Αντιμέτωπο με ιδιαιτέρως σκληρά διλήμματα βρίσκεται το Μαξίμου, καθώς όλες οι προσδοκίες και οι σχεδιασμοί για έγκαιρη ολοκλήρωση της αξιολόγησης, χωρίς υποχωρήσεις σε ακραίες απαιτήσεις των δανειστών που προσέκρουαν στις «κόκκινες κυβερνητικές γραμμές», έχουν διαψευσθεί. Η πολυπόθητη διέξοδος που εδώ και καιρό αναζητούν στο κυβερνητικό επιτελείο, προσώρας δεν φαίνεται πουθενά, ενώ την ίδια ώρα τα ορόσημα που υιοθετούνται απλά μετατίθενται χρονικά, έχοντας όχι μόνο πολιτικό κόστος λόγω της συνεχούς φθοράς που υφίσταται ο ΣΥΡΙΖΑ, αλλά και βαριές συνέπειες στο πεδίο της οικονομίας, εξαιτίας του κλίματος αβεβαιότητας που επικρατεί.
Μπροστά στο αδιέξοδο που έχει εκ νέου προκύψει –με την κατάσταση να προσομοιάζει επικίνδυνα με εκείνη που επικρατούσε πριν από ακριβώς δύο χρόνια, λίγο πριν από τις δραματικές εξελίξεις του καλοκαιριού του 2015– και έχοντας την πικρή εμπειρία του παρελθόντος, το Μαξίμου καλείται να λάβει το αμέσως προσεχές διάστημα κρίσιμες και ενδεχομένως επώδυνες αποφάσεις που θα κρίνουν τόσο το μέλλον της κυβέρνησης όσο και της ίδιας της χώρας. Μέχρι πρότινος το σενάριο που προέβλεπε άμεση ολοκλήρωση των διαπραγματεύσεων και όσο το δυνατό γρηγορότερη επίτευξη συμφωνίας με τους δανειστές, προκειμένου όλα να έχουν διευθετηθεί πριν ανοίξει ο εκλογικός κύκλος στην Ευρώπη, αποτελούσε την επικρατέστερη εκδοχή. Τα ίδια τα κυβερνητικά στελέχη, εξάλλου, ήταν εκείνα που διαβεβαίωναν σε κάθε ευκαιρία και σε όλους τους τόνους, ότι η συγκεκριμένη εξέλιξη αποτελεί μονόδρομο και κατά συνέπεια αποκλειστική μέριμνα του Μαξίμου.
Οι αδικαιολόγητες καθυστερήσεις όμως –ανεξαρτήτως του ποιος φέρει την ευθύνη γι’ αυτές– και η έλλειψη αντανακλαστικών που εμφάνισε η κυβέρνηση, μη συνειδητοποιώντας έγκαιρα την τακτική κωλυσιεργίας των δανειστών, ανέτρεψαν κάθε σχεδιασμό, φέρνοντας για ακόμη μια φορά την Αθήνα με την πλάτη στον τοίχο.
Στην παρούσα φάση, μετά και το ναυάγιο που σημειώθηκε στην τελευταία συνεδρίαση του Eurogroup, οι ελπίδες για συνολική συμφωνία εντός Απριλίου, η οποία θα περιελάμβανε και τα πολυπόθητα μέτρα για το χρέος, φαντάζει μάλλον μακρινό όνειρο. Παρ’ όλ’ αυτά υπάρχουν ακόμη ισχυρές φωνές εντός της κυβέρνησης, που επιμένουν πως τίποτα δεν έχει ακόμα χαθεί και εισηγούνται στον Πρωθυπουργό να προχωρήσει σε κλείσιμο συμφωνίας, ακόμη και αν αυτό συνεπάγεται επώδυνους συμβιβασμούς.
Παράταση διαπραγμάτευσης
Μια επανάληψη του εφιάλτη του 2015 και της αγωνίας για την πληρωμή των δόσεων του Ιουλίου/Αυγούστου δεν θα γίνει με τους ίδιους «όρους» για την οικονομία, αλλά και για την ίδια τη χώρα, εξηγούν οικονομολόγοι και στελέχη της αγοράς, προειδοποιώντας για «αχαρτογράφητα νερά». Και τούτο, διότι η οικονομία –από την κοινωνία και την αγορά έως τον τραπεζικό τομέα– έχει δεχτεί έκτοτε πολλά «ραπίσματα», αλλά και γιατί οι γεωπολιτικοί συσχετισμοί δεν είναι οι ίδιοι.
Τα σενάρια μιας χρονοκαθυστέρησης έχουν εδώ και καιρό τεθεί επί τάπητος από στελέχη του ελληνικού οικονομικού επιτελείου. Σύμφωνα με πληροφορίες, έχουν καταστρώσει σχέδια «εύρεσης» διαθεσίμων που φτάνουν ακόμη και σε ένα ακραίο σενάριο, έως το φθινόπωρο του 2017 για κάθε ενδεχόμενο. Η βασική και ήδη εφαρμοζόμενη «μέθοδος» είναι αυτή των ληξιπροθέσμων.
Τα γνωστά «φέσια» του κράτους προς τους ιδιώτες ήδη, με βάση τα τελευταία στοιχεία Ιανουαρίου, αυξήθηκαν για πρώτη φορά έπειτα από πολλούς μήνες κατά 300 εκατ. ευρώ. Και έτσι έφτασαν στα 3,6 δισ. ευρώ, ποσό στο οποίο πρέπει να προστεθούν άλλα 1,2 δισ. ευρώ εκκρεμείς επιστροφές φόρων.
Ουσιαστικά, η αύξηση αυτή των διαθεσίμων μπορεί να αφήνει λεφτά στα κρατικά ταμεία, αλλά τσακίζει την αγορά με την άτυπη στάση πληρωμών προς προμηθευτές και συμβασιούχους και φορολογουμένους που περιμένουν την επιστροφή φόρου εισοδήματος ή ΦΠΑ. Το κύμα εξόδου καταθέσεων είναι μεγάλο. Στα 4 δισ. ευρώ φτάνει το ποσό που έφυγε το πρώτο δίμηνο. Στο Eurogroup, οι δηλώσεις Ντάισελμπλουμ, όχι μόνο για το τραπεζικό σύστημα, ήταν χαρακτηριστικές της κατάστασης. Μάλιστα, για πολλούς, ο λόγος που έλαβαν χώρα τα Brussels Group ήταν ακριβώς οι τράπεζες, δηλαδή μια λύση που θα σταθεροποιήσει λίγο το κλίμα. Μια τεράστια παράταση είναι βέβαιο ότι θα οδηγήσει σε μεγάλη αύξηση των «κόκκινων» δανείων, λόγω αδυναμίας πολιτών και επιχειρήσεων. Και αυτό για κάποια τραπεζικά στελέχη φέρνει στο προσκήνιο το σενάριο μιας νέας ανακεφαλαιοποίησης, που θα γίνει με το νέο «καθεστώς», ανατροφοδοτώντας την έξοδο καταθέσεων αλλά και διατηρώντας πλέον για πολύ καιρό τους κεφαλαιακούς ελέγχους.
Πηγή: Ο Φιλελεύθερος