Το μεγάλο πρόβλημα του Ισραήλ στον Λίβανο δεν είναι να αποτιμήσει τι κατάφερε να καταστρέψει. Είναι τι δεν κατάφερε ακόμη να εξουδετερώσει. Αυτή είναι, στην ουσία, η ψυχρή ανάγνωση του Γιάκοβ Κατζ για τη σύγκρουση με τη Χεζμπολάχ: το Ισραήλ έχει κερδίσει μάχες, έχει σκοτώσει τα ηγετικά στελέχη, έχει καταστρέψει υποδομές, έχει πλήξει βαθιά την τρομοκρατική οργάνωση. Όμως η Χεζμπολάχ παραμένει εκεί. Συνεχίζει να εκτοξεύει ρουκέτες, να χρησιμοποιεί drones και το πιο κρίσιμο για την ισραηλινή κοινωνία, να σκοτώνει στρατιώτες.

Ο Κατζ δεν είναι ένας ακόμη σχολιαστής. Πρώην στρατιωτικός συντάκτης και αρχισυντάκτης της Jerusalem Post, συγγραφέας βιβλίων για τη στρατιωτική τεχνολογία του Ισραήλ, τον μυστικό πόλεμο με το Ιράν και τις αποτυχίες της 7ης Οκτωβρίου, υπήρξε επίσης σύμβουλος του πρώην πρωθυπουργού Ναφτάλι Μπένετ. 

Η ανάγνωσή του έχει βάρος ακριβώς επειδή συνδυάζει γνώση του στρατιωτικού πεδίου, πολιτική εμπειρία και διάθεση να πει αυτό που συχνά αποφεύγεται: ότι η εικόνα μιας καθαρής νίκης στον Λίβανο απλά δεν στέκει.

Το σφάλμα με τα drones

Το πρώτο σημείο του είναι τα fiber-optic FPV drones της Χεζμπολάχ. Δεν πρόκειται, λέει, για όπλο που εντυπωσιάζει με το μέγεθος ή την πολυπλοκότητά του. Είναι μικρά drones, αρκετά συχνά συναρμολογημένα από διαθέσιμα εξαρτήματα, με κινεζικά μέρη, στα οποία η Χεζμπολάχ προσαρμόζει εκρηκτικό φορτίο — ακόμη και τμήμα όλμου ή RPG. Όμως ακριβώς εδώ βρίσκεται η ουσία: ένα φαινομενικά τακτικό μέσο έχει αποκτήσει στρατηγική σημασία.

Ο λόγος είναι διπλός.

>Πρώτον, τα drones αυτά σκοτώνουν. Χτυπούν στρατιώτες, ομάδες στρατιωτών, οχήματα, ακόμη και συστήματα κοντά στα σύνορα.

> Δεύτερον, κάθε απώλεια στο πεδίο μεταφέρεται αμέσως στην ισραηλινή κοινωνία ως ερώτημα: γιατί βρίσκεται ακόμη ο IDF στον νότιο Λίβανο; Ποιο είναι το πραγματικό κέρδος; Τι επιτυγχάνει η παραμονή εκεί, εάν η Χεζμπολάχ εξακολουθεί να έχει τη δυνατότητα να προκαλεί απώλειες;

Και τεχνικά, όμως, συνεχίζει ο έμπειρος αναλυτής, η απειλή είναι δύσκολη. Τα drones πετούν χαμηλά, έχουν ελάχιστο αποτύπωμα ραντάρ και είναι συχνά δύσκολο να διακριθούν εγκαίρως από πουλιά ή άλλες κινήσεις στον αέρα. Το σημαντικότερο, επειδή καθοδηγούνται μέσω καλωδίου οπτικής ίνας, δεν αντιμετωπίζονται εύκολα με ηλεκτρονικό πόλεμο. Δεν υπάρχει απλό ασύρματο σήμα για να παρεμβληθεί. Ο χειριστής παραμένει συνδεδεμένος με το drone, βλέπει την εικόνα του και το κατευθύνει μέχρι την πρόσκρουση.

