Ένα ευρύ πακέτο στρατιωτικών επιλογών κατά του Ιράν έχει παρουσιαστεί τις τελευταίες ημέρες στον Πρόεδρο των Ηνωμένων Πολιτειών, Ντόναλντ Τραμπ, σύμφωνα με αποκάλυψη των New York Times, την ώρα που ο Λευκός Οίκος δηλώνει ότι η Ουάσιγκτον παραμένει ανοιχτή σε διπλωματική λύση, προειδοποιώντας ωστόσο ότι «ο χρόνος τελειώνει».
Σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους που μίλησαν στους NYT υπό τον όρο της ανωνυμίας λόγω της ευαίσθητης φύσης των σχεδίων, ο πρόεδρος των ΗΠΑ έχει μπροστά του ένα σαφώς διευρυμένο σύνολο στρατιωτικών επιλογών έναντι του Ιράν, με στόχο την περαιτέρω αποδυνάμωση των πυρηνικών και πυραυλικών του εγκαταστάσεων ή ακόμη και την αποσταθεροποίηση της ηγεσίας της χώρας. Οι επιλογές αυτές υπερβαίνουν εκείνες που εξέταζε πριν από περίπου δύο εβδομάδες, στο πλαίσιο της δημόσιας δέσμευσής του να σταματήσει την αιματηρή καταστολή των διαδηλώσεων από τις ιρανικές δυνάμεις ασφαλείας και παραστρατιωτικές οργανώσεις που πρόσκεινται στο καθεστώς.
Στο νέο πλαίσιο που έχει διαμορφωθεί, και ενώ οι διαμαρτυρίες στο Ιράν έχουν προς το παρόν κατασταλεί με βίαιο τρόπο, η λίστα των επιλογών περιλαμβάνει ακόμη και το ενδεχόμενο αμερικανικών επιδρομών σε στόχους εντός της ιρανικής επικράτειας. Παρά ταύτα, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, ο Ντόναλντ Τραμπ δεν έχει εγκρίνει προς το παρόν καμία στρατιωτική επιχείρηση ούτε έχει επιλέξει συγκεκριμένη κατεύθυνση από τις προτάσεις που του παρουσίασε το Πεντάγωνο.
«Ο χρόνος τελειώνει»
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ πιέζει την Τεχεράνη να προχωρήσει σε πρόσθετα βήματα για τον τερματισμό του πυρηνικού της προγράμματος και να σταματήσει τη στήριξη σε οργανώσεις-συμμάχους που εδώ και χρόνια στοχοποιούν το Ισραήλ και αποσταθεροποιούν τη Μέση Ανατολή. Ο ίδιος και οι στενοί του συνεργάτες εξετάζουν κατά πόσο η χρήση στρατιωτικών μέσων θα μπορούσε να συμβάλλει στην επίτευξη αυτών των στόχων ή ακόμα και να οδηγήσει σε αλλαγή καθεστώτος στην Τεχεράνη.
Επισήμως, ο Λευκός Οίκος διατηρεί ανοιχτή την πόρτα της διπλωματίας. «Ως επικεφαλής του ισχυρότερου στρατού στον κόσμο, ο πρόεδρος Τραμπ έχει πολλές επιλογές στη διάθεσή του όσον αφορά το Ιράν», δήλωσε η εκπρόσωπος του Λευκού Οίκου, Άννα Κέλι. «Ο πρόεδρος έχει ξεκαθαρίσει ότι ελπίζει πως δεν θα χρειαστεί καμία ενέργεια, αλλά το ιρανικό καθεστώς πρέπει να συνάψει συμφωνία πριν να είναι πολύ αργά».
Κατά τη διάρκεια των μαζικών διαδηλώσεων που σάρωσαν το Ιράν πριν από μερικές εβδομάδες, η αμερικανική κυβέρνηση είχε εξετάσει πλήγματα τόσο στο πυρηνικό πρόγραμμα της χώρας όσο και σε πιο συμβολικούς στόχους, όπως η έδρα πολιτοφυλακής που θεωρείται υπεύθυνη για πολλές ενέργειες βίαιης καταστολής. Ο Τραμπ απέσυρε αιφνιδιαστικά το ενδεχόμενο στρατιωτικής δράσης, έπειτα από δηλώσεις των ιρανικών αρχών ότι ακυρώθηκαν εκατοντάδες προγραμματισμένες εκτελέσεις, αλλά και μετά από αιτήματα του Ισραήλ και αραβικών κρατών να καθυστερήσει οποιαδήποτε επίθεση.
