Στις 20 Φεβρουαρίου 2026 στο Κίεβο, ο Πιέρ Κρένμπυλ, γενικός διευθυντής της Διεθνούς Επιτροπής του Ερυθρού Σταυρού, παραδέχθηκε δημόσια για πρώτη φορά σε συνέντευξή του στο RFE/RL ότι η Ρωσία δεν παρείχε στη ΔΕΣΣΕ «το επίπεδο πρόσβασης που είχαμε ελπίσει» σε Ουκρανούς αιχμαλώτους πολέμου που είχε υπό κράτηση. Όταν ρωτήθηκε γιατί η ΔΕΣΣΕ δεν παίρνει θέση για να καταδικάσει δημόσια τη Μόσχα, ο Κρένμπυλ απάντησε: «Η πεποίθησή μας, βασισμένη σε μια μακρά ιστορία εργασίας σε τέτοιες καταστάσεις, είναι ότι ο διμερής διάλογος – η διακριτική διπλωματία, θα μπορούσε κανείς να πει – λειτουργεί καλύτερα».
Όπως αναφέρει σε νέο του paper ο Όλεγκ Ποστέρνιακ, πολιτικός αναλυτής και μέλος του Συνδέσμου Επαγγελματιών Πολιτικών Συμβούλων στην Ουκρανία (APPC), αυτή η ίδια τακτική, η διακριτική διπλωματία, ήταν αυτή που επηρέασε μία από τις πιο σοβαρές αποφάσεις στην ιστορία του οργανισμού. Το καλοκαίρι του 1942, είχαν φτάσει ήδη στη Γενεύη πληροφορίες για την εξόντωση Εβραίων σε ναζιστικά στρατόπεδα. Η Συνέλευση της ΔΕΣΣΕ συζήτησε ένα προσχέδιο δημόσιας έκκλησης για παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, το ετοίμασε, και αποφάσισε να μην το δημοσιεύσει, θεωρώντας ότι η έκκληση «δεν θα επιτύγχανε τα επιθυμητά αποτελέσματα». Η ΔΕΣΣΕ δεν έκανε καμία δημόσια δήλωση για τη γενοκτονία των Ευρωπαίων Εβραίων για το υπόλοιπο του πολέμου.
Το 1995, ο πρόεδρος της ΔΕΣΣΕ Κορνέλιο Σομαρούγκα, στην τελετή για την πεντηκοστή επέτειο της απελευθέρωσης του Άουσβιτς, παραδέχτηκε ότι ο τρόπος με τον οποίο ο Ερυθρός Σταυρός αντιμετώπισε τα θύματα των στρατοπέδων συγκέντρωσης, ήταν μία από τις πιο σοβαρές αποτυχίες στην ιστορία του οργανισμού. Μεταξύ των δύο «διακριτικών διπλωματιών» βρίσκονται 84 χρόνια και ο ίδιος δογματικός τύπος, επισημαίνει στην ανάλυσή του ο Ποστέρνιακ.
Στις 3 Σεπτεμβρίου 2025, το γραφείο της ΔΕΣΣΕ στο Μπακού διέκοψε τη λειτουργία του. Την απόφαση την έλαβε η κυβέρνηση του Αζερμπαϊτζάν, και ήρθε μετά από μια διαφωνία που διαρκούσε 30 σχεδόν χρόνια, σχετικά με το τι έκανε στην πραγματικότητα η ΔΕΣΣΕ στο Καραμπάχ: «σε έδαφος διεθνώς αναγνωρισμένο ως μέρος του Αζερμπαϊτζάν, ο οργανισμός λειτουργούσε μέσω των δομών της αντιμαχόμενες πλευράς (σ.σ. Αρμενίας) στο Στεπανακέρτ, τηρούσε τα δικά του μητρώα, κατέληγε στις δικές του συμφωνίες, και δεν μετέφερε τις συσσωρευμένες πληροφορίες στο κράτος το οποίο τη φιλοξενούσε», τονίζει ο Ποστέρνιακ.
