Σε υποθέσεις διακρατικής γονικής μέριμνας τα σύνορα δεν χωρίζουν μόνο κράτη, αλλά και ζωές. Εκεί όπου συναντώνται διαφορετικά νομικά συστήματα και αντιλήψεις για το συμφέρον του παιδιού, η δικαιοδοσία αναδεικνύεται σε σύγχρονο «μήλο της έριδος».
Αυτό διαφαίνεται από την πρόσφατη απόφαση του Εφετείου ημερομηνίας 12/3/2026 στην Πολιτική Έφεση Αρ. E58/25 (W. S. v. J. I. K.), η οποία υπόθεση αφορούσε γονική μέριμνα με διεθνές στοιχείο, όπου το βασικό ζήτημα ήταν αν τα κυπριακά δικαστήρια είχαν δικαιοδοσία να δικάσουν την υπόθεση.
Στην παρούσα υπόθεση, ο πατέρας υπέβαλε αίτηση γονικής μέριμνας ζητώντας την αποκλειστική γονική μέριμνα των τεσσάρων ανήλικων παιδιών του, καθώς και ρύθμιση της διαμονής και επικοινωνίας τους. Τα παιδιά, μετά από αναχώρηση της μητέρας το 2021, είχαν μεταβεί και εγκατασταθεί στη Γερμανία, γεγονός που αποτέλεσε τον πυρήνα της διαφωνίας Ο πατέρας ισχυρίστηκε ότι η μετακίνηση έγινε χωρίς τη συγκατάθεσή του και τη χαρακτήρισε απαγωγή, καταγγέλλοντας τη μητέρα στην αστυνομία και ενεργοποιώντας τις διαδικασίες της Σύμβασης της Χάγης για επαναπατρισμό των παιδιών πίσω στην Κύπρο. Εντούτοις, η μητέρα υποστήριξε ότι υπήρχε συμφωνία μεταξύ τους για μόνιμη μετεγκατάσταση στη Γερμανία λόγω καλύτερων συνθηκών ζωής και εκπαίδευσηςγια τα παιδιά.
Κατά την πρωτόδικη διαδικασία, το Οικογενειακό Δικαστήριο Λεμεσού εξέτασε προδικαστική ένσταση της μητέρας περί έλλειψης δικαιοδοσίας. Το δικαστήριο έκρινε ότι, με βάση τον σχετικό ευρωπαϊκό κανονισμό, η «συνήθης διαμονή» των παιδιών κατά τον χρόνο καταχώρισης της αίτησης γονικής μέριμνας δεν βρισκόταν πλέον στην Κύπρο αλλά στη Γερμανία. Σημαντικό ρόλο στην εκτίμηση αυτή έπαιξαν στοιχεία όπως η μακροχρόνια παραμονή των παιδιών στη Γερμανία, η φοίτησή τους εκεί, η κοινωνική τους ενσωμάτωση και η απουσία καθημερινής διαβίωσης στην Κύπρο.
Εν συνεχεία, ο πατέρας εφεσίβαλε την πρωτόδικη απόφαση ενώπιον του Εφετείου, υποστηρίζοντας κυρίως ότι το πρωτόδικο δικαστήριο εσφαλμένα έλαβε υπόψη απόφαση γερμανικού δικαστηρίου που είχε απορρίψει αίτηση επιστροφής των παιδιών βάσει της Σύμβασης της Χάγης, χωρίς αυτή να έχει αναγνωριστεί στην Κύπρο. Υποστήριξε επίσης ότι η απόφαση αυτή δεν έπρεπε να επηρεάσει την κρίση περί «συνήθους διαμονής».
Το Εφετείο απέρριψε την έφεση αφού έκρινε ότι το πρωτόδικο δικαστήριο δεν στηρίχθηκε στην ξένη απόφαση για να καθορίσει τη δικαιοδοσία, αλλά απλώς σημείωσε το γεγονός της ύπαρξής της. Η ουσιαστική κρίση του πρωτόδικου δικαστηρίου βασίστηκε αποκλειστικά στα πραγματικά δεδομένα της διαμονής των παιδιών και στην έννοια της «συνήθους διαμονής». Σε συνάρτηση με αυτό το εύρημα, το Εφετείο υιοθέτησε την απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης στην C-523/07, όπου λέχθηκε ότι η συνήθης διαμονή «αντιστοιχεί στον τόπο που εκφράζει κάποια ενσωμάτωση του παιδιού σε ένα κοινωνικό και οικογενειακό περιβάλλον». Επακόλουθα, το Εφετείο επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, κρίνοντας ότι ορθά το Οικογενειακό Δικαστήριο έκρινε πως δεν είχε δικαιοδοσία, αφού τα παιδιά είχαν πλέον τη συνήθη διαμονή τους στη Γερμανία κατά τον κρίσιμο χρόνο.
Συνεπώς, το ζήτημα της δικαιοδοσίας των δικαστηρίων σε θέματα διακρατικής γονικής μέριμνας, έχει οξυνθεί ένεκα της παγκοσμιοποίησης και της συνεχούς μετακίνησης των ανθρώπων μεταξύ Κρατών. Εντούτοις, αποτελεί ένα κρίσιμο νομικό ζήτημα το οποίο τοποθετεί το παιδί στο κέντρο της ανάλυσης, λαμβάνοντας υπόψη το βέλτιστο συμφέρον του και την πραγματική ενσωμάτωσή του στην κοινωνία.
Άννα Δημητρίου – Δικηγόρος/ Συνέταιρος στην Ηλίας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ / Μέλος τη International Academy of Family Lawyer
Πέτρος Παπαδόπουλος – Δικηγόρος/ Συνεργάτης στην Ηλίας Νεοκλέους & Σία ΔΕΠΕ