Το Ισραήλ δοκιμάζει λύσεις. Δίχτυα, συρματοπλέγματα που μπορούν να κόψουν το καλώδιο οπτικής ίνας, συστήματα Smart Shooter που βοηθούν στη στόχευση, ακόμη και όπλα με σκάγια για κοντινή αναχαίτιση. Όμως ο Κατζ είναι σαφής: το Ισραήλ άργησε. Η εμπειρία της Ουκρανίας είχε δείξει ήδη πόσο φονικά μπορούν να είναι τα FPV drones. Οι ισραηλινές υπηρεσίες γνώριζαν ότι η Χεζμπολάχ μπορούσε να αποκτήσει τέτοια δυνατότητα. Εκείνο που υποτίμησαν ήταν η αποτελεσματικότητα με την οποία θα τη χρησιμοποιούσε.

Μποφόρ και ψυχολογία

Το δεύτερο σημείο είναι το αφήγημα για την επανακατάληψη του Κάστρου Μποφόρ. Η επιστροφή του ισραηλινού στρατού στο εμβληματικό σημείο του νότιου Λιβάνου παρουσιάστηκε ως σημαντικό επίτευγμα. Ο Κατζ δεν αρνείται την τακτική αξία. Το ύψωμα δίνει ορατότητα, επιτρέπει έλεγχο περιοχών και δυσκολεύει τη Χεζμπολάχ να χρησιμοποιεί συγκεκριμένα σημεία για ρουκέτες ή drones. Αλλά, όπως υπογραμμίζει, αυτό δεν είναι νίκη.

Το Μποφόρ, για τους Ισραηλινούς, δεν είναι απλώς στρατιωτικό σημείο. Το 1982 συνδέθηκε με τη μάχη του πρώτου πολέμου του Λιβάνου κατά της PLO, του Γιάσερ Αραφάτ και της Φατάχ. Για χρόνια ήταν σύμβολο ηρωισμού. Μετά, όμως, έγινε σύμβολο του ισραηλινού βαλτώματος στον Λίβανο: ενός μεγάλου φυλακίου που κρατήθηκε επί δεκαοκτώ χρόνια, μιας παρουσίας που κόστιζε ζωές και μιας πολεμικής εμπλοκής από την οποία το Ισραήλ δεν ήξερε πώς να αποχωρήσει. Η αποχώρηση του 2000 δεν έκλεισε το κεφάλαιο. Τον Οκτώβριο του ίδιου έτους η Χεζμπολάχ πέρασε τα σύνορα και απήγαγε Ισραηλινούς στρατιώτες. Έξι χρόνια αργότερα ήρθε ο Δεύτερος Πόλεμος του Λιβάνου.

Γι’ αυτό, για τον Κατζ, η σημερινή εικόνα δεν προσφέρεται για πανηγυρισμούς. Το Ισραήλ έχει σκοτώσει ηγέτες της Χεζμπολάχ, έχει πλήξει διαδόχους, διοικητές, υποδομές στη Νταχίγια, στην κοιλάδα Μπεκάα, στην Τύρο και to n Λιβάνου. Αλλά η οργάνωση δεν εξαφανίστηκε και παραμένει ικανή να χτυπά. Κυρίως, προσθέτει, θα έχει χρόνο να ανασυγκροτηθεί εάν η νέα εκεχειρία παγιωθεί χωρίς πραγματικό μηχανισμό αφοπλισμού.

«Η Τεχεράνη διάβασε σωστά»

Κάπου εδώ μπαίνει το Ιράν. Ο πρώην σύμβουλος του Ναφτάλι Μπένετ στα της άμυνας και της ασφάλειας θεωρεί ότι η Τεχεράνη διάβασε σωστά την Ουάσιγκτον. Κατά την ανάλυσή του, ο Ντόναλντ Τραμπ θέλει απεγνωσμένα συμφωνία με το Ιράν, και η Τεχεράνη αξιοποίησε το λιβανικό μέτωπο για να αυξήσει την πίεση. Όταν το Ισραήλ άρχισε να μιλά για πιθανή διεύρυνση των πληγμάτων, ακόμη και προς τη Βηρυτό, το Ιράν συνέδεσε το θέμα με την εκεχειρία και τη διαπραγμάτευσή του με τις ΗΠΑ. Το αποτέλεσμα, λέει, ήταν ότι η Ουάσιγκτον πίεσε το Ισραήλ να σταματήσει.