Η ΔΕΣΣΕ: Ελβετικές ρίζες, παγκόσμια εντολή
Η ΔΕΣΣΕ περιγράφεται συχνά ως ένας υπερεθνικός φορέας με ανθρωπιστικές δραστηριότητες. Νομικά έχει κατοχυρωθεί ως ένας ιδιωτικός ελβετικός οργανισμός με ειδικό διεθνές καθεστώς το οποίο καθορίστηκε στη συμφωνία του 1993 με την Ελβετική Συνομοσπονδία: οι εγκαταστάσεις και τα αρχεία του οργανισμού σε ελβετικό έδαφος είναι απαραβίαστα, το προσωπικό του απολαμβάνει ασυλιών, και εξωτερικά αιτήματα για πρόσβαση σε έγγραφα-ντοκουμέντα, ουσιαστικά αποκλείονται. Το ανώτατο όργανο της ΔΕΣΣΕ – η Συνέλευση – αποτελείται, σύμφωνα με το καταστατικό της, αποκλειστικά από Ελβετούς πολίτες, που επιλέγονται με εσωτερική ψηφοφορία.
Σύμφωνα με τον πολιτικό αναλυτή Ποστέρνιακ, οι επαγγελματικές σταδιοδρομίες των δύο πιο πρόσφατων προέδρων του οργανισμού συνδέονται με το ελβετικό διπλωματικό σώμα: η σημερινή πρόεδρος, Μίριανα Σπόλιαριτς Έγκερ, εντάχθηκε στη ΔΕΣΣΕ τον Οκτώβριο του 2022 απευθείας από το Ελβετικό Ομοσπονδιακό Υπουργείο Εξωτερικών· ο προκάτοχός της Πέτερ Μάουερ ήταν υφυπουργός στο ΥΠΕΞ και Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελβετίας στον ΟΗΕ. Η Ελβετία είναι σημαντικός χρηματοδότης του οργανισμού: το 2024 η συνεισφορά της περιελάμβανε 80 εκατομμύρια ελβετικά φράγκα ως βασική χρηματοδότηση και 56 εκατομμύρια φράγκα για προγράμματα που αφορούν μεμονωμένες χώρες.
Τα όρια της ουδετερότητας
Το καλοκαίρι του 1942 ήταν ήδη γνωστές οι πληροφορίες για τη συστηματική εξόντωση των Εβραίων στην Ευρώπη. Τον Νοέμβριο του ίδιου έτους, ο αντιπρόεδρος Καρλ Μπούρκχαρτ, ο επικεφαλής του οργανισμού κατά τα χρόνια του πολέμου, επιβεβαίωσε σε συνομιλία με τον Αμερικανό πρόξενο Πολ Σκουάιρ ότι ο Χίτλερ είχε διατάξει το Ράιχ να καταστεί «Judenfrei» – «ελεύθερο από Εβραίους». Ο Μπούρκχαρτ πρόσθεσε ότι, εφόσον δεν υπήρχε κάποιο μέρος για να εγκατασταθούν, αυτό θα μπορούσε να σημαίνει μόνο ένα πράγμα.
Το ίδιο καλοκαίρι, με φόντο τον κλιμακούμενο ολοκληρωτικό πόλεμο, η Συνέλευση της ΔΕΣΣΕ προετοίμασε ένα σχέδιο δημόσιας έκκλησης που αναφερόταν σε παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου. Το σχέδιο περιείχε τέσσερα σημεία: τον βομβαρδισμό αμάχων πόλεων, τους ναυτικούς αποκλεισμούς, τις απελάσεις και μαζικές εκτελέσεις αμάχων, και τη μοίρα των αιχμαλώτων πολέμου, οι οποίοι δεν προστατεύονταν από τη Σύμβαση της Γενεύης του 1929. Το κείμενο κοινοποιήθηκε στα μέλη της Επιτροπής για γραπτή διαβούλευση, και στη συνέχεια παρουσιάστηκε στην ολομέλεια στις 14 Οκτωβρίου 1942. Η Συνέλευση έλαβε την απόφαση να μη δημοσιεύσει την έκκληση.
