Την εκτίμηση ότι ο Ντόναλντ Τραμπ δεν επιθυμεί νέο γύρο στρατιωτικής σύγκρουσης με το Ιράν, αλλά τίποτα δεν τελείωσε και τίποτα δεν έχει αποκλείσει καθόλου αυτή την επιλογή, διατυπώνει ο Έλιοτ Άμπραμς, ένας από τους πλέον έμπειρους Ρεπουμπλικανούς αξιωματούχους στην αμερικανική πολιτική για τη Μέση Ανατολή.

Ο Άμπραμς, ανώτερος συνεργάτης για θέματα Μέσης Ανατολής στο Council on Foreign Relations, έχει διατελέσει υφυπουργός Εξωτερικών αρμόδιος για διεθνείς οργανισμούς, αναπληρωτής βοηθός του Προέδρου και αναπληρωτής σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας στον Λευκό Οίκο επί Τζορτζ Μπους, με εποπτεία της αμερικανικής πολιτικής για τη Μέση Ανατολή, καθώς και ειδικός απεσταλμένος των ΗΠΑ για το Ιράν και τη Βενεζουέλα στην πρώτη κυβέρνηση Τραμπ.

Αναφερόμενος στο ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, ο Άμπραμς εμφανίζεται υποστηρικτικός ως προς τη βασική επιδίωξη του Αμερικανού προέδρου: να μη φτάσει το Ιράν στην απόκτηση πυρηνικού όπλου. «Πέντε ή έξι πρόεδροι στη σειρά έχουν πει ότι το Ιράν δεν μπορεί να αποκτήσει πυρηνικό όπλο, αλλά δεν προσπάθησαν πραγματικά να το σταματήσουν», εξηγεί. Στην ίδια κατηγορία εντάσσει και τη συμφωνία του 2015, την JCPOA, την οποία χαρακτηρίζει ουσιαστικά συμφωνία αναβολής και όχι ματαίωσης του ιρανικού πυρηνικού προγράμματος. «Απλώς το έσπρωξε πιο πέρα», σημειώνει, υπενθυμίζοντας ότι ο χρονικός ορίζοντας της συμφωνίας θα έφτανε περίπου τώρα στο τέλος του, ούτως ή άλλως.

Κατά τον Άμπραμς, ο Τραμπ έχει μία σταθερή θέση για το Ιράν από την αρχή της πολιτικής του διαδρομής. «Αν πάτε πίσω στη δήλωσή του όταν μπήκε στην προεδρική κούρσα, ανέφερε το Ιράν», λέει. «Αυτό εννοούσε κεντρικά: το Ιράν δεν μπορεί να αποκτήσει πυρηνικό όπλο». Αυτή η θέση, κατά την εκτίμησή του, εξηγεί και τα αμερικανικά πλήγματα κατά του ιρανικού προγράμματος.

Επικρίσεις για το One Man Show

Επισημαίνει παράλληλα ότι δεν είναι κατ’ ανάγκην η στρατηγική επιδίωξη, αλλά η διαδικασία. Ο πρώην αναπληρωτής Σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας του Λευκού Οίκου μιλά για διαδικαστική αποτυχία και όχι απαραίτητα για ουσιαστική, όπως, αποτυχία αυτή την περίοδο. Περιγράφει μια κυβέρνηση στην οποία η κλασική λειτουργία του Συμβουλίου Εθνικής Ασφαλείας έχει αποδυναμωθεί, με τον ίδιο άνθρωπο να λειτουργεί ταυτόχρονα ως υπουργός Εξωτερικών και σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας, και με μικρότερο ρόλο για τις υπηρεσίες, το Πεντάγωνο, τη CIA και τους τεχνοκράτες που συνήθως δοκιμάζουν εναλλακτικά σενάρια.