Αμερικανοί αξιωματούχοι σημειώνουν ότι ο Τραμπ ακολουθεί μια στρατηγική πίεσης παρόμοια με εκείνη που εφάρμοσε στη Βενεζουέλα. Τότε, οι Ηνωμένες Πολιτείες συγκέντρωναν για μήνες στρατιωτικές δυνάμεις ανοικτά των ακτών της χώρας, επιχειρώντας να αναγκάσουν τον πρόεδρο Νικολάς Μαδούρο να αποχωρήσει από την εξουσία. Η προσπάθεια απέτυχε, οδηγώντας τελικά σε αμερικανική στρατιωτική επέμβαση και στη σύλληψη του Μαδούρο, ο οποίος μαζί με τη σύζυγό του παραμένουν μέχρι σήμερα σε ομοσπονδιακό κέντρο κράτησης στο Μπρούκλιν, εν αναμονή της δίκης του.
Στην περίπτωση του Ιράν, ωστόσο, αξιωματούχοι εμφανίζονται επιφυλακτικοί ως προς το αν η Τεχεράνη θα αποδεχθεί τους όρους που έχει θέσει η Ουάσιγκτον. Μεταξύ αυτών περιλαμβάνεται ο μόνιμος τερματισμός κάθε δραστηριότητας εμπλουτισμού ουρανίου και η παράδοση όλων των υφιστάμενων πυρηνικών αποθεμάτων της χώρας, ξεκινώντας από περισσότερα από 435 κιλά ουρανίου που έχουν εμπλουτιστεί σε επίπεδα κοντά σε αυτά που απαιτούνται για πυρηνικό όπλο. Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του υλικού, πάντως, εκτιμάται ότι παραμένει θαμμένο κάτω από τα ερείπια που προκάλεσαν οι αεροπορικές επιδρομές του Ιουνίου.
Οι αμερικανικές απαιτήσεις επεκτείνονται και στο πυραυλικό πρόγραμμα του Ιράν, με περιορισμούς στο βεληνεκές και στον αριθμό των βαλλιστικών πυραύλων του, καθώς και με πλήρη διακοπή της στήριξης προς ένοπλες οργανώσεις στη Μέση Ανατολή, όπως η Χαμάς, η Χεζμπολάχ και οι Χούθι στην Υεμένη. Η αποδοχή αυτών των όρων, σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, θα καθιστούσε πρακτικά αδύνατη οποιαδήποτε μελλοντική ιρανική επίθεση κατά του Ισραήλ.
Την περασμένη Τετάρτη, ο Ντόναλντ Τραμπ επανήλθε με μια σκληρή προειδοποίηση μέσω κοινωνικών δικτύων, τονίζοντας ότι ο αμερικανικός στρατός είναι έτοιμος να επιτεθεί «με ταχύτητα και βία, αν χρειαστεί». «Ελπίζω ότι το Ιράν θα “έρθει γρήγορα στο τραπέζι” και θα διαπραγματευτεί μια δίκαιη και ισορροπημένη συμφωνία — ΧΩΡΙΣ ΠΥΡΗΝΙΚΑ ΟΠΛΑ — που θα είναι προς συμφέρον όλων», έγραψε, προσθέτοντας: «Ο χρόνος τελειώνει, είναι πραγματικά ζήτημα ύψιστης σημασίας».
Οι διαφορές με τη Βενεζουέλα
Παρά τις ομοιότητες στην τακτική πίεσης των ΗΠΑ, ο Τραμπ και οι στενοί του συνεργάτες αντιλαμβάνονται πλήρως πως οποιαδήποτε επόμενη στρατιωτική επιχείρηση στο Ιράν θα ήταν ασύγκριτα πιο δύσκολη από εκείνη στη Βενεζουέλα. Το επίπεδο κινδύνου για τις αμερικανικές δυνάμεις θα ήταν σαφώς υψηλότερο, ενώ το Ιράν θεωρείται πολύ πιο ικανός και επικίνδυνος αντίπαλος.