Στο paper του ο Ποστέρνιακ αναφέρει ότι τα πρακτικά της συνεδρίασης και η αλληλογραφία των μελών της Επιτροπής, που εξέτασε ο ιστορικός Ζαν-Κλοντ Φαβέζ, δείχνουν ότι ακόμα και εκείνοι που υποστήριζαν την έκκληση παραδέχονταν ότι ήταν μάταιο, καθώς εκτιμούσαν ότι δεν πρόκειται να είχε ως αποτέλεσμα να σταματήσουν οι διώξεις. Η ηγεσία της ΔΕΣΣΕ δεν ήθελε επίσης να χάσει την πρόσβαση σε Βρετανούς και Αμερικανούς αιχμαλώτους πολέμου σε γερμανικά στρατόπεδα. Ο Φαβέζ, ωστόσο, αφήνει να εννοηθεί ότι ένας τρίτος παράγοντας αποδείχθηκε καθοριστικός: η θέση της ελβετικής κυβέρνησης, που είχε καταστήσει σαφές ότι μια δημόσια έκκληση δεν ήταν κάτι που επιθυμούσε. Η Ελβετία, της οποίας η οικονομία και η ασφάλεια εξαρτώνταν άμεσα από τις σχέσεις της με το γειτονικό Ράιχ, αντιμετώπιζε την ουδετερότητα ως όρο της δικής της επιβίωσης – και η ΔΕΣΣΕ, ένας ιδιωτικός ελβετικός οργανισμός, λειτουργούσε με βάση αυτή τη λογική. Τότε, ο Γερμανικός Ερυθρός Σταυρός βρισκόταν ήδη υπό πλήρη ναζιστικό έλεγχο· οι ηγέτες του, σύμφωνα με την ίδια τη ΔΕΣΣΕ, εμπλέκονταν σε διώξεις.
Σύμφωνα με όσα αποκαλύπτει ο Ποστέρνιακ, η ΔΕΣΣΕ δεν έκανε καμία δημόσια δήλωση για τη γενοκτονία των Ευρωπαίων Εβραίων για το υπόλοιπο του πολέμου. Το 1995, ο πρόεδρος της ΔΕΣΣΕ Κορνέλιο Σομαρούγκα, στην τελετή για την πεντηκοστή επέτειο της απελευθέρωσης του Άουσβιτς, παραδέχθηκε ότι ο τρόπος με τον οποίο ο Ερυθρός Σταυρός αντιμετώπισε τα θύματα των στρατοπέδων συγκέντρωσης, ήταν μία από τις πιο σοβαρές αποτυχίες στην ιστορία του οργανισμού. Η ίδια η ΔΕΣΣΕ το περιγράφει ως τέτοιο. «Μεταξύ εκείνης της σιωπής και του τύπου της «διακριτικής διπλωματίας» στην οποία επέστρεψε ο Πιέρ Κρένμπυλ τον Φεβρουάριο του 2026, έχουν περάσει 84 χρόνια, με την ίδια δογματική λογική να παραμένει: η εμπιστευτικότητα ως όρος πρόσβασης, η πρόσβαση ως ύψιστη αξία, η σιωπή ως τίμημα», καταλήγει ο Ουκρανός πολιτικός αναλυτής.
Η ιστορία του Καραμπάχ
Ο Ποστέρνιακ αναφέρεται και στις ενέργειες της ΔΕΣΣΕ στον Νότιο Καύκασο, όπου και απέκτησε παρουσία το 1992. Όπως τονίζει, «μέχρι το 1994 ο οργανισμός είχε συνάψει Μνημόνιο Συνεργασίας με τις de facto αρχές του μη αναγνωρισμένου καθεστώτος στο Στεπανακέρτ. Η ύπαρξη αυτής της συμφωνίας επιβεβαιώνεται στην ιστοσελίδα του Υπουργείου Εξωτερικών της Αρμενίας, όπου αναφέρεται ρητά ότι «ένα Μνημόνιο Κατανόησης συνήφθη μεταξύ του Αρτσάχ και της ΔΕΣΣΕ το 1994».
Σύμφωνα με έκθεση του 2007 της Κοινοβουλευτικής Συνέλευσης του Συμβουλίου της Ευρώπης, μέχρι εκείνο το σημείο η ΔΕΣΣΕ είχε «γραφεία στο Ερεβάν, το Μπακού, την Τιφλίδα και μόνιμη παρουσία στις περιοχές του Ναγκόρνο-Καραμπάχ, της Αμπχαζίας και της Νότιας Οσετίας». Η ίδια έκθεση καταγράφει ένα άλλο χαρακτηριστικό του μοντέλου: η ΔΕΣΣΕ διατηρούσε μια ξεχωριστή επιτροπή για αγνοούμενους στο Ναγκόρνο-Καραμπάχ, η οποία συνεργαζόταν στενά με την αρμενική επιτροπή και δεν είχε καμία αλληλεπίδραση με την αζέρικη.