Σε προηγούμενες κυβερνήσεις, εξηγεί, υπήρχε μια διαδικασία δεκαετιών, όπου οι επιλογές περνούσαν από αλεπάλληλες συσκέψεις και οι αρμόδιοι ρωτούσαν: «ναι, αλλά τι γίνεται αν συμβεί αυτό;» ή «τι γίνεται αν προκύψει εκείνο;». Σήμερα, κατά την εκτίμησή του, αυτός ο μηχανισμός δεν λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο. «Δεν νομίζω ότι αυτή η διαδικασία υπάρχει σε αυτή την κυβέρνηση», αναφέρει

Αυτό έχει ιδιαίτερη σημασία για τα Στενά του Χορμούζ. Ο Άμπραμς λέει ότι πριν από περίπου έναν μήνα θεωρούσε πιθανή μια πολύ απλή συμφωνία γύρω από το Χορμούζ: οι Ηνωμένες Πολιτείες να σταματήσουν τον αποκλεισμό ιρανικών λιμανιών και το Ιράν να αποδεχθεί ότι τα Στενά αποτελούν διεθνή θαλάσσια οδό. Τότε, όπως εκτιμούσε, ο Τραμπ θα μπορούσε να δηλώσει ότι «κατέστρεψε το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα», ότι «τα Στενά είναι ανοικτά» και ότι «τελειώσαμε», ενδεχομένως ακόμη και χωρίς εκτενές γραπτό κείμενο.

Όμως, όπως λέει, η Τεχεράνη δεν φαίνεται να αποδέχεται μια τέτοια απλή φόρμουλα. Αντιθέτως, επιχειρεί να αξιοποιήσει το Χορμούζ ως εργαλείο πίεσης και οικονομικού οφέλους. «Οι Ιρανοί φαίνεται να θέλουν να βγάλουν χρήματα από αυτό το πλαίσιο», λέει, αναφερόμενος στην επιδίωξη της Τεχεράνης να διατηρήσει μορφές ελέγχου ή οικονομικής εκμετάλλευσης της διέλευσης.

Τι γίνεται με το Ουράνιο

Παράλληλα, ο Τραμπ έχει επανειλημμένα ανεβάσει τον πήχη, ζητώντας την απομάκρυνση από το Ιράν των περίπου 440 κιλών ουρανίου υψηλού εμπλουτισμού. Ο ανώτερος συνεργάτης σήμερα Council on Foreign Relations Άμπραμς εκτιμά ότι εάν υπάρξει κάποια τελική, όχι προσωρινή συμφωνία, το στοιχείο αυτό πιθανότατα θα περιληφθεί. Στην ερώτηση τι θα γίνει με το ουράνιο, απαντά ότι είτε θα μεταφερθεί εκτός Ιράν είτε θα υποστεί μείωση εμπλουτισμού, με επιθεωρήσεις του Διεθνούς Οργανισμού Ατομικής Ενέργειας.

Το πρόβλημα, συνεχίζει, δεν είναι αυτό καθαυτό το ουράνιο αλλά το τι θα ζητήσει η Τεχεράνη ως αντάλλαγμα. Ερωτηθείς τι εννοεί απαντά πως κατά τη δική του εκτίμηση οι Ιρανοί θα επιχειρήσουν να λάβουν την τελική άρση κυρώσεων, αποδέσμευση παγωμένων κεφαλαίων ή μεγαλύτερη δυνατότητα εξαγωγής πετρελαίου. Αυτό, προειδοποιεί, θα ήταν επικίνδυνο.

«Ξέρουμε τι κάνουν με τα χρήματα», αναφέρει. «Θα τα χρησιμοποιήσουν για τους πληρεξουσίους τους. Θα τα χρησιμοποιήσουν για να ξαναχτίσουν πλευρές του πυραυλικού, του drone και, τελικά, του πυρηνικού τους προγράμματος. Θα τα χρησιμοποιήσουν για να καταστείλουν τον ιρανικό λαό». Γι’ αυτό, όπως τονίζει, «μια συμφωνία που ανταμείβει οικονομικά το καθεστώς βοηθά, το βοηθά να κινείται εναντίον του ιρανικού λαού».

