Ο Thor Pederson πήγε ένα μεγάλο ταξίδι. Ένα ταξίδι το οποίο αν και φαντάζει αδύνατο εκείνος το έκανε πραγματικότητα. Κατάφερε και διένυσε σε 3.576 μέρες όλες τις χώρες του κόσμου χωρίς να μπει ούτε μια φορά σε αεροπλάνο.
Παραλίγο να πεθάνει
Αν κάποιος του έλεγε να δώσει μια συμβουλή μετά το τέλος του ταξιδιού, ο Δανός θα έλεγε να μην κάνει κανείς αυτό που έκανε εκείνος. Και οι λόγοι είναι, πως παραλίγο να πεθάνει, περισσότερες από μια φορές κατά τη διάρκεια του αδιάκοπου ταξιδιού και πως ξόδεψε σχεδόν 10 χρόνια από τη ζωή του.
Η ιδιαίτερη καταγραφή της εμπειρίας του
Ο Thor, όπως αναφέρει το countryandtownhouse.com κατέγραψε την εμπειρία του στο χαρτί. Και συγκεκριμένα σε πολλά χαρτιά… Δεν πρόκειται όμως για ένα τουριστικό κατάλογο με αξιοθέατα που επισκέφθηκε ή τις χώρες που είδε. Ουσιαστικά περιγράφει στο βιβλίο του, το πώς έφερε εις πέρας το κατόρθωμα το οποίο αρκετές φορές τον έφερε στα όρια της λογικής.
Στήριγμά του η γυναίκα του
Ο Pederson, είχε στήριγμα τη γυναίκα του από την πρώτη στιγμή που πήρε την απόφαση να κάνει αυτό το μακράς διαρκείας ιδιότυπο ταξίδι. Η Λε, γνωρίστηκε με τον Δανό σε ένα γάμο, λίγο πριν εκείνος ξεκινήσει το ταξίδι του. Όταν το επέτρεπε το πρόγραμμά της, τον επισκεπτόταν ανά τον κόσμο, δίνοντάς του δύναμη. Όταν τελικά επέστρεψε στο σπίτι, εκείνη τον βοήθησε να προσαρμοστεί στη ζωή στη Δανία. Πλέον έχουν αποκτήσει μια κόρη.
«Νομίζω ότι ίσως είμαι ο τύπος του ανθρώπου που αμφιβάλλει πάντα για το ποιος είναι και ποια είναι η θέση του. Ίσως περάσω το υπόλοιπο της ζωής μου ψάχνοντας για κάτι. Το να γίνω πατέρας μου έδωσε ταυτότητα με έναν διαφορετικό τρόπο και ζω με μια υπέροχη γυναίκα, τη σύζυγό μου, κάτι που επίσης μου έδωσε ταυτότητα» ανέφερε χαρακτηριστικά ο Pederson.
Η αναζήτηση της δόξας
Ο αρχικός στόχος του Pederson ήταν η δόξα. Αυτήν αναζητούσε από παιδί καθώς τη «γνώρισε» μέσα από τα βιβλία που διάβαζε ως παιδί. Ο Δανός έχει γίνει μέλος του «The Adventurers’ Club» στη Δανία, αλλά το βιβλίο δεν έχει εκδοθεί ακόμα στη χώρα του, κάτι που τον στεναχωρεί. Καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού, δεν έλαβε τη διάκριση που ονειρευόταν. Δν υπήρχαν πλήθη θαυμαστών να τον περιμένουν με ανυπομονησία σε κάθε συνοριακό σταθμό. Ακόμη και η υποδοχή κατά την επιστροφή του στη Δανία, μετά από δέκα χρόνια ταξιδιού, του φάνηκε ανιαρή. «Δεν ένιωσα κανένα μεγάλο κύμα ευτυχίας», σημειώνει ο ίδιος.
Πώς αντιμετώπισε τον χλευασμό
Αν και η αναζήτηση της δόξας ήταν ο αρχικός στόχος του ταξιδιού, σιγά σιγά αυτό ξεθώριασε. Καθώς, ο Pederson ταξιδεύει στα 203 αναγνωρισμένα και μερικώς αναγνωρισμένα κράτη που απαριθμεί ο ΟΗΕ, συναντά ανθρώπους που του δείχνουν καλοσύνη και του δίνουν τη δύναμη να συνεχίσει.