«Στο σχέδιο για τον εντοπισμό των αγνοουμένων σε έδαφος διεθνώς αναγνωρισμένο ως μέρος του Αζερμπαϊτζάν, η αζέρικη πλευρά τοποθετήθηκε εκτός του άξονα Καραμπάχ. Στην πράξη, αυτή η επιλογή σήμαινε την παράκαμψη της κυριαρχίας του Αζερμπαϊτζάν, για ανθρωπιστικούς λόγους», σημειώνει ο Όλεγκ Ποστέρνιακ, πολιτικός αναλυτής και μέλος του Συνδέσμου Επαγγελματιών Πολιτικών Συμβούλων στην Ουκρανία.
Κατά τη διάρκεια περισσότερων από τριάντα ετών δράσης στο Αζερμπαϊτζάν, η ΔΕΣΣΕ πραγματοποίησε 1.376 επισκέψεις σε σημεία κράτησης, παρακολούθησε 2.261 κρατουμένους, και κατέγραψε περίπου 4.000 υποθέσεις αγνοουμένων. Η κλίμακα του έργου ήταν σημαντική. Σύμφωνα με δεδομένα από την Κρατική Επιτροπή του Αζερμπαϊτζάν για Αιχμαλώτους Πολέμου, Ομήρους και Αγνοούμενα Άτομα, από το 1998 μέχρι το 2001, αντιπρόσωποι της ΔΕΣΣΕ επισκέφθηκαν 54 Αζέρους πολίτες που κρατούνταν ,από τα μέρη της σύγκρουσης του Καραμπάχ. Δεκαεφτά σοροί επιστράφηκαν στη συνέχεια, τριάντα τρία άτομα δηλώθηκαν ότι πέθαναν σε αιχμαλωσία, αλλά τα λείψανά τους δεν παραδόθηκαν ποτέ, ενώ η μοίρα τεσσάρων παραμένει άγνωστη μέχρι σήμερα. Όσο για το τι ακριβώς είναι γνωστό για τη μοίρα αυτών των ανθρώπων μετά τις επισκέψεις των αντιπροσώπων, η ΔΕΣΣΕ δεν έχει μιλήσει δημόσια.
Ο Ποστέρνιακ σημειώνει χαρακτηριστικά ότι η απόκλιση στα αρχεία τεκμηριώνεται στην ίδια έκθεση του Συμβουλίου της Ευρώπης. Τον Ιούνιο του 2006, η Κρατική Επιτροπή κατέγραφε 4.604 άτομα αγνοούμενα ως αποτέλεσμα της σύγκρουσης του Καραμπάχ, ενώ η ΔΕΣΣΕ για την ίδια περίοδο κατέγραφε 3.247 αγνοούμενους.
Για αυτή τη διαφορά στον αριθμό των 1.357 ατόμων μεταξύ των δύο καταλόγων δεν έχει δοθεί εξήγηση από τον οργανισμό, εδώ και δύο δεκαετίες, υπογραμμίζει ο Ποστέρνιακ. Το 2024, η αζέρικη πλευρά ζήτησε δημόσια τη βοήθεια της Αρμενίας για τον εντοπισμό των θέσεων ομαδικών τάφων σε εδάφη που είχαν παραμείνει υπό αρμενικό έλεγχο επί τριάντα χρόνια. Σύμφωνα με την Κρατική Επιτροπή, πληροφορίες για τις θέσεις ταφής – συμπεριλαμβανομένων των 33 πολιτών που πέθαναν σε αιχμαλωσία το 1998–2001 – δεν είχαν μεταφερθεί τη στιγμή του αιτήματος. Η ΔΕΣΣΕ, που είχε στην κατοχή της τα σχετικά αρχεία, δεν πήρε καμία δημόσια θέση για το αίτημα, αναφέρει ο Ουκρανός αναλυτής
Το 2022–2023 ο διάδρομος Λατσίν έγινε το βασικό σημείο διαφωνίας για το Καραμπάχ: η ΔΕΣΣΕ μιλούσε για εμπόδια στην πρόσβαση, το Αζερμπαϊτζάν για έλεγχο της διαδρομής και κατάχρηση της διαδικασίας στο πλαίσιο των ανθρωπιστικών δράσεων. Όπως αναφέρει ο πολιτικός αναλυτής Ποστέρνιακ, αζέροι συνοριοφύλακες κατά τη διάρκεια του 2023 κατέγραψαν πολλές φορές στο σημείο ελέγχου του Λατσίν οχήματα που έφεραν το έμβλημα της ΔΕΣΣΕ και μετέφεραν φορτίο άσχετο με την ανθρωπιστική εντολή: κινητά τηλέφωνα, τσιγάρα και βενζίνη. Σε δήλωση της 11ης Ιουλίου 2023, ο οργανισμός επιβεβαίωσε τα περιστατικά: τέσσερις μισθωμένοι οδηγοί είχαν χρησιμοποιήσει το έμβλημα του οργανισμού στα δικά τους οχήματα για τη μεταφορά εμπορικών αγαθών· οι συμβάσεις τους καταγγέλθηκαν, κάθε φορά μόνο αφού ένα νέο περιστατικό είχε καταγραφεί στο σημείο ελέγχου. «Το έμβλημα του Ερυθρού Σταυρού είναι σύμβολο προστατευόμενο από το διεθνές δίκαιο που ανοίγει πρόσβαση σε μέρη όπου οι κοινοί μεταφορείς δεν γίνονται δεκτοί· η εμφάνισή του σε οχήματα που μεταφέρουν εμπορικό φορτίο δεν είναι ιδιωτική πρωτοβουλία ενός οδηγού αλλά αποτυχία ελέγχου του ίδιου του μέσου της ανθρωπιστικής πρόσβασης», εξηγεί ο Ποστέρνιακ.
