Της Mary Ellen Klas
Η απόφαση του Ανωτάτου Δικαστηρίου των ΗΠΑ να ακυρώσει τους σαρωτικούς παγκόσμιους δασμούς του Προέδρου Ντόναλντ Τραμπ αποτελεί ένα ηχηρό wake-up call για το Κογκρέσο. Αν η νομοθετική εξουσία είχε κάνει τη δουλειά της πέρυσι και δεν είχε εκχωρήσει τη φορολογική της δικαιοδοσία όταν ο Λευκός Οίκος ξεκίνησε αυτό το άνευ προηγουμένου ταξίδι στον προστατευτισμό, ίσως να μην βρισκόμασταν στο χάος που αντιμετωπίζουμε τώρα.
Ωστόσο, με την απόφαση (6-3) που έλαβε στις 20 Φεβρουαρίου, το Ανώτατο Δικαστήριο όχι μόνο επιβεβαίωσε τη διάκριση των εξουσιών, αλλά και κάλεσε το Κογκρέσο να επαναδιεκδικήσει τον ρόλο του ως το σώμα που κατέχει την εξουσία των οικονομικών. Το Κογκρέσο οφείλει να αναλάβει τις ευθύνες του και να ξεκαθαρίσει στον πρόεδρο πως, αν θέλει να διατηρήσει τους δασμούς του, θα πρέπει να συνεργαστεί μαζί τους για να το πετύχει.
Αυτό βέβαια μπορεί να απαιτήσει πολλή πειθώ. Λίγες ώρες μετά την απόφαση, ο Τραμπ παραχώρησε μια ασαφή συνέντευξη τύπου, με την οποία υποτίμησε τόσο τους νομοθέτες όσο και το δικαστήριο. Σημείωσε ότι ορισμένοι δασμοί που είχε ήδη επιβάλει βάσει διαφορετικής νομικής εξουσιοδότησης δεν είχαν ακυρωθεί από τα δικαστήρια και ανακοίνωσε σχέδια για επέκταση άλλων, χρησιμοποιώντας το άρθρο 122 του νόμου περί εμπορίου του 1974. Η διάταξη αυτή επιτρέπει στον πρόεδρο να επιβάλλει επιπλέον δασμούς έως και 15%, αλλά μόνο για 150 ημέρες – όχι επ’ αόριστον.
Φυσικά, αν ο Τραμπ ήθελε οι δασμοί να διαρκέσουν περισσότερο από μερικούς μήνες, θα μπορούσε να συνεργαστεί με το Κογκρέσο για μια μακροπρόθεσμη λύση. Αλλά αυτό θα απαιτούσε να συμφωνήσει ότι οι νόμοι πρέπει να τηρούνται και ότι το Κογκρέσο είναι κλάδος της κυβέρνησης που οφείλει να σέβεται.
Τίποτα από τα δύο δεν πρόκειται να συμβεί. Όταν ένας δημοσιογράφος ρώτησε τον Τραμπ γιατί δεν προσπαθεί να λάβει την έγκριση του Κογκρέσου, εκείνος απάντησε: “Δεν χρειάζεται”. Στη συνέχεια, επέμεινε πεισματικά: “Έχω το δικαίωμα να επιβάλλω δασμούς. Πάντα είχα το δικαίωμα να επιβάλλω δασμούς”.
Το Κογκρέσο έχει δείξει ότι τα περισσότερα μέλη του δεν είναι υπέρμαχοι των δασμών, αλλά οι ηγέτες των Ρεπουμπλικανών δεν φαίνονται διατεθειμένοι να βρουν τις ψήφους για να κάνουν κάτι για αυτό. Μετά την απόφαση, ο πρόεδρος της Βουλής των Αντιπροσώπων Μάικ Τζόνσον ανέφερε σε μια ανάρτηση στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης ότι ο Λευκός Οίκος και οι ηγέτες του Κογκρέσου “θα καθορίσουν την καλύτερη πορεία τις επόμενες εβδομάδες”. Ο ηγέτης της πλειοψηφίας στη Γερουσία, Τζον Θουν, ήταν επιφυλακτικός, αφήνοντας να εννοηθεί σε μια ανάρτησή του ότι οι δασμοί θα πρέπει να περιορίζονται στην αντιμετώπιση “αθέμιτων εμπορικών πρακτικών και στην εξισορρόπηση των όρων ανταγωνισμού με τους ξένους ανταγωνιστές”.
Στην απόφασή τους, οι δικαστές φάνηκαν να υπενθυμίζουν στο Κογκρέσο ότι, ενώ ο πρόεδρος δεν μπορεί να επιβάλει μονομερώς απεριόριστους έκτακτους δασμούς, δεν στερείται επιλογών, αρκεί να συνεργάζεται με τους νομοθέτες.
Ο δικαστής Νιλ Γκόρσατς, ένας συντηρητικός που διορίστηκε από τον Τραμπ το 2017, φάνηκε να απευθύνεται απευθείας στον πρόεδρο και στην πτέρυγα MAGA του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος:
“Για όσους θεωρούν σημαντικό για την χώρα να επιβάλει περισσότερους δασμούς, καταλαβαίνω ότι η σημερινή απόφαση θα είναι απογοητευτική”, έγραψε ο Γκόρσατς. “Το μόνο που μπορώ να τους προσφέρω είναι ότι οι περισσότερες σημαντικές αποφάσεις που επηρεάζουν τα δικαιώματα και τις ευθύνες του αμερικανικού λαού (συμπεριλαμβανομένου του καθήκοντος να πληρώνουν φόρους και δασμούς) περνάνε από τη νομοθετική διαδικασία για κάποιο λόγο”.
