν ήδη δημιουργήσει αδιέξοδα. Χωρίς να καταφύγει σε μια πολιτική λιτότητας, ο Τούρκος πρόεδρος θα επιδιώξει επενδύσεις και προσωρινή στήριξη από τις μοναρχίες του Κόλπου – ήδη στην προνομιακή σχέση της Τουρκίας με το Κατάρ, προστέθηκε η επαναπροσέγγιση με την Σαουδική Αραβία και τα Εμιράτα, αναβολές αποπληρωμής του χρέους της Τουρκίας στην Ρωσία, και θα στοιχηματίσει σε αυξημένα τουριστικά έσοδα. Μακροπρόθεσμα όμως, η κυβέρνηση θα πρέπει να αντιμετωπίσει την χαμηλής ποιότητας ανάπτυξη της χώρας που βασίζεται στον κατασκευαστικό τομέα, την πιστωτική επέκταση και τις κρατικές δαπάνες και που έχει αναλύσει διεξοδικά ο οικονομολόγος Ντάρον Ατζέμογλου.
Το άνοιγμα της Τουρκίας στερεί ερείσματα από Κύπρο
-Πως θα διαμορφωθούν οι σχέσεις της Ελλάδας με την Τουρκία μετά τη νέα νίκη του Τούρκου προέδρου; Μπορεί η Αθήνα να προσβλέπει σε βελτίωση ή εξομάλυνση;
-Η ενίσχυση των εθνικιστικών δυνάμεων στην πολιτική και στον συνασπισμό του Ταγίπ Ερντογάν, θα παίξει ρόλο. O Τούρκος Πρόεδρος έχει ασπαστεί το δόγμα της Γαλάζιας Πατρίδας το οποίο εξαρτάται από την δραστηριοποίηση της Τουρκίας στο Αιγαίο και στην Ανατολική Μεσόγειο. Η βελτίωση των σχέσεων με τα Εμιράτα, το Ισραήλ και σύντομα με την Αίγυπτο θα στερήσει από την Ελλάδα και την Κυπριακή Δημοκρατία ερεισμάτων στην περιοχή και η συνεχιζόμενη επιρροή της Τουρκίας στην Λιβύη θα συντελέσει σε τριβές με τις δύο χώρες. Όποια μεταβολή στο Κυπριακό θα είναι μάλλον αρνητική αν η κυβέρνηση της Κυπριακής Δημοκρατίας δεν δημιουργήσει κλίμα προσέγγισης και εμπιστοσύνης με αντιεθνικιστικές δυνάμεις στον βορρά και αν δεν προσεγγίσει γενικότερα τους Τουρκοκύπριους με χειρονομίες και μέτρα που θα καταστήσουν την επανένωση του νησιού ως την μόνη λογική και επιθυμητή λύση.
-Ο Ταγίπ Ερντογάν αποδείχτηκε ικανότατος στο να εξολοθρεύει τους αντιπάλους του. Κάτω από ποιες προϋποθέσεις μπορεί να αναδειχθεί ένας αντίπαλος που να μπορέσει να τον απειλήσει και γιατί όχι να τον νικήσει;
-Η ικανότητα του Ταγίπ Ερντογάν να εξολοθρεύει τους αντιπάλους του έχει κάποια όρια, ιδίως καθώς οι αντίπαλοί του προσαρμόζονται και μαθαίνουν πως να πλοηγούν στο πολιτικό πεδίο. Όμως βλέπω αρκετά πιθανή την ανάδειξη κάποιου μεταρρυθμιστή, όχι υποχρεωτικά αντιπάλου, μέσα από το κόμμα του, αν και άλλοι υποψήφιοι αυταρχικά στελέχη όπως ο Σουλεϊμάν Σοϊλού αναμένουν ένα πιθανό χρίσμα.
Θα παραμείνουν τα αδιέξοδα με τους Κούρδους
-Θα πληρώσουν ακριβά οι Κούρδοι το γεγονός πως στήριξαν τον Κεμάλ Κιλιτσντάρογλου;
-Η έμφαση στην ενότητα του λαού στην οποία αναφέρθηκα νωρίτερα αποδείχθηκε εμπόδιο στη σχετικά σύντομη περίοδο διαπραγματεύσεων με το Κουρδικό Εργατικό Κόμμα (PKK) που ξεκίνησε το 2013, για να εγκαταλειφθεί το 2015. Η ενίσχυση των εθνικιστικών δυνάμεων στην πολιτική και στον συνασπισμό του Ταγίπ Ερντογάν, θα χρωματίσει επίσης την προσέγγιση του προς τον κουρδικό πληθυσμό της Τουρκίας. Το ΑΚΡ ήταν πάντα αμφίθυμο ως προς το κουρδικό ζήτημα, καθώς απολάμβανε την υποστήριξη ενός μεγάλου τμήματος του συντηρητικού κουρδικού πληθυσμού της χώρας – με τον Τούρκο πρόεδρο να έχει λάβει περισσότερο από το 40% των ψήφων στα νοτιοανατολικά της χώρας στις προεδρικές εκλογές του 2014 και του 2018.
Η ειρηνευτική διαδικασία που ξεκίνησε η κυβέρνηση του ΑΚΡ μεταξύ 2013 και 2015 εξαρτιόταν από ένα στρατιωτικά εξουδετερωμένο PKK και ένα πολιτικά αδύναμο HDP, ειδικά μετά τις ισχυρές εκλογικές επιδόσεις του τελευταίου το 2015. Αν και ο Ταγίπ Ερντογάν δεν διστάζει να κάνει εκκλήσεις στους «Κούρδους αδελφούς» του και αγκάλιασε το κουρδικό ισλαμιστικό συντηρητικό HUDAPAR (Κόμμα Ελεύθερου Σκοπού), οποιαδήποτε χαλάρωση των μέτρων ασφαλείας στις κουρδικές περιοχές προϋποθέτει την εξουδετέρωση του HDP και την απομόνωση του PKK, η οποία αποτελεί επίσης κεντρικό στόχο του κύριου εθνικιστικού συμμάχου του, του MHP. Επομένως, το σημερινό αδιέξοδο στη νοτιοανατολική Τουρκία δεν θα καταλήξει σε λύση σύντομα.
Η τουρκική παρουσία στη Συρία δεν θα τελειώσει εύκολα, καθώς η Τουρκία έχει επενδύσει σημαντικούς πόρους και έχει αναπαράγει αποτελεσματικά τη διοίκηση και την υποδομή των τουρκικών επαρχιών στα 9.000 τετραγωνικά χιλιόμετρα που ελέγχει, όπως έκανε και στην κατεχόμενη Κύπρο μετά την εισβολή του 1974. Οποιαδήποτε απόσυρση μακροπρόθεσμα είναι πιθανό να ακολουθήσει την δημογραφική αλλοίωση της περιοχής με την (επαν)εγκατάσταση Σύριων σουνιτών προσφύγων και θα εξαρτηθεί από κάποιο είδος τουρκικής εγγύησης δημογραφικών και πολιτικών μεταβολών.