Τον Ιούλιο του 2022, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (EKT) ανακοίνωσε την ιστορική απόφαση για αύξηση των επιτοκίων από -0.5% σε 0.0%. Αυτή η αύξηση σήμανε το τέλος μιας περιόδου αρνητικών επιτοκίων, με επιστροφή στο μηδενικό ποσοστό, ωστόσο τον Σεπτέμβριο του 2022 η ΕΚΤ ανακοίνωσε μια επιπλέον αύξηση, ύψους 0.75%. Με τον πληθωρισμό στην Ευρωζώνη να εντείνεται, με ιδιαίτερη ένταση στον ενεργειακό τομέα, η απόφαση της ΕΚΤ ήταν αναμενόμενη, παρόλο που οι οικονομικοί δείχτες δείχνουν επιπροσθέτους κινδύνους να ελλοχεύουν στο εγγύς μέλλον και συγκεκριμένα μια πιθανή ύφεση. 

Τι σημαίνει, όμως, για τον καταναλωτή και τις τράπεζες μια ακόμα αύξηση των επιτοκίων, πώς η επεκτατική νομισματική πολιτική εν καιρώ πανδημίας αντικατέστησε τη συσταλτική πολιτική του σήμερα και πόσο θετικό φαίνεται να είναι το 2023;

Για σκοπούς  απεικόνισης της σοβαρότητας της κατάστασης στην οποία βρίσκεται η οικονομία της Ευρωζώνης, σημειώνεται ότι ο πληθωρισμός για το 2022 υπολογίζεται να ξεπεράσει το 8%, δηλαδή τέσσερις φορές μεγαλύτερος από τον στόχο της ΕΚΤ που είναι το 2%, ενώ το καταστροφικό πέρασμα της παγκόσμιας πανδημίας είναι ακόμα αισθητό. Με την παγκόσμια οικονομία να βρίσκεται σε παρόμοια κατάσταση, καθίσταται άμεση η ανάγκη λήψης αποφάσεων σε δημοσιονομικό και νομισματικό επίπεδο.

Ιστορικά, με την αύξηση των επιτοκίων, οι κεντρικές τράπεζες ευελπιστούν στη μείωση της κατανάλωσης, που θεωρητικά οδηγεί και σε μείωση των τιμών. Οι τράπεζες λαμβάνουν υψηλότερο επιτόκιο για τα περιουσιακά τους στοιχεία, συμπεριλαμβανομένων δανείων και επενδύσεων, ενώ έχουν υψηλότερο κόστος καταθέσεων. Στην πράξη, επιχειρήσεις και ιδιώτες θα έχουν επιπρόσθετο κόστος για απόκτηση ενός δανείου, επηρεάζοντας άμεσα μελλοντικές επενδύσεις. Οι συγκεκριμένες οικονομικές πολιτικές, όμως, φαίνονται να είναι  άκρως αντίθετες με την πολιτική που επικράτησε εν καιρώ πανδημίας, κατά τα έτη 2020-2021, όταν οι ευρωπαϊκές κυβερνήσεις προωθούσαν τον καταναλωτή να ξοδέψει και τις τράπεζες να συνεχίσουν να δανείζουν, χρησιμοποιώντας το πακέτο οικονομικής ενίσχυσης δισεκατομμυρίων που δεσμεύτηκε από την ΕΕ το 2020.

Είναι γεγονός ότι μια τέτοια στροφή 180 μοιρών από επεκτατική σε περιοριστική νομισματική πολιτική, σε λιγότερο από δύο χρόνια, αποτελεί κάτι πρωτόγνωρο για τα χρονικά της Ευρωζώνης. Την ίδια στιγμή, δεν πρέπει να παραβλέψουμε δύο πολύ σημαντικά σημεία που επηρεάζουν άμεσα την επιλογή της συγκεκριμένης πολιτικής από την ΕΚΤ.