Δεν εξηγείται αλλιώς το 60%

Ο Έλιοτ Άμπραμς στέκεται ιδιαίτερα στο επίπεδο εμπλουτισμού ουρανίου. Υπενθυμίζει ότι, κατά την εκτίμησή του, «καμία χώρα δεν έχει εμπλουτίσει ουράνιο στο 60% χωρίς να προχωρήσει στην ανάπτυξη πυρηνικού όπλου». Τονίζει επίσης ότι για ειρηνική πυρηνική ενέργεια αρκεί εμπλουτισμός περίπου 3,67%, άρα δεν υπάρχει πειστική τεχνική ή πολιτική εξήγηση για τα ιρανικά επίπεδα εμπλουτισμού πέραν της στρατιωτικής διάστασης.

Παρά ταύτα, ο πρώην Αμερικανός αξιωματούχος εκτιμά ότι η ικανότητα του Ιράν να εμπλουτίσει ουράνιο έχει πληγεί πολύ σοβαρά. Οι αμερικανικές επιθέσεις, μαζί με την εξουδετέρωση επιστημόνων και την καταστροφή τμημάτων της αμυντικής βιομηχανικής βάσης, έχουν περιορίσει σημαντικά την τεχνογνωσία και την πρακτική δυνατότητα του καθεστώτος. «Δεν μπορείς να βομβαρδίσεις τη γνώση», λέει χαρακτηριστικά, «αλλά μπορείς να βομβαρδίσεις την τεχνογνωσία».

Για τον Τραμπ, όμως, το πολιτικό πρόβλημα είναι διπλό. Από τη μία, δεν θέλει να βυθιστεί σε έναν μακρό πόλεμο. Ο Άμπραμς υπενθυμίζει ότι οι προηγούμενες χρήσεις βίας από τον Τραμπ ήταν σύντομες και στοχευμένες: η εξουδετέρωση του Κασέμ Σολεϊμανί, η επιχείρηση «Midnight Hammer» και η Βενεζουέλα. Δεν πρόκειται, κατά την εκτίμησή του, για πρόεδρο που θέλει να εμπλακεί σε σύγκρουση μηνών.

Από την άλλη, εάν οι διαπραγματεύσεις παραμείνουν στάσιμες, ο Τραμπ μπορεί να αποφασίσει ότι κάτι πρέπει να αλλάξει και να διατάξει νέο γύρο πληγμάτων. «Δεν νομίζω ότι θέλει να το κάνει», λέει ο Άμπραμς. «Αλλά οι Ιρανοί κάνουν λάθος αν πιστεύουν ότι αυτό είναι πλέον αδύνατο. Δεν είναι αδύνατο». Σημειώνει, μάλιστα, ότι δεν έχει υπάρξει κίνηση ουσιαστικής μείωσης των αμερικανικών δυνάμεων στην περιοχή. «Μπορούμε να το ξανακάνουμε αμέσως», προσθέτει.

Στο εσωτερικό των ΗΠΑ όμως, προσθέτει, ο Τραμπ έχει και άλλη πίεση: την ίδια του την κριτική κατά του Ομπάμα. Εάν υπογράψει συμφωνία που απλώς αναβάλλει το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα, δεν περιορίζει πυραύλους και drones και αποδεσμεύει σημαντικά κεφάλαια για την Τεχεράνη, θα κατηγορηθεί από Ρεπουμπλικανούς ότι καταλήγει σε κάτι όχι πολύ διαφορετικό από την JCPOA που ο ίδιος πολέμησε.