Αυτή είναι η μεγάλη αλλαγή, τονίζει. Μετά την εκεχειρία του Νοεμβρίου 2024, το Ισραήλ είχε επιχειρησιακή ελευθερία. Μπορούσε να πλήττει τη Χεζμπολάχ σχεδόν καθημερινά χωρίς απάντηση με ρουκέτες. Η ηγεσία της οργάνωσης είχε αποδεκατιστεί, η αποτροπή λειτουργούσε και το Ισραήλ ήταν εκείνο που καθόριζε τον ρυθμό. Τώρα, μετά τον πόλεμο με το Ιράν και την αμερικανική επιθυμία για συμφωνία, αυτή η ελευθερία έχει περιοριστεί. Ο Γιάκοβ Κατζ το λέει χωρίς περιστροφές: αν το Ισραήλ θέλει να επιτεθεί στον Λίβανο, χρειάζεται πρώτα άδεια από τις Ηνωμένες Πολιτείες.

Και κάπως ο συλλογισμός φτάνει στο μεγάλο ερώτημα το οποίο θέτει αλλά και απαντά: ποιος θα τελειώσει με τη Χεζμπολάχ. Το Ισραήλ, τονίζει, δεν θέλει να καταλάβει όλο τον Λίβανο. Οι Ηνωμένες Πολιτείες και η Γαλλία δεν πρόκειται να στείλουν στρατεύματα. Ο λιβανικός στρατός δεν έχει αποδείξει ότι μπορεί να αφοπλίσει την οργάνωση. Οι Λιβανέζοι δεν θέλουν νέο εμφύλιο. Και η κυβέρνηση της Βηρυτού; Εκείνη κατά τον συγγραφέα και αναλυτή, αντιμετωπίζεται σαν να παίρνει «πάσο», αντί να πιέζεται να αναλάβει την ευθύνη για όσα συμβαίνουν στο έδαφός της.

Το συμπέρασμα του: Η Χεζμπολάχ μπορεί να έχει υποστεί τη μεγαλύτερη ζημιά στην ιστορία της, αλλά πέτυχε το ελάχιστο που της χρειαζόταν: επέζησε. Το Ιράν κατάφερε να χρησιμοποιήσει τον Λίβανο ως μοχλό πίεσης. Και το Ισραήλ βρίσκεται μπροστά σε έναν πόλεμο που δεν τελείωσε, σε μια αποτροπή που διαβρώθηκε και σε μια επιχειρησιακή ελευθερία που δεν είναι πια αυτονόητη.

Κι αυτή δεν είναι εικόνα καθαρής νίκης. Είναι εικόνα πολέμου που συνεχίζει να παράγει κόστος, περιορισμούς και δυσάρεστες αλήθειες για το Ισραήλ.

Αποκαλύψεις για την 7η Οκτωβρίου

Το τελευταίο συγκλονιστικό βιβλίο του Γιάκοβ Κατζ, While Israel Slept: How Hamas Surprised the Most Powerful Military in the Middle East, το οποίο συνυπογράφει με τον Αμίρ Μποχμπότ, επιστρέφει στην 7η Οκτωβρίου ως μελέτη στρατηγικής, πολιτικής και πληροφοριακής αποτυχίας. Δεν αφηγείται μόνο το πώς η Χαμάς αιφνιδίασε το Ισραήλ. Εξετάζει πώς το ισχυρότερο στρατιωτικό σύστημα της Μέσης Ανατολής πείστηκε ότι ο εχθρός ήταν διαχειρίσιμος και περιορισμένος και πως έτσι είδε τον μηχανισμό ασφαλείας του να καταρρέει πριν από τη σφαγή.

Η μάχη για τη διαδοχή του Νετανιάχου

Το ξεχωριστό πολιτικό ενδιαφέρον στην ανάλυση του Γιάκοβ Κατζ δεν αφορά μόνο τον Λίβανο και το Ιράν. Για έναν δημοσιογράφο με τη δική του εμπειρία και ικανότητα, οι απορίες για τα εσωτερικά του Ισραήλ: ποιος, τελικά, μπορεί να σταθεί απέναντι στον Μπενιαμίν Νετανιάχου. Και εδώ η εικόνα, υποστηρίζει, είναι πολύ πιο θολή από όσο θα ήθελε το λεγόμενο αντι-Νετανιάχου στρατόπεδο.