Αυτή την εκτίμηση συμμερίζεται και ο υπουργός Εξωτερικών των ΗΠΑ, Μάρκο Ρούμπιο, ο οποίος δήλωσε την Τετάρτη στη Γερουσία ότι η διαχείριση μιας πιθανής αλλαγής καθεστώτος στο Ιράν θα ήταν «ακόμη πολύ πιο περίπλοκη» από την αντίστοιχη επιχείρηση στη Βενεζουέλα. Για τον λόγο αυτό, ο Τραμπ εξακολουθεί να σταθμίζει το σύνολο των επιλογών που έχει στη διάθεσή του, οι οποίες, σύμφωνα με αξιωματούχους, θα μπορούσαν να εφαρμοστούν είτε ταυτόχρονα είτε σε διαφορετικούς συνδυασμούς.
Μεταξύ των πιο ριψοκίνδυνων προτάσεων περιλαμβάνεται η μυστική αποστολή Αμερικανών κομάντος στο εσωτερικό του Ιράν, με στόχο την καταστροφή τμημάτων του πυρηνικού προγράμματος της Τεχεράνης που δεν επλήγησαν από τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς του Ιουνίου. Οι αμερικανικές ένοπλες δυνάμεις εφαρμόζουν εδώ και χρόνια προγράμματα εκπαίδευσης για εξειδικευμένες αποστολές σε χώρες όπως το Ιράν, με στόχο πυρηνικές εγκαταστάσεις ή άλλους στόχους υψηλής αξίας.
Παρότι ο Τραμπ έχει επανειλημμένα δηλώσει ότι το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα «εξαλείφθηκε», στην εθνική στρατηγική ασφάλειας των ΗΠΑ που δημοσίευσε η κυβέρνησή του το φθινόπωρο η διατύπωση είναι αρκετά πιο μετριοπαθής, αναφέροντας ότι η επίθεση του Ιουνίου «υποβάθμισε σημαντικά» τις δυνατότητες του προγράμματος. Ο Αμερικανός πρόεδρος έχει εκφράσει στο παρελθόν επιφυλάξεις για την αποστολή χερσαίων δυνάμεων, επικαλούμενος συχνά την αποτυχημένη επιχείρηση του 1980 επί προεδρίας Τζίμι Κάρτερ για τη διάσωση 52 Αμερικανών ομήρων στο Ιράν. Σύμφωνα με αξιωματούχους που έχουν συζητήσει το ζήτημα μαζί του, η αποτυχία εκείνης της επιχείρησης έχει αφήσει έντονο αποτύπωμα στη σκέψη του.
Ένα διαφορετικό σενάριο προβλέπει μια σειρά στοχευμένων πληγμάτων σε στρατιωτικούς στόχους και διοικητικές εγκαταστάσεις, με στόχο να προκληθεί τέτοια αναταραχή ώστε να δημιουργηθούν οι συνθήκες για την απομάκρυνση του 86χρονου ανώτατου ηγέτη του Ιράν, αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ, από εσωτερικές δυνάμεις ασφαλείας ή άλλους παράγοντες. Παραμένει, ωστόσο, ασαφές ποιος θα μπορούσε να αναλάβει τη διακυβέρνηση της χώρας σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο και αν το άτομο αυτό θα ήταν περισσότερο ανοιχτό σε διαπραγμάτευση με τις Ηνωμένες Πολιτείες.
Το προσωπικό κίνητρο και οι απειλές για αντίποινα
Ο Τραμπ φέρεται να έχει προσωπικό κίνητρο για την αυστηρή στάση του απέναντι στην κυβέρνηση της Τεχεράνης, καθώς Ιρανοί αξιωματούχοι έχουν κατηγορηθεί ότι επιχείρησαν να οργανώσουν τη δολοφονία του. Ομοσπονδιακοί εισαγγελείς στη Νέα Υόρκη αποκάλυψαν πέρυσι ότι Ιρανοί συνωμότες συζητούσαν σχέδιο δολοφονίας του Τραμπ λίγο πριν από την επανεκλογή του.
