Κανείς δεν θα μάθει ποτέ αν, εκείνο το παγωμένο χειμωνιάτικο πρωινό της 18ης Ιουλίου 1994, το άσπρο βαν που σταμάτησε στην οδό Παστέρ 633, στο Μπουένος Άιρες, πρόλαβε να κινήσει την περιέργεια κάποιου περαστικού. Αν κάποιο βλέμμα στάθηκε πάνω του, χάθηκε μέσα στα δευτερόλεπτα που ακολούθησαν.
Στις 09:53, ο οδηγός, ένας 21χρονος Λιβανέζος σιίτης που είχε περάσει παράνομα στη χώρα, πυροδότησε τον εκρηκτικό μηχανισμό. Τα 275 κιλά εκρηκτικών που έκρυβε το βαν τον εξαΰλωσαν μαζί με κάθε πιθανή μαρτυρία για τα τελευταία εκείνα δευτερόλεπτα πριν από την καταστροφή.
Το κτίριο που στέγαζε την AMIA, το εβραϊκό κοινοτικό κέντρο του Μπουένος Άιρες, κατέρρευσε μέσα σε λίγα λεπτά. Ογδόντα πέντε αθώοι άνθρωποι σκοτώθηκαν. Περίπου 300 τραυματίστηκαν. Πίσω από τον όλεθρο δεν βρισκόταν κάποια «παρεξήγηση» της ιστορίας, αλλά η ψυχρή λογική της ιρανικής εκδίκησης: η οργή της Τεχεράνης για την απροθυμία ή, ακριβέστερα, τη μη συμμόρφωση , της Αργεντινής να προχωρήσει σε μεταφορά πυρηνικής τεχνολογίας.
Πίσω από την επίθεση βρίσκονταν, όπως σχεδόν από την πρώτη στιγμή έδειχναν τα ίχνη, το Ιράν και η Χεζμπολάχ. Οι ίδιοι που είχαν αφήσει το αποτύπωμά τους και δύο χρόνια νωρίτερα, στην επίθεση κατά της πρεσβείας του Ισραήλ στο Μπουένος Άιρες. Και όχι μόνο εκεί. Ήταν ένας κρίκος σε μια μακρά αλυσίδα επιχειρήσεων, δολοφονιών και τρομοκρατίας, από εκείνες που είχαν ήδη διαπραχθεί και από τις πάμπολλες εκείνες που θα ακολουθούσαν στα επόμενα χρόνια, καθώς η Τεχεράνη επένδυε συστηματικά στον τρόμο ως εργαλείο εξωτερικής πολιτικής.
Ώσπου ήρθε η 7η Οκτωβρίου 2023 – η στιγμή που το ιρανικό τρομοκρατικό καθεστώς ξεπέρασε ακόμη και τα δικά του όρια αγριότητας και, μέσα από τη σφαγή, ενεργοποίησε την αντίστροφη μέτρηση. Πρώτα για τη Χεζμπολάχ και τη Xαμάς. Έπειτα για την ίδια την Τεχεράνη των μουλάδων. Και έτσι, ένας – ένας, όσοι επί δεκαετίες υπέγραφαν θάνατο από ασφαλή γραφεία, βρέθηκαν να σβήνουν και οι ίδιοι κάτω από χαλάσματα, μέσα στην ίδια βία που επί χρόνια ασκούσαν στους άλλους.
Στον σχεδόν μισό αιώνα ζωής αυτού του βάρβαρου μορφώματος που φέρει τον αφ’ εαυτού οξύμωρο τίτλο «Ισλαμική Δημοκρατία», η Τεχεράνη έκαψε το συντριπτικά μεγάλο μέρος των εσόδων της όχι για να χτίσει χώρα, αλλά για να χρηματοδοτήσει τρομοκρατία, να τροφοδοτήσει την κούρσα των εξοπλισμών και να υπηρετήσει τη νοσηρή εμμονή της με τα πυρηνικά – όλα στην υπηρεσία ενός σκοπού που ουδέποτε έκρυψε πραγματικά: την καταστροφή του Ισραήλ.
