Να μας συγχωρούν τα μέλη της κοινοβουλευτικής Επιτροπής Ενέργειας αλλά έχουμε την εντύπωση πως έκαναν άλλη μια τρύπα στο νερό. Το συνηθίζουν.

Όπως και άλλες επιτροπές, εμμένοντας σε μια μη παραγωγική διαδικασία «συζήτησης» θεμάτων. Αλλά χθες, το θέμα ήταν πραγματικά σοβαρό και επείγον και όφειλαν να βρουν τρόπο να γίνουν ωφέλιμοι και όχι αρεστοί.

Συνεδρίασαν εκτάκτως για την ηλεκτρική διασύνδεση. Ορθώς έπραξαν. Πώς εκτυλίχθηκε όμως η συνεδρία; Με παράλληλους μονολόγους των υπουργών Οικονομικών και Ενέργειας και με μια μακρόσυρτη παρουσίαση του έργου από τη EuroAsia Interconnector.

Οι βουλευτές, θεατές και ακροατές. Και αποφάσισαν «η υποβολή ερωτήσεων από τους βουλευτές να γίνει σε επόμενη συνεδρία»!

Εδώ και μήνες η διασύνδεση απασχολεί σχεδόν καθημερινά τα ΜΜΕ και την κοινή γνώμη. Συζητείται επίσης σε κυβερνητικά – υπηρεσιακά γραφεία στην Κύπρο, τις Βρυξέλλες, την Αθήνα και αλλού. Έχουν γραφτεί τόσα. Κι όμως, παραμένουν πολλά κενά στην πληροφόρηση.

Την Τρίτη ήταν μια χρυσή ευκαιρία για τους βουλευτές να ρωτήσουν. Δεν ρώτησαν. Επέτρεψαν στους υπουργούς να ξοδέψουν τον χρόνο για να επαναλάβουν όσα ήδη έχουν δηλώσει και στην ιδιωτική εταιρεία να μας ξαναπαρουσιάσει το όραμά της. Που το μάθαμε απέξω.

Αλλά όσες φορές κι αν το ακούσαμε, πάντα γεννιούνται απορίες. Αυτές τις απορίες -που είναι προβληματισμοί ακόμα και καταρτισμένων ανθρώπων της ενέργειας και της οικονομίας- δεν δέησαν να τις θέσουν για απαντήσεις οι βουλευτές.

Θα κάνουν, λένε, ερωτήσεις άλλη φορά. Και φάνηκε μέσα από τις δηλώσεις που έκαναν αργότερα στα ΜΜΕ (αυτές δεν τις αναβάλλουν ποτέ) ότι τουλάχιστο κάποιοι είχαν ουσιώδεις ερωτήσεις να υποβάλουν.

Και οι οποίες μένουν αναπάντητες, όχι με ευθύνη της EuroAsia, αλλά με ευθύνη της Επιτροπής Ενέργειας και του προέδρου της, που είχε την ευχέρεια να επιλέξει μια διαδικασία που θα διευκόλυνε την παραγωγή γνώσης. Είχαν δικαίωμα να το απαιτήσουν και τα μέλη της επιτροπής.

Υπάρχουν πολλά ουσιαστικά ερωτήματα που έπρεπε να τεθούν σε μια συνεδρία που είχε και χροιά κοινοβουλευτικού ελέγχου, όχι μόνο ενημέρωσης.

Για παράδειγμα, μας λένε για εξοικονόμηση 300 εκατ. ευρώ τον χρόνο για τους καταναλωτές. Πού βασίζεται αυτή η εκτίμηση; Η εξοικονόμηση θα προέρχεται από εισαγωγή φθηνότερου ρεύματος;

Και αν θα εισάγεται φθηνότερο ρεύμα, σε βαθμό που να εξοικονομούνται 300 εκατ. τον χρόνο, γιατί μάς τάζουν μεγαλύτερη ντόπια παραγωγή πράσινης ενέργειας και εξαγωγή της με σοβαρά οικονομικά οφέλη; Μπορούν να γίνουν και τα δύο σε ουσιαστικό βαθμό;

Με ένα καλώδιο που, ναι μεν είναι διπλής ροής, αλλά δεν μπορεί να κάνει και εισαγωγές και εξαγωγές ταυτόχρονα; Και αν θα εισάγουμε φθηνότερο ρεύμα, τι θα το κάνουν το πανάκριβο, σήμερα, πράσινο ρεύμα τους οι κυπριακές επιχειρήσεις ΑΠΕ;

Το υγροποιημένο αέριο που θα παραγγείλουμε με μακροπρόθεσμα συμβόλαια για το FSRU, τι θα το κάνουμε αν θα εισάγουμε άφθονο φθηνότερο ηλεκτρισμό και μάλιστα χωρίς ρύπους; Και ο πολυσυζητημένος αγωγός αερίου από το Ισραήλ ή από το Αφροδίτη; Θα έχουν νόημα; Δηλαδή, και άφθονο αέριο και άφθονο LNG και άφθονο ρεύμα από ντόπιες ΑΠΕ και άφθονο ρεύμα από ξένους προμηθευτές και επιχορηγημένες μπαταρίες για αποθήκευση; Μα ποιοι είμαστε τέλος πάντων;

Και άραγε θα ωφεληθούν όλοι οι καταναλωτές αν δεχθούμε πως θα εξοικονομηθούν εκατομμύρια ή πάλι μόνο οι μεγάλοι εμπορικοί που θα έχουν πρόσβαση σε ξένους προμηθευτές ρεύματος; Ποια σχέση θα έχουν ο διαχειριστής μεταφοράς της Κύπρου και ο διαχειριστής μεταφοράς μέσω του καλωδίου;

Προφανώς υπάρχουν κάποιες απαντήσεις. Να μην τις ακούσουμε πριν πάρει αποφάσεις το κράτος;