Το Ισραήλ, από την πλευρά του, πιέζει για μια τρίτη επιλογή, ζητώντας από τις Ηνωμένες Πολιτείες να συμμετάσχουν σε νέες επιθέσεις κατά του ιρανικού βαλλιστικού πυραυλικού προγράμματος. Σύμφωνα με πληροφορίες των αμερικανικών υπηρεσιών πληροφοριών, το Ιράν έχει σε μεγάλο βαθμό ανασυγκροτήσει το πυραυλικό του οπλοστάσιο μετά τις ισραηλινές επιθέσεις που το είχαν αποδεκατίσει κατά τον 12ήμερο πόλεμο του Ιουνίου.
Η Τεχεράνη έχει ήδη προειδοποιήσει για σκληρά αντίποινα. Ο υποναύαρχος Αλί Σαμχανί, επικεφαλής νεοσύστατου οργάνου που εποπτεύει τις στρατιωτικές επιχειρήσεις στο Ιράν, δήλωσε την Τετάρτη ότι οποιαδήποτε αμερικανική επίθεση θα θεωρηθεί πράξη πολέμου και ότι η απάντηση θα είναι άμεση, με στόχο – όπως είπε – το Τελ Αβίβ. Για τον λόγο αυτό, Ισραηλινοί αξιωματούχοι εμφανίζονται ιδιαίτερα ανήσυχοι για τις δυνατότητες του ιρανικού πυραυλικού προγράμματος, το οποίο μπορεί να πλήξει τόσο στρατιωτικούς όσο και πολιτικούς στόχους σε ολόκληρη την ισραηλινή επικράτεια.
Στο πλαίσιο αυτό, αξιωματούχοι του Λευκού Οίκου συναντήθηκαν νωρίτερα αυτή την εβδομάδα με τον υποστράτηγο Σλόμι Μπίντερ, επικεφαλής της στρατιωτικής υπηρεσίας πληροφοριών του Ισραήλ, ο οποίος ενημέρωσε την αμερικανική κυβέρνηση για τα τελευταία δεδομένα σχετικά με το Ιράν. Παράλληλα, στην Ουάσιγκτον θα βρεθεί αυτήν την εβδομάδα και ο υπουργός Άμυνας της Σαουδικής Αραβίας, πρίγκιπας Χάλιντ μπιν Σαλμάν, ο οποίος πραγματοποιεί επαφές με ανώτατους αξιωματούχους της κυβέρνησης Τραμπ, εν μέσω της αυξανόμενης έντασης στην περιοχή.
Το «εμπόδιο» της νομικής βάσης
Αμερικανοί αξιωματούχοι υπογραμμίζουν ότι όλα τα παραπάνω σενάρια δράσης κατά του Ιράν, καθώς και πρόσθετες επιλογές που βρίσκονται στο τραπέζι, εξακολουθούν να τελούν υπό επεξεργασία και υπό συζήτηση στον στενό κύκλο των κορυφαίων συνεργατών του Ντόναλντ Τραμπ. Όπως σημειώνουν, δεν υπάρχει ακόμη συναίνεση ούτε ως προς το εύρος ούτε ως προς τον τελικό στόχο οποιασδήποτε στρατιωτικής ενέργειας, γεγονός που αντικατοπτρίζει τη δυσκολία των αποφάσεων και το υψηλό ρίσκο κλιμάκωσης.
Σημαντικά ερωτήματα εγείρονται και ως προς τη νομική βάση που θα μπορούσαν να επικαλεστούν οι Ηνωμένες Πολιτείες για την πραγματοποίηση πληγμάτων κατά του Ιράν, ελλείψει ρητής έγκρισης από το Κογκρέσο. Παρόλο που σύγχρονοι Αμερικανοί πρόεδροι έχουν επανειλημμένα διατάξει περιορισμένες στρατιωτικές επιχειρήσεις χωρίς προηγούμενη κοινοβουλευτική εξουσιοδότηση, μια ευρύτερη εκστρατεία κατά του Ιράν θα συνιστούσε διαφορετική περίπτωση.