Στο Ισραήλ, εξηγεί, η αντιπολίτευση σήμερα δεν είναι μια ενιαία ή έστω και σχετικά ομοιογενής οντότητα. Περιλαμβάνει τον Ναφτάλι Μπένετ, τον Γιαΐρ Λαπίντ, τον Γκάντι Άιζενκοτ, τον Άβιγκντορ Λίμπερμαν και τον Γιαΐρ Γκολάν. Ανάμεσά τους υπάρχουν μεγάλες αποστάσεις. Ο Γκολάν, για παράδειγμα, βρίσκεται πολύ πιο αριστερά με ισραηλινούς όρους και υποστηρίζει λύση δύο κρατών. Ο Μπένετ και ο Λίμπερμαν κινούνται δεξιά και αντιτίθενται στην ίδρυση παλαιστινιακού κράτους. Στο Ισραήλ, υπενθυμίζει ο Κατζ, το δεξιά-αριστερά δεν ορίζεται κυρίως από την οικονομία, αλλά από τέτοια ζητήματα.

Η πραγματική μάχη, λοιπόν, δεν είναι μόνο εναντίον του Νετανιάχου. Είναι και εσωτερική: ποιος θα ηγηθεί του μπλοκ; Σε αυτό το πλαίσιο πρέπει να διαβαστεί η κίνηση Μπένετ-Λαπίντ να κατέβουν μαζί, λέει, καθώς ο Μπένετ ήθελε να εμφανιστεί ως ο αδιαμφισβήτητος ηγέτης του χώρου και ως ο φυσικός υποψήφιος για την πρωθυπουργία. Η λογική ήταν απλή: εφόσον ο ίδιος δημοσκοπικά κινείτο στις 15-20 έδρες και ο Λαπίντ υποχωρούσε, μια κοινή κάθοδος θα δημιουργούσε την εικόνα ενός καθαρού διλήμματος: Μπένετ ή Μπίμπι.

Μέχρι στιγμής, όμως, το σχέδιο δεν λειτουργεί όπως αναμενόταν και για την ακρίβεια φαντάζει όλο και πιο δύσκολο. Ο Γκάντι Άιζενκοτ, πρώην αρχηγός του Γενικού Επιτελείου και πρόσωπο με βαρύ προσωπικό τίμημα στον πόλεμο — έχασε τον γιο του και δύο ανιψιούς — ανεβαίνει στις δημοσκοπήσεις. Κατά τον πρώην αρχισυντάκτη της Jerusalem Post, o Άιζενκοτ έχει κάθε λόγο να μη βιαστεί να ενωθεί με τους Μπένετ και Λαπίντ. Η απάντησή του, ουσιαστικά, είναι: γιατί να μπω τώρα κάτω από τη δική σας ομπρέλα; Ας περιμένουμε.

Το ενδιαφέρον είναι αριθμητικό όπως και πολιτικό. Αν Μπένετ και Λαπίντ πάρουν μαζί 22 ή 23 έδρες και ο Άιζενκοτ πάρει 16 ή 17, την επομένη των εκλογών η κοινή λίστα μπορεί να χωριστεί ξανά σε δύο κόμματα. Τότε ο Άιζενκοτ θα μπορεί να πει ότι αυτός ηγείται του μεγαλύτερου πραγματικού κόμματος του μπλοκ. Και αυτό θα είναι δύσκολο να μην γίνει αποδεκτό ως δίκαιο αίτημα, ιδίως από τον Μπένετ, υπενθυμίζει, ο οποίος το 2021 έγινε πρωθυπουργός με μόλις έξι έδρες.

Υπάρχει και μια σοβαρή οικονομική διάσταση. Ο Λαπίντ φέρνει μαζί του κρατική χρηματοδότηση, καθώς κάθε βουλευτής αντιστοιχεί σε σημαντικά ποσά για την προεκλογική εκστρατεία. Για τον Μπένετ, αυτό είχε αξία. Για τον Λαπίντ, επίσης, αφού μόνος του είχε πέσει σε μονοψήφια επίπεδα.

Το αποτέλεσμα είναι και το αδιέξοδο, αναφέρει. Κανείς δεν έχει ακόμη καθαρά το πάνω χέρι. Και το αντι-Νετανιάχου στρατόπεδο, ενώ αριθμητικά μπορεί να φαίνεται ισχυρό, παραμένει ιδεολογικά ετερόκλητο και ηγετικά αβέβαιο.