«Γρήγορα κατάλαβα ότι οι χώρες δεν είναι τίποτα χωρίς τους ανθρώπους που ζουν σε αυτές», γράφει.
Ακόμη και τα μηνύματα μέσω των κοινωνικών δικτύων του έδωσαν δύναμη όταν αντιμετώπιζε συνεχή χλευασμό, ειδικά από τις αρχές.
Οι άνθρωποι που «χαράχτηκαν» μέσα του
Η γυναίκα στο Σουβάλκι της Πολωνίας, που τον προσκάλεσε στο σπίτι της καθώς περιπλανιόταν στους χιονισμένους δρόμους χωρίς σήμα στο κινητό, χωρίς να έχει ιδέα προς ποια κατεύθυνση να πάει και με μια καταιγίδα να απειλεί. Οι φίλοι που έκανε στο Χονγκ Κονγκ, όπου είχε παγιδευτεί λόγω της πανδημίας, όχι μόνο του βρήκαν ένα μέρος για να μείνει και μια δουλειά, αλλά περπατούσαν μαζί του καθώς εξερευνούσε τα ορεινά μονοπάτια για να ηρεμήσει το μυαλό του.
Μετά ήταν εκείνο το μικρό παιδί που έτεινε το χέρι του για να αγγίξει το πρόσωπό του, αφού είχε διανύσει 100 χιλιόμετρα ισορροπώντας επικίνδυνα σε ύψος πέντε μέτρων πάνω σε αποσκευές στοιβαγμένες στο πίσω μέρος ενός φορτηγού από το Μπραζαβίλ της Δημοκρατίας του Κονγκό.
Καθισμένος, εξαντλημένος, και περιτριγυρισμένος από ανθρώπους που δεν μπορούσε να καταλάβει και που δεν μπορούσαν να τον καταλάβουν.
«Το αίσθημα του να με παρεξηγούν και να με αγνοούν, και το να γνωρίζω πόση απόσταση, σε ξηρά και θάλασσα, με χώριζε από τους ανθρώπους που αγαπούσα περισσότερο» απειλούσε να τον κατακλύσει εκείνες τις δύσκολες στιγμές σύμφωνα με την εξομολόγησή του.
Το παιδί έδειξε καλοσύνη και αντίληψη που η ζωή μπορεί να μας στερήσει. Ήταν μια στιγμή σύνδεσης, ενώ ένιωθε βαθιά μοναξιά.
Το βιβλίο του καταγράφει τα γεγονότα που ανέτρεψαν τις προκαταλήψεις του. Παρότι μέχρι την στιγμή που ξεκίνησε το δεκαετές ταξίδι του, ήταν ήδη ένας πολυταξιδεμένος άνθρωπος, οι προκαταλήψεις ήταν βαθιά ριζωμένες μέσα του.
Οι άνθρωποι συνέχιζαν να τον εκπλήσσουν, ειδικά σε χώρες που είχαν καταστραφεί από τον πόλεμο. «Σε πολλά από αυτά τα μέρη, δεν περιμένουν τουρίστες. Αυτό φέρνει ελπίδα και υποδηλώνει, ίσως, ότι επιστρέφουμε σε κανονικές εποχές», λέει. «Στο Χεράτ, ένας ηλικιωμένος άνδρας μου ζήτησε να τον ακολουθήσω και με οδήγησε κατευθείαν σε ένα δέντρο. Περάσαμε μέσα από ένα λαβύρινθο κτιρίων και μου εξήγησε ότι αυτό το δέντρο ήταν σχεδόν 1.000 ετών. Στη συνέχεια, μου είπε ότι αυτό που γνωρίζω για τη χώρα του είναι μόνο τα 40 χρόνια πολέμου της».
