Η πρόσφατη κλιμάκωση της πίεσης του Λευκού Οίκου προς την Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ υπερβαίνει επικίνδυνα τα όρια. Για το καλό της χώρας – και, παρεμπιπτόντως, για να αποφευχθεί η κατάρρευση της λαϊκής υποστήριξης που πιθανότατα θα ακολουθούσε μια σοβαρή αντίδραση των χρηματοπιστωτικών αγορών – η κυβέρνηση πρέπει να το ξανασκεφτεί.
Μέχρι τώρα, ο πρόεδρος της Fed Τζερόμ Πάουελ δεν είχει απαντήσει στις προσπάθειες του Λευκού Οίκου να επηρεάσει τις αποφάσεις της κεντρικής τράπεζας. Αλλά μετά την επίδοση κλήτευσης από το Υπουργείο Δικαιοσύνης που τον απειλεί με ποινική δίωξη, ο Πάουελ άφησε κατά μέρος την στάση που έχει κρατήσει τον τελευταίο καιρό, σπάζοντας την αξιοπρεπή σιωπή του με μια βιντεοσκοπημένη δήλωση: “Η απειλή ποινικών διώξεων είναι συνέπεια του γεγονότος ότι η Ομοσπονδιακή Τράπεζα των ΗΠΑ καθορίζει τα επιτόκια με βάση την καλύτερη εκτίμησή μας για το τι θα εξυπηρετήσει το κοινό, και όχι ακολουθώντας τις προτιμήσεις του προέδρου”.
Η έρευνα αφορά στην κατάθεση του Πάουελ στο Κογκρέσο πέρυσι σχετικά με την ανακαίνιση της έδρας της Fed – ένα έργο που, όπως και τα περισσότερα άλλα του είδους του, έχει κοστίσει πολύ περισσότερο σε χρήματα αλλά και χρόνο από ό,τι είχε αρχικά εκτιμηθεί. Από την πρώτη στιγμή, οι αναλυτές είδαν την έρευνα ως έναν τρόπο να ασκηθεί πίεση στη Fed με σκοπό να μειώσει τα επιτόκια πιο γρήγορα ή να αναγκάσει τον Πάουελ να παραιτηθεί από τη θέση του προέδρου, ώστε ο Λευκός Οίκος να μπορέσει να διορίσει τον διάδοχό του νωρίτερα από το προβλεπόμενο. Η νέα προοπτική ποινικής δίωξης είναι άνευ προηγουμένου και το διακύβευμα σημαντικότερο. Αντί να υποχωρήσει, ο Πάουελ πράττει σωστά και επιμένει στις θέσεις του.
Το υπουργείο Δικαιοσύνης δεν έχει μέχρι στιγμής προβεί σε κανένα σχόλιο. Ο πρόεδρος δηλώνει ότι δεν γνώριζε για τις κλητεύσεις και αρνείται ότι η οποιαδήποτε δίωξη θα σχετίζεται με τις διαφωνίες του με τον Πάουελ για τα επιτόκια. Αυτό πιθανότατα δεν θα είναι αρκετό για να καθησυχάσει τους επενδυτές ότι οι ΗΠΑ εξακολουθούν να έχουν μια ανεξάρτητη κεντρική τράπεζα.
Δεν θα έπρεπε να χρειάζεται να επαναλαμβάνουμε την ανάγκη για ανεξαρτησία της κεντρικής τράπεζας. Μόλις οι επενδυτές πιστέψουν ότι η νομισματική πολιτική καθορίζεται με βάση βραχυπρόθεσμους πολιτικούς υπολογισμούς, θα αναμένουν χαμηλότερα επιτόκια και, ως εκ τούτου, έπειτα από μια καθυστέρηση, υψηλότερο πληθωρισμό. Αυτή η προοπτική με τη σειρά της θα αυξήσει τα μακροπρόθεσμα επιτόκια (τα οποία η κεντρική τράπεζα δεν μπορεί να ελέγξει άμεσα), θα αυξήσει το κόστος δανεισμού, θα αποθαρρύνει τις ιδιωτικές επενδύσεις και θα δυσκολέψει την εξυπηρέτηση του δημόσιου χρέους (το οποίο στις ΗΠΑ ήδη αυξάνεται με μη βιώσιμο ρυθμό).
Μια ανεξάρτητη Fed προστατεύει την εκάστοτε κυβέρνηση από την πίεση να λάβει λάθος αποφάσεις – κάτι που βοηθά την οικονομία και, εκτός από πολύ βραχυπρόθεσμα, εξυπηρετεί και τα πολιτικά συμφέροντα της κυβέρνησης.
Ο Λευκός Οίκος είναι ευλόγως απασχολημένος με το αυξημένο κόστος ζωής και προσπαθεί να δείξει ότι θα κάνει τα πάντα για να θέσει υπό έλεγχο τα έξοδα των νοικοκυριών. Ωστόσο, μια μετωπική επίθεση στην ανεξαρτησία της Fed υπονομεύει αυτή την ατζέντα.
Όταν η κυβέρνηση παρεμβαίνει στη νομισματική πολιτική, είναι πιο δύσκολο για την κεντρική τράπεζα να προσφέρει αυτό που θέλει ο Λευκός Οίκος: χαμηλότερο κόστος χρηματοδότησης. Αυτή είναι μια συνταγή για χρηματοπιστωτικό πανικό και οικονομική καταστροφή. Ο πρόεδρος πρέπει να αλλάξει πορεία. Πρέπει να κατηγορήσει τους υπερβολικά ενθουσιώδεις αξιωματούχους για αυτή την τελευταία εξέλιξη, να κηρύξει κατάπαυση του πυρός και να δηλώσει ότι δεν έχει καμία πρόθεση να ασκεί νομισματική πολιτική από τον Λευκό Οίκο.
Η κυβέρνηση θα πρέπει στη συνέχεια να δεσμευτεί να αφήσει τον Πάουελ και τους συναδέλφους του να κάνουν τη δουλειά τους. Η συνέχιση αυτής της εκστρατείας εκφοβισμού είναι μια απόφαση που όλοι οι εμπλεκόμενοι θα μετανιώσουν.
Απόδοση – Επιμέλεια: Λυδία Ρουμποπούλου