Ουκρανία: Πέντε χρόνια ανισορροπίας
Στις πρώτες εβδομάδες της ρωσικής εισβολής τον Φεβρουάριο του 2022, η ΔΕΣΣΕ απομάκρυνε το προσωπικό της από τη Μαριούπολη, ενώ εργαζόμενοι σε άλλους ανθρωπιστικούς οργανισμούς που έμειναν στην πόλη σκοτώθηκαν. Τον Μάρτιο του 2022, ο πρόεδρος της ΔΕΣΣΕ Πέτερ Μάουερ ταξίδεψε στη Μόσχα και συναντήθηκε με τον Ρώσο υπουργό Εξωτερικών Σεργκέι Λαβρόφ. Πλάνα του Μάουερ να κάνει χειραψία με τον Λαβρόφ την ώρα που ήταν σε εξέλιξη η καταστροφή της Μαριούπολης, σε συνδυασμό με τις αναφορές που είδαν το φως της δημοσιότητας για τη βίαιη απομάκρυνση Ουκρανών στη Ρωσία, προκάλεσαν θύελλα διαμαρτυρίας στην Ουκρανία. Το προσωπικό της ΔΕΣΣΕ, όπως ανέφερε το The New Humanitarian, περιέγραψε την επίσκεψη εσωτερικά ως «faux pas» – ένα διπλωματικό λάθος. Κατά τη διάρκεια του ίδιου ταξιδιού, ο Μάουερ ζήτησε από τον Λαβρόφ άδεια να ανοίξει η ΔΕΣΣΕ γραφείο στο Ροστόφ-του-Ντον – τον κύριο προορισμό για Ουκρανούς που απομακρύνθηκαν από τη Μαριούπολη. «Αυτό το αίτημα μετέτρεψε αυτό που θεωρούνταν ως μια μικρή δυσαρέσκεια, σε ανοιχτή κρίση εμπιστοσύνης», σημειώνεται χαρακτηριστικά στο paper του Ουκρανού αναλυτή.
Τον Νοέμβριο του 2022, στη σύνοδο κορυφής της G20 που έλαβε χώρα στο Μπαλί, ο Ουκρανός πρόεδρος Βολοντίμιρ Ζελένσκι δήλωσε δημόσια ότι η Ουκρανία «δεν βρήκε στήριξη από τη ΔΕΣΣΕ» στα ζητήματα των απελαθέντων παιδιών και του στρατιωτικού προσωπικού που κρατείται αιχμάλωτο, και επέκρινε τη στάση του οργανισμού, ότι οδηγεί στην «αυτοκαταστροφή του Ερυθρού Σταυρού ως οργανισμού που κάποτε ήταν σεβαστός». Μέχρι εκείνο το σημείο, σύμφωνα με την ουκρανική πλευρά, η Ρωσία είχε ήδη απομακρύνει χιλιάδες ουκρανικά παιδιά από την Ουκρανία – πολλά από αυτά τέθηκαν για υιοθεσία σε ρωσικές οικογένειες, έλαβαν ρωσική υπηκοότητα και τους δόθηκαν νέα ονόματα. Μέχρι την άνοιξη του 2023, η ΔΕΣΣΕ δεν έκανε καμία δημόσια δήλωση για το θέμα. Τον Μάρτιο του 2023, το Διεθνές Ποινικό Δικαστήριο εξέδωσε εντάλματα σύλληψης για τον Πούτιν και την Ρωσίδα Επίτροπο για τα Δικαιώματα του Παιδιού, Μαρία Λβόβα-Μπελόβα, συγκεκριμένα για την απέλαση και βίαιη μεταφορά παιδιών. Μόνο μετά από αυτό η ΔΕΣΣΕ επιβεβαίωσε ότι «είχε ξεκινήσει συζητήσεις» με τη Ρωσία για το θέμα των παιδιών.
