Νέο προφίλ αποκτά ο ελληνικός τουρισμός, καθώς, παρά τα διαδοχικά ρεκόρ σε αφίξεις και έσοδα, οι ξένοι επισκέπτες μένουν πλέον λιγότερες ημέρες στη χώρα, ενώ ενισχύονται τα ταξίδια εκτός υψηλής περιόδου, οι αεροπορικές αφίξεις, η κρουαζιέρα και τα επαγγελματικά ταξίδια.

Σύμφωνα με τη νέα μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ, με τίτλο «Εισερχόμενος Τουρισμός στην Ελλάδα 2025, Εξελίξεις και Τάσεις σε σχέση με 2024 και 2019», η μέση διάρκεια παραμονής των ξένων επισκεπτών έχει υποχωρήσει στις 6,1 διανυκτερεύσεις, από 7,4 πριν από την πανδημία, καταγράφοντας μείωση άνω του 17%.

Η εξέλιξη αυτή περιορίζει τη δυναμική των συνολικών διανυκτερεύσεων, οι οποίες παραμένουν ουσιαστικά στάσιμες σε σχέση με το 2019, παρά την αύξηση των αφίξεων. Κατά συνέπεια, επηρεάζεται και ο ρυθμός αύξησης των τουριστικών εσόδων.

Τη χρονιά που πέρασε, οι αφίξεις στην Ελλάδα, χωρίς την κρουαζιέρα, άγγιξαν τα 38 εκατ. επισκέπτες, σημειώνοντας αύξηση 21% σε σχέση με το 2019. Τα συνολικά έσοδα, μαζί με την κρουαζιέρα, διαμορφώθηκαν στα 23,6 δισ. ευρώ, σε ιστορικά υψηλά επίπεδα.

Ωστόσο, η μείωση της διάρκειας παραμονής λειτουργεί ως βασικός παράγοντας μεταβολής του τουριστικού μοντέλου. Αν και οι διανυκτερεύσεις ανήλθαν σε νέο υψηλό επίπεδο, κινούνται κοντά στα 230 εκατ., όπως συμβαίνει στα περισσότερα έτη μετά το 2019, με εξαίρεση την περίοδο των περιορισμών της πανδημίας.

Ενδεικτικό της τάσης είναι ότι η διάρκεια παραμονής μειώθηκε με διψήφιο ποσοστό σε σχέση με το 2019 και στις δέκα μεγαλύτερες αγορές του ελληνικού τουρισμού.

Η μεταβολή αποδίδεται σε συνδυασμό παραγόντων, μεταξύ των οποίων η διεθνής στροφή προς πιο σύντομα ταξίδια, η αύξηση του κόστους που οδηγεί σε πιο περιορισμένες διακοπές και η ενίσχυση των ημερήσιων επισκεπτών, κυρίως από γειτονικές χώρες.

Σύμφωνα με τη μελέτη, περίπου το 90% των ημερήσιων επισκεπτών προέρχεται από τέσσερις όμορες χώρες: την Αλβανία, τη Βόρεια Μακεδονία, τη Βουλγαρία και την Τουρκία. Οι επισκέπτες αυτοί αντιστοιχούν πλέον σχεδόν στο 10% των αφίξεων, χωρίς όμως να πραγματοποιούν διανυκτέρευση.

Παράλληλα, ενισχύεται περαιτέρω ο ρόλος των αεροπορικών αφίξεων. Οι επισκέπτες που φθάνουν αεροπορικώς αντιστοιχούν πλέον σε πάνω από το 70% του συνόλου, ενώ εμφανίζουν σαφώς υψηλότερη κατά κεφαλή δαπάνη σε σχέση με όσους εισέρχονται οδικώς.

Ως αποτέλεσμα, οι αεροπορικές αφίξεις συγκεντρώνουν πάνω από το 90% των τουριστικών εισπράξεων, ενισχύοντας τη σημασία των αεροπορικών συνδέσεων για τη συνολική απόδοση του ελληνικού τουρισμού.

Σημαντική άνοδο καταγράφει και η κρουαζιέρα, με τα έσοδα να έχουν διπλασιαστεί σε σχέση με το 2019 και να φθάνουν το 1 δισ. ευρώ. Η εξέλιξη συνδέεται και με την ενίσχυση της αμερικανικής αγοράς, αναδεικνύοντας παράλληλα την ανάγκη αναβάθμισης των λιμενικών υποδομών και καλύτερης αξιοποίησης των προορισμών.

Την ίδια ώρα, η έντονη εποχικότητα του ελληνικού τουρισμού εμφανίζει σημάδια σταδιακής υποχώρησης, χωρίς όμως να παύει να αποτελεί βασικό χαρακτηριστικό του κλάδου.

Το τρίτο τρίμηνο εξακολουθεί να συγκεντρώνει το μεγαλύτερο μέρος της τουριστικής δραστηριότητας, ωστόσο το μερίδιό του έχει περιοριστεί σε σχέση με τα προ πανδημίας επίπεδα. Πλέον αντιπροσωπεύει το 52,4% των αφίξεων, το 52,9% των διανυκτερεύσεων και το 52,5% των τουριστικών εισπράξεων, όταν το 2019 τα αντίστοιχα ποσοστά ξεπερνούσαν το 56% και έφθαναν έως και το 59% στα έσοδα.

Η μεταβολή αυτή δεν σημαίνει μείωση της καλοκαιρινής ζήτησης, αλλά σταδιακή ανακατανομή της τουριστικής δραστηριότητας μέσα στο έτος. Το μεγαλύτερο μέρος της απώλειας μεριδίου του τρίτου τριμήνου φαίνεται να μετακινείται προς το τέταρτο τρίμηνο, ενώ μικρότερη ενίσχυση καταγράφεται και την άνοιξη.

Παρά τη βελτίωση, περισσότερο από το μισό της τουριστικής κίνησης εξακολουθεί να συγκεντρώνεται σε τρεις μήνες, γεγονός που δείχνει ότι η εποχικότητα παραμένει ισχυρή.

Καθοριστικό ρόλο στη νέα συμπεριφορά των ταξιδιωτών διαδραματίζει και η κλιματική αλλαγή. Οι ιδιαίτερα υψηλές θερμοκρασίες του καλοκαιριού στρέφουν μέρος των επισκεπτών σε ηπιότερες περιόδους, όπως η άνοιξη και το φθινόπωρο.

Παράλληλα, οι δημογραφικές αλλαγές, όπως η γήρανση του πληθυσμού και η μείωση των οικογενειών με παιδιά, δημιουργούν μεγαλύτερη ευελιξία στον χρόνο των διακοπών, αποδυναμώνοντας σταδιακά την αποκλειστική σύνδεση των ταξιδιών με τη θερινή περίοδο.

Συνολικά, η μελέτη του ΙΝΣΕΤΕ δείχνει ότι ο ελληνικός τουρισμός εξακολουθεί να κινείται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, αλλά με διαφορετικά χαρακτηριστικά. Η μικρότερη διάρκεια παραμονής, η στροφή σε ταξίδια εκτός high season, η ενίσχυση των αεροπορικών αφίξεων, η άνοδος της κρουαζιέρας και η αύξηση των επαγγελματικών ταξιδιών διαμορφώνουν ένα νέο περιβάλλον για τον κλάδο.

Capital.gr