Η Ελληνική Ζυθοποιία Ατάλαντης (ΕΖΑ) προχωρεί σε στρατηγική διεύρυνση της δραστηριότητάς της, δρομολογώντας την είσοδό της στη διανομή τσίπουρου και ούζου, σε μια περίοδο κατά την οποία η αγορά μπίρας βρίσκεται υπό έντονη πίεση.
Η αλλαγή αποτυπώθηκε και θεσμικά, καθώς ο εταιρικός σκοπός της ζυθοποιίας, που από το 2019 ελέγχεται από το fund Diorama II, διευρύνθηκε ώστε να περιλαμβάνει ρητά «το εμπόριο αλκοολούχων ποτών, μεταλλικού νερού και άλλων εμφιαλωμένων νερών». Η τροποποίηση καταχωρίστηκε στο Γενικό Εμπορικό Μητρώο, σηματοδοτώντας επίσημα τη στρατηγική μετατόπιση μιας εταιρείας που μέχρι σήμερα ήταν ταυτισμένη αποκλειστικά με την μπίρα.
Σύμφωνα με πληροφορίες, στο επίκεντρο της νέας δραστηριότητας θα βρεθούν το τσίπουρο και το ούζο, με την εταιρεία να βρίσκεται ήδη σε επαφές με Έλληνες παραγωγούς τσίπουρου. Ο σχεδιασμός φαίνεται να μην αφορά μεγάλα εμπορικά σήματα, αλλά μικρότερες, ανεξάρτητες ελληνικές αποσταγματοποιίες, των οποίων τα προϊόντα θα διακινούνται μέσω του υφιστάμενου δικτύου της ΕΖΑ στην αγορά HoReCa, εκεί όπου καταναλώνεται μεγάλο μέρος του εγχώριου τσίπουρου.
Η κίνηση αυτή εντάσσεται σε ένα ευρύτερο πλαίσιο αναπροσαρμογής στον κλάδο των αλκοολούχων ποτών. Οι ζυθοποιίες καλούνται να αναζητήσουν νέες πηγές εσόδων, καθώς η αγορά μπίρας επηρεάζεται από τη μειωμένη κατανάλωση, την υψηλή φορολογική επιβάρυνση και την εντεινόμενη διαπραγματευτική ισχύ του οργανωμένου λιανεμπορίου.
Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η εικόνα στην αγορά αποσταγμάτων. Σύμφωνα με πρόσφατη μελέτη του ΙΟΒΕ, οι πωλήσεις εμφιαλωμένου τσίπουρου αυξήθηκαν κατά 7,1% το 2024, φτάνοντας τις 586 χιλιάδες 9λιτρες κιβωτιομονάδες, ενώ το 2025 διατηρήθηκαν περίπου στα ίδια επίπεδα. Αντίθετα, το ούζο κινήθηκε πτωτικά, καταγράφοντας μείωση 20,5% και υποχωρώντας στις 652 χιλιάδες 9λιτρες κιβωτιομονάδες, με την κάμψη να συνεχίζεται και την επόμενη χρονιά. Συνολικά, οι καταγεγραμμένες πωλήσεις αποσταγμάτων διαμορφώθηκαν στα 5,1 εκατ. 9λιτρα κιβώτια το 2024, έναντι 5,2 εκατ. το 2023.
Παράγοντες της αγοράς αποδίδουν την ανθεκτικότητα του τσίπουρου και στη φορολογική επιβάρυνση. Ο ειδικός φόρος κατανάλωσης ανά μερίδα σερβιρίσματος για το τσίπουρο παραμένει αντίστοιχος με εκείνον της μπίρας, περίπου στα 20 λεπτά, παρά τη σημαντικά υψηλότερη περιεκτικότητα σε αλκοόλ. Αντίθετα, σε ποτά όπως το ουίσκι ή η βότκα η επιβάρυνση ανά ποτήρι φτάνει τα 41 λεπτά, ενισχύοντας το συγκριτικό πλεονέκτημα του τσίπουρου σε επίπεδο τελικής τιμής.