Ο Άμπραμς σημειώνει ότι ο Τραμπ είναι πολύ ευαίσθητος σε αυτή την κριτική. Διότι πολλοί Ρεπουμπλικανοί επιτέθηκαν στη συμφωνία Ομπάμα επειδή «απλώς ανέβαλε το ιρανικό πυρηνικό πρόγραμμα» και δεν κάλυπτε το πυραυλικό πρόγραμμα. Εάν ο Τραμπ δεχθεί μια συμφωνία με τα ίδια βασικά κενά, η σύγκριση θα είναι πολιτικά δύσκολη.

Μη ρεαλιστικά τα «Αβρααμικά» σενάρια

Για τη Σαουδική Αραβία και τις Συμφωνίες του Αβραάμ, ο σύμβουλος δύο Αμερικανών Προέδρων είναι σαφής: θεωρεί εντελώς μη ρεαλιστικό να αναμένεται άμεση προσχώρηση του Ριάντ ή άλλων χωρών υπό τις σημερινές συνθήκες. «Είναι απολύτως μη ρεαλιστικό», λέει. Εκτιμά ότι ένας πιο κανονικός μηχανισμός λήψης αποφάσεων θα είχε προειδοποιήσει τον πρόεδρο Τραμπ να μη θέσει τέτοια απαίτηση τώρα η οποία δεν μπορεί να πραγματωθεί

Το συνολικό του συμπέρασμα; Είναι ότι η Ουάσιγκτον βρίσκεται σε μια κρίσιμη, όπως λέει, αλλά αβέβαιη καμπή. Μπορεί να υπάρξει οριστική συμφωνία, μπορεί να παραταθεί το αδιέξοδο, μπορεί όμως, ναι, και να υπάρξει νέος γύρος στρατιωτικής δράσης. 

Στον πυρήνα της ανάλυσής του βρίσκεται μια απλή προειδοποίηση: το Ιράν δεν πρέπει να ανταμειφθεί για μια πυρηνική απειλή που το ίδιο δημιούργησε, και οι Ηνωμένες Πολιτείες δεν πρέπει να καταλήξουν σε μια συμφωνία που θα αναζωογονήσει οικονομικά το καθεστώς, τους πληρεξουσίους του και τις στρατιωτικές του δυνατότητες. 

«Χωρίς αφοπλισμό Χαμάς δεν προχωρά η Γάζα»

Σαφές μήνυμα ότι καμία διαδικασία για την επόμενη μέρα στη Γάζα δεν μπορεί να προχωρήσει χωρίς τον αφοπλισμό της τρομοκρατικής οργάνωσης Χαμάς στέλνει ο Έλιοτ Άμπραμς.

«Το κεφάλαιο είναι σίγουρα μπλοκαρισμένο και θα παραμείνει μπλοκαρισμένο, εκτός εάν προχωρήσει ο αφοπλισμός της Χαμάς», λέει. Στο ερώτημα ποιος είναι διατεθειμένος να το κάνει, η απάντησή του είναι απλή: «Ο IDF. Τελεία».

Κατά τον πρώην αξιωματούχο του Λευκού Οίκου, η αμερικανική πολιτική κινείται στη σωστή βάση: «Η Χαμάς είναι εχθρός όλων μας και είναι εχθρός του λαού της Γάζας», υπογραμμίζει. Γι’ αυτό, όπως λέει, το Ισραήλ πρέπει να μπορεί να προστατεύεται και να διατηρεί στρατιωτική θέση που αποδυναμώνει τη Χαμάς.

Όχι για Λίβανο σε συμφωνία για το Ιράν

Τον κίνδυνο να επιχειρήσει το Ιράν να συνδέσει τη διαπραγμάτευση για το πυρηνικό του πρόγραμμα και τα Στενά του Χορμούζ με το μέτωπο του Λιβάνου επισημαίνει ο Έλιοτ Άμπραμς, προειδοποιώντας ότι μια τέτοια σύνδεση θα εξυπηρετούσε αποκλειστικά και μόνο την Τεχεράνη και κατ’ επέκταση τη Χεζμπολάχ.

