Γύρω στις 9μ.μ. χθες το ΚΥΠΕ (να ‘ναι καλά) έστειλε ανταπόκριση από εκδήλωση του Ινστιτούτου Περιβάλλοντος και Αειφόρου Ανάπτυξης για την ενέργεια.
Προκαλεί εντύπωση ότι τα αποσπάσματα που επιμελήθηκε το ΚΥΠΕ από τις ομιλίες του υπουργού Ενέργειας Γιώργου Παπαναστασίου και της προέδρου της ΑΗΚ Δέσποινας Θεοδοσίου ξεκινούσαν με διατυπώσεις που οδηγούν στην ίδια κατεύθυνση.
Το απόσπασμα από την ομιλία του υπουργού, όπως το αξιολόγησε το ΚΥΠΕ, ξεκινούσε με το εξής: «Το κόστος της ενέργειας θα μειωθεί μόνο αν στο μείγμα της συμβατικής ηλεκτροπαραγωγής (σ.Φ. ΑΗΚ) προστεθούν και οι ΑΠΕ».
Το απόσπασμα από την ομιλία της προέδρου της ΑΗΚ, ξεκινούσε: «Η ένταξη ΑΠΕ στο ενεργειακό μείγμα παραγωγής της ΑΗΚ είναι απαραίτητη προϋπόθεση για να μειωθεί αφενός η εξάρτηση της Κύπρου από συμβατικά καύσιμα και αφετέρου για να καταστεί δυνατή αρχικά η σταθεροποίηση και, στη συνέχεια, η σταδιακή μείωση των τιμών ηλεκτρισμού».
Η στήλη συμφωνεί και με τους δύο. Και ισχυρίζεται πως έχουμε πληρώσει ακριβά (και) την πολυετή αποξένωση της ΑΗΚ από τα φωτοβολταϊκά, επειδή θεώρησαν κάποιοι πως ήταν δίκαιο (για ποιους;) να έχουμε ιδιωτικό ολιγοπώλιο στις ΑΠΕ, αφού έχουμε μονοπώλιο στην παραγωγή ηλεκτρισμού από πετρέλαιο. Και αντί να φροντίσουμε να αξιοποιήσουμε -με προσφορές, πχ- τις ΑΠΕ με τον πιο οικονομικό τρόπο -όποιος κι αν είναι ο παραγωγός, ολίγον μας ενδιαφέρει- επιλέξαμε να έχουμε ένα μονοπώλιο συμβατικής παραγωγής που έχει σήμερα κόστος καυσίμου 20-22 σεντ την κιλοβατώρα και με τις πρόσθετες χρεώσεις πλησιάζει τα 33-35 σεντ την κιλοβατώρα και έχουμε και ένα ιδιωτικό ολιγοπώλιο φωτοβολταϊκών, που παράγει με 5-6 σεντ και πωλεί 18-20 σεντ την κιλοβατώρα σε μερικούς-μερικούς και με τις υπόλοιπες χρεώσεις (δίκτυα, ευάλωτοι, ΦΠΑ, κλπ) φθάνει ελαφρώς πιο κάτω από το κόστος της πετρελαιοκίνητης ΑΗΚ.
Μετά από πολλές διαμαρτυρίες, η ΡΑΕΚ έθεσε ευτυχώς ανώτατο πλαφόν στην τιμή κιλοβατώρας από φωτοβολταϊκά που πωλείται στην ΑΗΚ από ιδιώτες που δεν συμμετέχουν στη μεταβατική ρύθμιση «ανταγωνισμού»: 11 σεντ την κιλοβατώρα. Εμπεριέχει αχρείαστα μεγάλο κέρδος σε σχέση με το κόστος παραγωγής (και την επενδυτική δαπάνη), αλλά μπροστά στα σχεδόν διπλάσια που πωλούν άλλοι ιδιώτες ΑΠΕτζήδες μέσω της μεταβατικής «αγοράς», κάτι είναι.
Ξέρετε όμως τι λένε κάποιοι που βγάζουν τα μαλλοκέφαλά τους από τα φωτοβολταϊκά, μέσω της μεταβατικής ρύθμισης; Λένε πως η ΑΗΚ αγοράζει 11 σεντ το πράσινο ρεύμα και το πουλά 20-22 (κόστος καυσίμου). Αν τους ρωτήσετε «και πόσα πρέπει να το αγοράζει;», θα σας πουν «αφού το πουλά π.χ. 22, να το αγοράζει 20». Και γιατί να το αγοράζει 20 αφού παράγεται με 5-6 σεντ; Διότι έχουμε ελεύθερη οικονομία.
Εν ολίγοις, η ΑΗΚ αγοράζει όντως πράσινη ενέργεια προς 11 σεντ (η ίδια παράγει και πωλεί λιγοστό πράσινο ρεύμα προς 5 και 8,6 σεντ), αλλά τη «ρίχνει» στο μείγμα της συμβατικής παραγωγής (που ας πούμε ότι σήμερα έχει κόστος καυσίμου 22 σεντ), έτσι ώστε να την πουλά σε όλους τους πελάτες της (εμάς) 22 σεντ παρά κάτι. Ένα σεντ, δύο σεντ, τρία σεντ, εξαρτάται.
Δεν το θέλουν ούτε αυτό, κάποιοι στον ιδιωτικό τομέα. Θέλουν τα νοικοκυριά να αγοράζουν το ρεύμα σε τιμές πετρελαίου και μια μικρή μειονότητα εμπορικών πελατών τους να το αγοράζει από αυτούς σε τιμές πετρελαίου, μείον 7-10%. Και ας παράγεται με περίπου το 1/3 του κόστους της ΑΗΚ.
Γι’ αυτό ναι. Έχουν δίκαιο ο κ. Παπαναστασίου και η κ. Θεοδοσίου και είναι ευτύχημα για τον τόπο που μετά από χρόνια το Υπουργείο Ενέργειας και η ΑΗΚ εμφανίζονται να περπατούν στον ίδιο δρόμο.
Όσο περισσότερο πράσινο ρεύμα καταλήγει στην ΑΗΚ ή παράγεται από αυτήν, τόσο πιο φθηνό θα είναι για τη μάζα των πελατών της.