Την ίδια στιγμή, η νέα γενιά μεζεδοπωλείων με πιο προσιτές τιμές φαίνεται να στηρίζει επιπλέον τη ζήτηση, επαναφέροντας το προϊόν σε ευρύτερα καταναλωτικά κοινά, τόσο νεότερων όσο και μεγαλύτερων ηλικιών.
Στην αγορά μπίρας, τα στοιχεία για το πρώτο τρίμηνο του 2026 δείχνουν συνέχιση της πίεσης. Σε όγκο, η λιανική αγορά υποχώρησε κατά 3% σε σχέση με το αντίστοιχο διάστημα του 2025, επηρεασμένη κυρίως από έναν αδύναμο Μάρτιο και τις δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Σε αξία, η εικόνα ήταν ηπιότερη, με άνοδο 2,5%, καθώς οι μεγάλες εταιρείες περιόρισαν τις προωθητικές ενέργειες, επηρεασμένες και από το κανονιστικό πλαίσιο που συνδέεται με τις ανατιμήσεις και τις προσφορές. Σε ετήσια βάση, για τις 52 εβδομάδες έως τις 22 Μαρτίου 2026, η αγορά μπύρας κινείται με αύξηση 2,4% σε αξία.
Η υποχώρηση αυτή έρχεται μετά από μια ήδη δύσκολη χρονιά, καθώς η εγχώρια κατανάλωση μπίρας εκτιμάται ότι μειώθηκε κατά 5% το 2025, υπό το βάρος των πιέσεων που δέχεται συνολικά η κατανάλωση στην εστίαση.
Ένα ακόμη κρίσιμο μέτωπο για τον κλάδο είναι το σύστημα επιστροφής συσκευασιών (DRS), το οποίο προβλέπεται να τεθεί σε ισχύ από την 1η Ιουνίου. Παράγοντες της αγοράς εκτιμούν ότι ούτε οι παραγωγοί ούτε το λιανεμπόριο είναι πλήρως έτοιμοι για τη μετάβαση. Το νέο σύστημα αναμένεται να ενισχύσει περαιτέρω τα οργανωμένα σούπερ μάρκετ εις βάρος της ανεξάρτητης λιανικής, ενώ θεωρείται πιθανό να επηρεάσει και την αγοραστική συμπεριφορά των καταναλωτών. Στην αγορά αναμένεται νέα Κοινή Υπουργική Απόφαση μετά το Πάσχα, η οποία ενδέχεται να επεκτείνει τη μεταβατική περίοδο.
Την ίδια ώρα, το αυξημένο ενεργειακό κόστος και οι ανατιμήσεις στη συσκευασία ασκούν πρόσθετη πίεση στα περιθώρια κέρδους, με τους προμηθευτές υλικών να έχουν ήδη ανοίξει συζητήσεις για νέες αναθεωρήσεις τιμών.
Μέσα σε αυτό το περιβάλλον, η στροφή της ΕΖΑ στα αποστάγματα δεν αποτελεί μεμονωμένη κίνηση, αλλά μέρος μιας ευρύτερης τάσης διαφοροποίησης. Οι επιχειρήσεις του κλάδου αναζητούν νέες κατηγορίες προϊόντων, από αναψυκτικά και νερά μέχρι premium αλκοολούχα ποτά. Στην ίδια κατεύθυνση εντάσσεται και η δραστηριότητα της Αθηναϊκής Ζυθοποιίας, η οποία συνεχίζει τη διανομή των premium προϊόντων της Bacardi, αξιοποιώντας συνέργειες και στη νέα κατηγορία των mixers.
Η αγορά μπίρας, παραδοσιακά συνδεδεμένη με τη μεσαία τάξη και την κατανάλωση εκτός σπιτιού, βρίσκεται πλέον σε φάση μετάβασης. Η πίεση στο διαθέσιμο εισόδημα, η αβεβαιότητα γύρω από τον τουρισμό του 2026, το αυξημένο κόστος παραγωγής και οι εκκρεμότητες γύρω από το DRS συνθέτουν ένα σύνθετο και ασταθές τοπίο για το επόμενο διάστημα.