Πρώτον, η παγκόσμια οικονομία τα τελευταία δύο χρόνια αντιμετωπίζει ακραία γεγονότα, γνωστά με οικονομικούς όρους ως “black swans” (μαύροι κύκνοι). Αυτά τα γεγονότα είναι  η παγκόσμια πανδημία, συνοδευόμενη από ολικό κλείσιμο των οικονομιών λόγω lockdowns και πιο πρόσφατα η σοβαρή ενεργειακή κρίση ενισχυόμενη από της γεωπολιτικές εξελίξεις στην Ουκρανία.

Δεύτερο, οι αναλυτές εκφράζουν ανησυχίες για μια επερχόμενη οικονομική ύφεση της ευρωπαϊκής οικονομίας, ακολουθώντας την αμερικανική. Στην τελευταία μεγάλη ύφεση, την περίοδο της «κρίσης της Ευρωζώνης», την προηγούμενη δεκαετία, οι πολιτικές που χρησιμοποιήθηκαν (κυρίως πολικές λιτότητας) έχουν αποδειχθεί ιδιαίτερα επώδυνες και μη δημοφιλείς. Ουσιαστικά, η ευρωπαϊκή οικονομία είναι αντιμέτωπη με δυο μεγάλα μέτωπα, αυτό της πιθανής ύφεσης και του αυξανόμενου πληθωρισμού, επηρεαζόμενα άμεσα από τις διεθνείς συγκυρίες που είναι πέραν του ελέγχου των 27.

Παρά τη δυσοίωνη οικονομική ατμόσφαιρα που σχηματίζεται, αναγνωρίζονται και θετικά στοιχεία που διαφοροποιούν την εικόνα της σημερινής κατάστασης με παρόμοιες κρίσεις του παρελθόντος. Για αρχή, το ποσοστό ανεργίας είναι σε πτωτική τάση τα τελευταία χρόνια, με την Ευρωπαϊκή Επιτροπή να κάνει λόγο για το χαμηλότερο ποσοστό στα ιστορικά της ΕΕ (6% τον Ιούλιο ’22). Η χαμηλή ανεργία επιτρέπει στις ευρωπαϊκές κυβερνήσεις να εστιάσουν την προσοχή και τους πόρους τους στην αντιμετώπιση του πληθωρισμού, ενώ αποδεικνύεται ότι οι πολιτικές που πάρθηκαν εν καιρώ πανδημίας είχαν αποτέλεσμα.

Από την πλευρά του τραπεζικού/χρηματοοικονομικού τομέα, η υιοθέτηση των πρόσφατων οδηγιών, όπως για παράδειγμα του MIFID και της στενής εποπτείας τραπεζικών ιδρυμάτων από την Ευρωπαϊκή Αρχή Τραπεζών έχουν αδιαμφισβήτητα ενισχύσει την εμπιστοσύνη των πολιτών στο τραπεζικό σύστημα. 

Η παρούσα κατάσταση της οικονομίας καθιστά δύσκολο να προβλεφθεί με ακρίβεια το πώς θα μας υποδεχθεί το νέο έτος και το κατά πόσο τα μέτρα της ΕΚΤ θα είναι αρκετά για την αντιμετώπιση του πληθωρισμού. Το μόνο σίγουρο είναι ότι, τόσο για τον καταναλωτή όσο και για τα τραπεζικά ιδρύματα, το άμεσο μέλλον επιφυλάσσει δυσκολίες.

* Advisor, Risk Consulting, KPMG Ltd
Οι απόψεις και γνώμες που διατυπώνονται στο παρόν είναι αυτές του συγγραφέα 
και δεν εκπροσωπούν κατ’ ανάγκη τις απόψεις και γνώμες της KPMG Limited. Η επωνυμία και το λογότυπο της KPMG είναι εγγεγραμμένα εμπορικά σήματα, τα οποία χρησιμοποιούνται κατόπιν άδειας από τις ανεξάρτητες εταιρείες-μέλη του παγκόσμιου οργανισμού της KPMG.