Εάν τα πλήγματα δεν περιορίζονταν στην επιβράδυνση του πυρηνικού προγράμματος, αλλά στόχευαν στην αποδυνάμωση ή ακόμη και την ανατροπή της ιρανικής κυβέρνησης, σίγουρα θα υπήρχαν έντονες συζητήσεις γύρω από το αν ο πρόεδρος των ΗΠΑ προχώρησε ουσιαστικά σε πράξη πολέμου. Σε ένα τέτοιο ενδεχόμενο, σύμφωνα με αξιωματούχους, η κυβέρνηση Τραμπ θα επικαλούνταν πιθανότατα το εκτεταμένο ιστορικό στήριξης της Τεχεράνης σε τρομοκρατικές οργανώσεις, όπως είχε πράξει και το 2020, όταν ο Τραμπ διέταξε την επίθεση με drone που οδήγησε στον θάνατο του διοικητή της επίλεκτης Δύναμης Κουντς, υποστράτηγου Κασέμ Σουλεϊμανί.
Παρότι οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν έχουν χαρακτηρίσει ποτέ ευθέως τον αγιατολάχ Αλί Χαμενεΐ ως τρομοκράτη, έχουν εντάξει το Ιράν στον κατάλογο των κρατών που στηρίζουν την τρομοκρατία. Παράλληλα, ο ανώτατος ηγέτης του Ιράν ηγείται των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης, οργάνωσης που τόσο οι ΗΠΑ όσο και η Ευρώπη έχουν χαρακτηρίσει τρομοκρατική. Το αμερικανικό υπουργείο Δικαιοσύνης είχε αιτιολογήσει τη δολοφονία του Σουλεϊμανί ως νόμιμη πράξη, υποστηρίζοντας ότι ο Ιρανός στρατηγός «ανέπτυσσε ενεργά σχέδια για περαιτέρω επιθέσεις κατά Αμερικανών στρατιωτικών και διπλωματών», σύμφωνα με λογοκριμένο υπόμνημα που δόθηκε στη δημοσιότητα μετά το πλήγμα.
Παραμένει ασαφές αν ο Λευκός Οίκος έχει ζητήσει αντίστοιχη νομική γνωμοδότηση για τις τρέχουσες επιλογές που αφορούν το Ιράν. Σε κάθε περίπτωση, ο αμερικανικός στρατός ενισχύει έντονα την παρουσία του στην περιοχή, προκειμένου να είναι σε θέση να δράσει άμεσα εφόσον ο Τραμπ δώσει σχετική εντολή.
Το αεροπλανοφόρο «Αβραάμ Λίνκολν», εξοπλισμένο με μαχητικά αεροσκάφη F/A-18 και stealth F-35, επιχειρεί ήδη στην Αραβική Θάλασσα, σε απόσταση που επιτρέπει πλήγματα σε ιρανικούς στόχους, όπως ανέφεραν αυτή την εβδομάδα αξιωματούχοι του Πολεμικού Ναυτικού των ΗΠΑ. Το αεροπλανοφόρο συνοδεύεται από τρία αντιτορπιλικά εξοπλισμένα με πυραύλους.
Σύμφωνα με Αμερικανούς αξιωματούχους, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν αποστείλει επιπλέον δώδεκα μαχητικά F-15E στην περιοχή, ενισχύοντας τις δυνατότητες αεροπορικών πληγμάτων, ενώ το Πεντάγωνο έχει προχωρήσει και στην ανάπτυξη πρόσθετων συστημάτων αντιαεροπορικής άμυνας Patriot και THAAD. Στόχος είναι η προστασία των αμερικανικών στρατευμάτων στη Μέση Ανατολή από ενδεχόμενα ιρανικά αντίποινα με πυραύλους μικρού και μεσαίου βεληνεκούς. Τέλος, βομβαρδιστικά μεγάλου βεληνεκούς στις Ηνωμένες Πολιτείες και μπορούν να πλήξουν στόχους στο Ιράν, παραμένουν σε αυξημένο επίπεδο ετοιμότητας.