Για να το πετύχει, αγόραζε ό,τι μπορούσε να αγοραστεί: εταιρείες, ακίνητα στα οποία επένδυε για να ξεπλένει βρόμικο χρήμα, διαύλους επιρροής, ακόμη και συνειδήσεις. Ένα από τα πολλά παραδείγματα ο Τζέρεμι Κόρμπιν, πρώην ηγέτης των Βρετανών Εργατικών, ο οποίος παραδέχθηκε ότι έλαβε 20.000 στερλίνες για να εμφανιστεί στο Press TV, το αγγλόφωνο ιρανικό κρατικό κανάλι που εξακολουθεί να διατηρεί στούντιο στο Λονδίνο, να προπαγανδίζει και να στοχοποιεί.
Και όμως, η υπόθεση Κόρμπιν μοιάζει σχεδόν ασήμαντη μπροστά σε όσα κατά καιρούς αποδίδονται σε αυτό το δίκτυο. Το Press TV δεν κατηγορείται μόνο ότι αναπαράγει την προπαγάνδα της Τεχεράνης, αλλά ότι τη μετατρέπει σε εργαλείο στοχοποίησης: μέσα από εκπομπές όπως το Palestine Declassified κατονομάζει εβραϊκές φιλανθρωπικές οργανώσεις, σχολεία, κοινοτικούς φορείς και θρησκευτικούς παράγοντες στη Βρετανία, παρουσιάζοντάς τους ως «γενοκτονικές σιωνιστικές οργανώσεις», ως φορείς «διείσδυσης» στη βρετανική κοινωνία ή ως μηχανισμούς «κακοποίησης» παιδιών μέσω της εκπαίδευσης.
Σε μία εκπομπή, σύμφωνα με τις καταγγελίες, απαριθμήθηκαν δεκατέσσερις εβραϊκές φιλανθρωπικές οργανώσεις ως ύποπτες· σε άλλη, εβραϊκά σχολεία μπήκαν στο στόχαστρο με το επιχείρημα ότι απαιτείται «επείγουσα δράση» εναντίον τους. Εκεί το πράγμα παύει να θυμίζει απλώς ακραία ρητορική. Όταν ένα κρατικό ιρανικό δίκτυο χαρτογραφεί με ονόματα, δομές και διευθύνσεις την εβραϊκή κοινοτική ζωή στη Βρετανία, το αποτέλεσμα είναι μια λίστα προγραφών. Καμία δημοσιογραφία.
Και όταν, το Press TV το οποίο κατηγορείται για στρατολόγηση πληροφοριοδοτών συνεχίζει, παρά την αφαίρεση της άδειάς του από το Ofcom και παρά τις διεθνείς κυρώσεις, να λειτουργεί μέσα από το Λονδίνο, τότε το ερώτημα δεν είναι τι ακριβώς είναι το Press TV, αλλά ποιοι και γιατί το αφήνουν να κινείται ακόμη σε αυτή τη γκρίζα ζώνη.
Μέσα στα πάμπολλα περιστατικά, ήρθε τις προάλλες και ο εμπρησμός των τεσσάρων ασθενοφόρων που ανήκαν σε εβραϊκή φιλανθρωπική οργάνωση στο βόρειο Λονδίνο — οχήματα που εξυπηρετούσαν όποιον είχε ανάγκη, ανεξαρτήτως ταυτότητας. Και τότε η Telegraph έγραψε ξεκάθαρα όσα επί χρόνια ψιθυρίζονταν: για τα ίχνη, για τις διαδρομές, για την αδιανόητη αδράνεια της Downing Street. Οι επίσημες απαντήσεις ήταν οι συνήθεις, ξύλινες, μισές, σχεδόν τελετουργικές. Πίσω όμως από αυτή την ιστορία απλώνεται ένα πολύ μεγαλύτερο τοπίο.