Ο Γκόρσατς αναγνώρισε ότι “η νομοθετική διαδικασία μπορεί να είναι δύσκολη και να απαιτεί χρόνο”. Δεν αναφέρθηκε ονομαστικά στον πρόεδρο ή στην αποστροφή του για νομοθετικούς συμβιβασμούς, αλλά αναγνώρισε ότι “μπορεί να είναι δελεαστικό να παρακάμψει κανείς το Κογκρέσο όταν προκύπτει κάποιο επείγον πρόβλημα”.
Ο Γκόρσατς είπε κάτι που θα άρεσε στους συντάκτες του Συντάγματος. Σημείωσε ότι “η διαβουλευτική φύση της νομοθετικής διαδικασίας ήταν το βασικό σημείο του σχεδιασμού της. Μέσω αυτής της διαδικασίας, η χώρα μπορεί να αξιοποιήσει τη συνδυασμένη σοφία των εκλεγμένων εκπροσώπων του λαού, και όχι μόνο εκείνη μιας παράταξης ή ενός ατόμου”.
Στη συνέχεια, επισήμανε με σύνεση το γεγονός ότι όταν η νομοθεσία πρέπει να “κερδίσει ευρεία υποστήριξη”, είναι πιο πιθανό “να αντέξει, επιτρέποντας στους ανθρώπους να σχεδιάσουν τη ζωή τους με τρόπους που δεν μπορούν όταν οι κανόνες αλλάζουν από μέρα σε μέρα”.
Ο βουλευτής Ντον Μπέικον, Ρεπουμπλικανός της Νεμπράσκα, δημοσίευσε τα σχόλια του δικαστή στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης και έγραψε: “Τέλεια λόγια”.
Δυστυχώς, λίγοι από τους ηγέτες του Ρεπουμπλικανικού Κόμματος είχαν την ίδια αντίδραση.
Και υπάρχουν δύο λόγοι. Πρώτον, ο Τραμπ και οι ηγέτες του Κογκρέσου γνωρίζουν ότι το 60% των Αμερικανών αποδοκιμάζει τις πολιτικές του προέδρου σε θέματα δασμών. Και δεύτερον, ο Τραμπ έχει κυριαρχήσει στο Κογκρέσο για τόσο μεγάλο διάστημα που οι Ρεπουμπλικανοί φοβούνται να αντιδράσουν.
Τους τελευταίους 13 μήνες, το Κογκρέσο έχει παραιτηθεί από το ρόλο του ελεγκτικού μηχανισμού της εκτελεστικής εξουσίας. Οι νομοθέτες παρέμειναν σιωπηλοί όσο ο πρόεδρος έκοβε δισεκατομμύρια δολάρια από εγκεκριμένα κονδύλια, μετονόμασε το Κέντρο Κένεντι, που είχε ιδρυθεί από το Κογκρέσο, προς τιμήν του ίδιου, και κατάργησε υπηρεσίες που δεν του άρεσαν.
Το Κογκρέσο όχι μόνο επέτρεψε στον Τραμπ να χρησιμοποιήσει παράνομα ρυθμίσεις έκτακτης ανάγκης για να επιβάλει παγκόσμιους δασμούς, αλλά δεν έκανε τίποτα καθώς αυτός ξόδεψε χρήματα για πράγματα που δεν είχαν εγκριθεί ποτέ – όπως η μεταφορά 10 δισεκατομμυρίων δολαρίων από την αμερικανική κυβέρνηση στο “Συμβούλιο Ειρήνης” που ο ίδιος ελέγχει.
Και το Κογκρέσο απουσίαζε από την εποπτεία, επιτρέποντας στον πρόεδρο να απολύει διορισμένους -από το Κογκρέσο- από ανεξάρτητες επιτροπές, να δέχεται αμφιλεγόμενα δώρα από ξένες χώρες, να εμπλέκεται σε επιχειρηματικές συμφωνίες με ενδεχόμενη σύγκρουση συμφερόντων και να αποδεκατίζει το ομοσπονδιακό εποπτικό σύστημα.
Οι συντάκτες του Συντάγματος δεν ήθελαν το Κογκρέσο να είναι απλώς ένας ισότιμος κλάδος της εκτελεστικής εξουσίας. Ήθελαν να είναι η πρώτη εξουσία, επειδή είναι πιο κοντά στον λαό. Αυτό σημαίνει ότι μπορεί να αντικατοπτρίζει καλύτερα τις αξίες και τα συμφέροντα των πολιτών.
Το Κογκρέσο παραχωρεί εξουσία στους προέδρους εδώ και δεκαετίες, αλλά το Ανώτατο Δικαστήριο μόλις του έδωσε την άδεια να πατήσει το κουμπί της επανεκκίνησης. Είναι λυπηρό το γεγονός ότι χρειάστηκε να παρέμβει το δικαστήριο για να υπερασπιστεί τη συνταγματική εξουσία που οι βουλευτές του Κογκρέσου έχουν ορκιστεί να προστατεύουν. Αλλά δεν πρέπει να αφήσουν την ευκαιρία να πάει χαμένη. Ήρθε η ώρα να πούνε στον Τραμπ: “Τώρα αναλαμβάνουμε εμείς”.