Πανευρωπαϊκό ρεκόρ σημειώθηκε στην Κύπρο στο κλείσιμο των τραπεζικών καταστημάτων στην Ευρωζώνη, με αποτέλεσμα ο αριθμός υποκαταστημάτων ανά 100.000 κατοίκους στην Ευρωζώνη να έχει μειωθεί από 55,4 το 2002 σε 29,6 το 2024.
Στην Κύπρο, ο εξορθολογισμός ήταν ακόμα πιο έντονος, καθώς ο δείκτης αυτός μειώθηκε από 137,3 το 2002 σε 19,4 το 2024, δηλαδή σε επίπεδα χαμηλότερα από τον μέσο όρο της Ευρωζώνης. Η μελέτη με θέμα «ανταγωνισμός στον τραπεζικό τομέα στη ζώνη του ευρώ: ανάλυση ανά χώρα και ειδική αναφορά στην Κύπρο» εκπονήθηκε από τους Άρη Αυγουστή και Στέφανη Μιχαήλ δημοσιεύθηκε στην ιστοσελίδα της Κεντρικής Τράπεζας τον Μάρτιο του 2026 και εξετάζει τη δομή των τραπεζικών αγορών στη ζώνη του ευρώ, τη σχέση μεταξύ ανταγωνισμού και μετάδοσης της νομισματικής πολιτικής και τη δυναμική της ισχύος αγοράς στο τραπεζικό σύστημα της Κύπρου.
Στην ενότητα «δομή του τραπεζικού τομέα στη ζώνη του ευρώ και μέτρηση του ανταγωνισμού» οι συντάκτες της μελέτης αναφέρουν «αντίστοιχα, η γεωγραφική πυκνότητα υποκαταστημάτων ανά τετραγωνικό χιλιόμετρο τεχνητής γης μειώθηκε στην Ευρωζώνη από 1,4 το 2012 σε 0,8 το 2022, ενώ στην Κύπρο σημείωσε μείωση από 1,7 σε 0,3 κατά την ίδια περίοδο. Οι εξελίξεις αυτές αντανακλούν τη στροφή προς την ψηφιακή τραπεζική, την εξοικονόμηση κόστους και τη συγκέντρωση του δικτύου».
Οι σημαντικές αλλαγές, υποδεικνύεται στη μελέτη, στη δομή του τραπεζικού τομέα στις χώρες της Ευρωζώνης τα τελευταία χρόνια αποτυπώνεται σε διάφορους δείκτες. Αρχικά, ο αριθμός των τραπεζικών ιδρυμάτων μειώνεται διαρκώς τα τελευταία 15 έτη σχεδόν σε όλες τις χώρες. Την τελευταία πενταετία, ο αριθμός των πιστωτικών ιδρυμάτων έχει μειωθεί κατά 4% στη ζώνη του ευρώ και κατά 36% στην Κύπρο. Παράλληλα, το μερίδιο των σημαντικών πιστωτικών ιδρυμάτων (Significant Institutions) στην Κύπρο μειώθηκε την τελευταία πενταετία, ενώ στην Ευρωζώνη παρέμεινε σταθερό. Σημαντική μείωση κατέγραψε και το μερίδιο των εγχώριων τραπεζών στην Κύπρο τα τελευταία πέντε χρόνια σε σχέση με τις τράπεζες ξένης ιδιοκτησίας». Πέρα από τη μείωση των τραπεζικών καταστημάτων, μειώθηκε και η απασχόληση στον τραπεζικό τομέα, από περίπου 2,2 εκατομμύρια θέσεις εργασίας στο τέλος του 2008 (1,8% της συνολικής απασχόλησης στη ζώνη του ευρώ) σε περίπου 1,8 εκατομμύρια σήμερα (1,2% της συνολικής απασχόλησης).
Aκόμη ένα ενδιαφέρον στοιχείο της μελέτης είναι ο βαθμός συγκέντρωσης των τραπεζών. Κάποιες χώρες έχουν παραδοσιακά εξαιρετικά υψηλή συγκέντρωση, όπως η Εσθονία, με δείκτη συγκέντρωσης των πέντε μεγαλύτερων τραπεζών (CR5) κοντά ή πάνω από το 90%, ενώ το ίδιο ισχύει και για τις άλλες χώρες της Βαλτικής. Στην μελέτη σημειώνεται ότι ο δείκτης συγκέντρωσης Herfindahl-Hirschman σε σχέση με τον πληθυσμό για αυτές τις χώρες είναι σημαντικά μικρότερος σήμερα σε σύγκριση με την Κύπρο (0,19-0,22 για τις χώρες της Βαλτικής σε σχέση με 0,31 για την Κύπρο), κάτι που καταδεικνύει ότι τα μερίδια αγοράς των πέντε μεγαλύτερων τραπεζών σε αυτές τις χώρες είναι πιο ίσα μεταξύ τους σε σύγκριση με τα αντίστοιχα μερίδια στην Κύπρο.
Στη μελέτη με βάση τα ευρήματα, προκύπτουν ορισμένα βασικά μηνύματα πολιτικής: η προώθηση ενός πιο ανταγωνιστικού τραπεζικού περιβάλλοντος στη ζώνη του ευρώ, και ειδικότερα στην Κύπρο, μπορεί να βελτιώσει τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής, να περιορίσει τα spreads μεταξύ επιτοκίων δανείων και καταθέσεων, και να ενισχύσει την πρόσβαση σε χρηματοδότηση για επιχειρήσεις και νοικοκυριά, ιδιαίτερα σε αγορές με υψηλή συγκέντρωση. Η ενδεχόμενη αύξηση της παρουσίας ευρωπαϊκών τραπεζών, συμπεριλαμβανομένων και ψηφιακών, αναμένεται ότι θα εντείνει τον ανταγωνισμό για τις εγχώριες τράπεζες. Η διατήρηση της ανταγωνιστικότητας και η συνεχής προσαρμογή των εγχώριων τραπεζών είναι σημαντικές για τη διατήρηση της ανθεκτικότητας του συστήματος και, συνολικά, της χρηματοοικονομικής σταθερότητας.
Ο πολύ έντονος ανταγωνισμός μπορεί να οδηγήσει σε υπερβολική ανάληψη κινδύνων, ειδικά από νέους συμμετέχοντες στην αγορά (fintechs, neobanks, πλατφόρμες πληρωμών) και ιδίως όταν δεν υπόκεινται σε ισοδύναμους ρυθμιστικούς και εποπτικούς κανόνες με τις παραδοσιακές τράπεζες. Επίσης, ενδείκνυται η συστηματική παρακολούθηση των εξελίξεων στα περιθώρια κέρδους και στην ισχύ αγοράς των τραπεζών στην Κύπρο, ιδιαίτερα μετά τις πρόσφατες εξαγορές μεγάλων τραπεζικών ιδρυμάτων, με στόχο τη συνεχή αξιολόγηση του τρόπου με τον οποίο η συγκέντρωση επηρεάζει τον βαθμό ανταγωνισμού και τη μετάδοση της νομισματικής πολιτικής.