Το παιχνίδι χρηματοδοτείται από δίκτυα Ιρανών στη Δύση, οι οποίοι εμφανίζονται ως «επιχειρηματίες», πίσω από εταιρείες-βιτρίνες και offshore σχήματα, ενώ αποκτούν ακίνητη περιουσία στη Βρετανία και αλλού αξίας εκατοντάδων εκατομμυρίων. Ορισμένα από αυτά τα ακίνητα, όπως αποκάλυψαν έρευνες, είχαν θέα την πρεσβεία του Ισραήλ στο Kensington ενώ κάποια βρέθηκαν να συνδέονται με την οικογένεια Χαμενεΐ και συγκεκριμένα τον Μοτζντάμπα Χαμενεΐ τον νέο αρχηγό, στα χαρτιά τουλάχιστον του καθεστώτος. Το βρετανικό κράτος επέβαλε κυρώσεις σε όσους εντοπίστηκαν, αλλά τα παράθυρα παραμένουν πάντα ανοιχτά για όποιον διαθέτει αμύθητα ποσά και τους κατάλληλους μηχανισμούς για να τα διοχετεύσει.
Αυτά είναι μόνο μερικά από όσα βγήκαν στην επιφάνεια. Το πόσα παραμένουν ακόμη κρυμμένα πίσω από εικονικούς ιδιοκτήτες είναι το πραγματικό ερώτημα. Και ακόμη πιο σκοτεινό είναι το επόμενο: τι θα συμβεί αν το καθεστώς επιβιώσει και βρει ξανά τον χρόνο να κάνει, με μαθηματική ακρίβεια, ακριβώς τα ίδια.

>Ο Χοσεΐν Σαμχανί λ.χ. φέρεται να είχε στήσει δίκτυο νομιμοποίησης και διακίνησης κεφαλαίων με κεντρικό κόμβο το hedge fund Ocean Leonid Investments στο κεντρικό Λονδίνο, μέσα σε ένα πλέγμα που, σύμφωνα με τις αποκαλύψεις, διαχειριζόταν ροές ιρανικού και ρωσικού αργού και συναφείς εμπορικές δραστηριότητες.

>Ο Μπαμπάκ Ζαντζανί, από την άλλη, έστησε τα ανταλλακτήρια κρυπτονομισμάτων Zedcex και Zedxion στο Λονδίνο, πίσω από μια κατασκευασμένη CEO, την “Elizabeth Newman”. Τυπικά εμφανίζονταν ως ανενεργές εταιρείες. Στην πραγματικότητα, σύμφωνα με το αμερικανικό υπουργείο Οικονομικών μία από αυτές είχε διακινήσει πάνω από 94 δισ. δολάρια και περίπου 1 δισ. δολάρια συνδεόταν με τους Φρουρούς της Επανάστασης.

>Ο Αλί Ανσαρί, άλλη κομβική φιγούρα αυτού του πλέγματος, βρέθηκε υπό κυρώσεις και ταξιδιωτικούς περιορισμούς, ενώ οι Financial Times περιέγραψαν πώς είχε στήσει μια ευρωπαϊκή αυτοκρατορία ακινήτων αξίας περίπου 344 εκατ. στερλινών — από ξενοδοχεία και θέρετρα μέχρι εμπορικά κέντρα σε Γερμανία και Ισπανία — μέσω εταιρειών-βιτρινών σε Γερμανία, Λουξεμβούργο, Ολλανδία, Ισπανία και Βρετανία, που στο τέλος κατέληγαν σε εταιρείες βιτρίνες φορολογικών παραδείσων στην Καραϊβική.

>Και στο εμπόριο πετρελαίου, οι ΗΠΑ επέβαλαν πέρσι κυρώσεις στο δίκτυο του Σαλίμ Σαΐντ, κατηγορώντας τον ότι πουλούσε ιρανικό πετρέλαιο ως ιρακινό, με προσμίξεις, πλαστά έγγραφα και μεταφορές από πλοίο σε πλοίο, ενώ αργότερα η Wall Street Journal αποκάλυψε ότι εταιρεία συνδεδεμένη με τον ίδιο είχε επενδύσει και σε ξενοδοχείο στο Λονδίνο.