Οι στιγμές τρόμου
Στην πορεία του όμως δεν ήταν όλα ρόδινα. Υπάρχουν και στιγμές απόλυτου τρόμου και απόγνωσης. Αμέτρητοι υπάλληλοι πρεσβειών αντιμετώπιζαν τον Pederson με απόλυτη αδιαφορία, που άγγιζε τα όρια της περιφρόνησης, κυρίως επειδή αρνιόταν να ταξιδέψει με αεροπλάνο. Η μάχη του με την ελονοσία παραλίγο να του κοστίσει τη ζωή. Κατά τη διάρκεια μιας βόλτας σε μια παραλία του Λιβάνου, συνάντησε τα πτώματα τεσσάρων μεταναστών, και εκείνη τη νύχτα μπορούσε να ακούσει τις βόμβες να καταστρέφουν οικισμούς μόλις 20 λεπτά μακριά από το σημείο όπου βρισκόταν.
Το βιβλίο περιγράφει τις πολλές στιγμές κατά τις οποίες ο Pederson όχι μόνο αναρωτιόταν γιατί ήθελε να φέρει εις πέρας αυτήν την πρόκληση, αλλά και βασανιζόταν από τον φόβο ότι η σωματική και συναισθηματική ζημιά που προκαλούσε στον εαυτό του θα τον συνόδευε για όλη του τη ζωή. Και έτσι έγινε. «Ακόμα και τώρα νιώθω πιο βαρύς, σαν να σέρνω μαζί μου ένα τεράστιο φορτίο συσσωρευμένων αισθητηριακών και συναισθηματικών συντριμμιών».
Δύσκολη η επανένταξη
Η επανένταξη ήταν δύσκολη. «Ακούς τους αστροναύτες να επιστρέφουν από τον Διεθνή Διαστημικό Σταθμό και να λένε ότι κοίταξαν προς τα κάτω τον πλανήτη. Εξηγούν ότι την πρώτη φορά προσπαθούσαν να βρουν τη χώρα τους. Τη δεύτερη φορά, προσπαθούσαν να προσδιορίσουν την ήπειρο και την τρίτη φορά, απλώς είδαν τη λεπτή ατμόσφαιρα που περιβάλλει ολόκληρο τον κόσμο και που μας επιτρέπει να υπάρχουμε όλοι» λέει ο Pederson.
Μετά από μια δεκαετία που μετρούσε χώρες, τώρα αναπολεί τους ανθρώπους, όχι τα μέρη. Βλέπει το ταξίδι του ως μια μετακίνηση ανάμεσα σε αυτούς τους ανθρώπους – από τους Φιλιππινέζους ναυτικούς στα δεξαμενόπλοια που χόρευαν και τραγουδούσαν σαν επαγγελματίες μέχρι τον πάστορα Φρέιζερ στις Νήσους Σολομώντα, έναν πρεσβύτερο του χωριού που του ζήτησε να δείξει στα παιδιά της περιοχής μια ταινία στον φορητό υπολογιστή του. Ο Pederson επέλεξε το «Βιβλίο της Ζούγκλας» και παρατήρησε πώς «οι πεταλούδες, η βλάστηση και τα δέντρα που είδαμε στην ταινία έμοιαζαν σαν καθρέφτης όσων μας περιβάλλουν».
Αντί για μια βιαστική διέλευση από το αεροδρόμιο και ένα τυπικό αεροπορικό ταξίδι, ο Pederson καθόταν σε τρένα, ταξίδευε κρυμμένος σε πλοία, μετακινούνταν με κάθε είδους ταξί και αυτοκίνητα και περπατούσε. Βρισκόταν συνεχώς ανάμεσα σε ανθρώπους.
Έχει κι άλλες προκλήσεις στο μυαλό του
Ο Pederson παραδέχεται ότι έχει στο μυαλό του κι άλλες προκλήσεις. «Πρέπει να πετυχαίνω πράγματα για να νιώθω πιο σίγουρος, λιγότερο αμήχανος» σημειώνει.
Ο Pederson ξεκίνησε το ταξίδι γιατί είχε μια απελπισμένη ανάγκη να αποδείξει την αξία του, ειδικά στους γονείς του.
Έχει συνειδητοποιήσει πλέον, ότι η ίδια η πρόκληση μπορεί να έχει «μια διάρκεια ζωής που μειώνεται με κάθε μήνα που περνά», αλλά οι ανθρώπινες σχέσεις που έχει δημιουργήσει δεν έχουν ημερομηνία λήξης.