Μέχρι το 2026, το ζήτημα δεν είχε επιλυθεί. Τον Μάρτιο του 2026, η Ανεξάρτητη Διεθνής Επιτροπή Έρευνας του ΟΗΕ για την Ουκρανία διαπίστωσε ότι η απέλαση ουκρανικών παιδιών ισοδυναμούσε με έγκλημα κατά της ανθρωπότητας και ότι το 80% των παιδιών στις περιπτώσεις που είχαν καταγραφεί, δεν είχαν επιστρέψει στις εστίες τους. Το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο, στο ψήφισμά του τον Μάιο 2025, ανέφερε ρητά ότι η ΔΕΣΣΕ «δεν εκπληρώνει την αποστολή της» στη Ρωσία και στα κατεχόμενα εδάφη. «Σε ένα ζήτημα που διεθνείς θεσμοί χαρακτηρίζουν ως έγκλημα κατά της ανθρωπότητας, ένας οργανισμός του οποίου η εντολή απαιτεί ρητά να προστατεύει αμάχους σε κατεχόμενα εδάφη, δεν έχει πάρει ακόμα καμία δημόσια θέση», υπογραμμίζεται χαρακτηριστικά στο paper του ουκρανού αναλυτή.
Όταν η ουδετερότητα αποτυγχάνει
Ο Όλεγκ Ποστέρνιακ, πολιτικός αναλυτής και μέλος του Συνδέσμου Επαγγελματιών Πολιτικών Συμβούλων στην Ουκρανία, καταλήγει πως η ΔΕΣΣΕ είναι γνωστή ότι έχει στόχο την πρόσβαση σε ανθρωπιστική δράση, με τη διεθνή κοινότητα να δείχνει εμπιστοσύνη. «Μόλις αυτή η εμπιστοσύνη καταρρεύσει, το μοντέλο παύει να λειτουργεί – ανεξάρτητα από το αν κατοχυρώνεται στις Συμβάσεις της Γενεύης», σημειώνει χαρακτηριστικά.
Και αναφέρει συγκεκριμένα ότι το 1942, η ΔΕΣΣΕ παρέμενε σιωπηλή για ένα έγκλημα που ήδη γνώριζε, στο Αζερμπαϊτζάν μετά από 30 χρόνια παρουσίας έκλεισε την αντιπροσωπεία της, ενώ στην Ουκρανία, οι αρχές χαρακτηρίζουν δημοσίως τη σιωπή του οργανισμού ως συνενοχή σε εγκλήματα. «Τρεις καταστάσεις, ένα δόγμα, ένα αποτέλεσμα: ο οργανισμός χάνει αυτό επάνω στο οποίο βασίζεται ο λόγος ύπαρξής του», τονίζει ο Ποστέρνιακ.
Και συνεχίζει υπογραμμίζοντας ότι «η διπλωματική απόφαση του Μπακού την άνοιξη του 2025 δεν έμοιαζε με ξαφνική πράξη εκδίκησης – ήρθε ως αποτέλεσμα μιας μακρόχρονης διάβρωσης των ορίων μεταξύ ανθρωπιστικής παρουσίας και πολιτικής παρέμβασης. Η ΔΕΣΣΕ έχει φύγει από το Αζερμπαϊτζάν, τα αρχεία της αποστολής Καραμπάχ παραμένουν υπό ελβετική νομική προστασία. Στην Ουκρανία, ο τύπος της «διακριτικής διπλωματίας» στον οποίο επέστρεψε ο Πιέρ Κρένμπυλ τον Φεβρουάριο του 2026 συνεχίζει να διέπει τη λογική λειτουργίας του οργανισμού, τη στιγμή που ένα κράτος-μέλος του ΟΗΕ περιγράφει δημόσια αυτή τη σιωπή ως συνενοχή σε εγκλήματα».