Ο πρώην αναπληρωτής σύμβουλος Εθνικής Ασφάλειας των ΗΠΑ είναι κατηγορηματικός: εάν υπάρξει συμφωνία ή κατάπαυση του πυρός με το Ιράν, δεν πρέπει να περιλαμβάνει τον Λίβανο ούτε να περιορίζει το Ισραήλ στην αντιμετώπιση της τρομοκρατικής οργάνωσης Χεζμπολάχ. «Δεν συζητούμε τον Λίβανο», λέει ότι πρέπει να είναι το μήνυμα της Ουάσιγκτον. «Εάν υπάρξει συμφωνία κατάπαυσης του πυρός, τελική συμφωνία, δεν θα έχει μέσα τη λέξη Λίβανος».

Είναι όμως ένα ενδεχόμενο; Μια τέτοια σύνδεση αποτελεί «ιρανικό όνειρο», σημειώνει. Όπως εξηγεί, δεν είναι κάτι που θέλει η λιβανική κυβέρνηση, δεν είναι κάτι που θέλει το Ισραήλ και δεν είναι κάτι που πρέπει να επιτρέψουν οι Ηνωμένες Πολιτείες. «Δεν επιτίθενται στο κράτος του Λιβάνου· επιτίθενται στη Χεζμπολάχ», τονίζει για τα ισραηλινά πλήγματα, προσθέτοντας ότι η Χεζμπολάχ ήταν εκείνη που έσυρε τον Λίβανο στη σύγκρουση.

Στήριξη Βηρυτού αλλά…

Στο ερώτημα πώς μπορεί να σπάσει ο δεσμός Ιράν – Χεζμπολάχ – Λιβάνου, απαντά ότι το πρώτο βήμα είναι η πολιτική και διπλωματική στήριξη της λιβανικής κυβέρνησης. Το δεύτερο, συνεχίζει, είναι η συνέχιση της στήριξης προς τις Ένοπλες Δυνάμεις του Λιβάνου. Όμως, αυτή η στήριξη δεν μπορεί να είναι άνευ όρων. «Ή το Ιράν και η Χεζμπολάχ θα κυβερνούν τον Λίβανο ή η κυβέρνηση του Λιβάνου», λέει.

Η λιβανική ηγεσία έχει κάνει σωστές δηλώσεις, αναγνωρίζει`. «Ρητορικά, βρίσκονται στο σωστό σημείο», σημειώνει. Το πρόβλημα, όμως, είναι ότι εξακολουθεί να αποφεύγει την πραγματική αντιπαράθεση με τη Χεζμπολάχ. Το επιχείρημα ότι μια τέτοια σύγκρουση μπορεί να οδηγήσει σε εμφύλιο, λέει, δεν μπορεί να αποτελεί μόνιμο άλλοθι. «Δεν ξέρεις τι θα έχεις μέχρι να αρχίσεις να προσπαθείς», τονίζει. «Δεν μπορείς να επιτρέψεις στον εαυτό σου να εκφοβίζεται πλήρως από τη Χεζμπολάχ, αλλιώς δεν θα ανακτήσεις ποτέ την κυριαρχία πάνω στη χώρα σου».

Για τις επαφές Ισραήλ – Λιβάνου στην Ουάσιγκτον, εμφανίζεται συγκρατημένα αισιόδοξος. Εκτιμά ότι τα ζητήματα της χερσαίας μεθορίου, των θαλάσσιων γραμμών και της ενέργειας μπορούν να λυθούν γρήγορα σε τεχνικό επίπεδο. Το κρίσιμο, όμως, δεν είναι διπλωματικό. Είναι, δηλώνει σε δραματικό τόνο εάν ο πρόεδρος, ο πρωθυπουργός και ο στρατός του Λιβάνου είναι έτοιμοι «να πάρουν ρίσκα, ίσως και να πολεμήσουν, για να πάρουν πίσω τη χώρα τους».