Του David A. Deptula

Πρόσφατα συμμετείχα σε μια συζήτηση στο Atlantic Council που αφορούσε ένα κρίσιμο ζήτημα: τον αντίκτυπο από τη συνεχιζόμενη εκστρατεία παραπληροφόρησης του Βλαντίμιρ Πούτιν. Ποια είναι τα δεδομένα από τον πόλεμο Ρωσίας – Ουκρανίας σε σύγκριση με αυτά που μας λένε; 

O πόλεμος δεν διεξάγεται μόνο στο πεδίο της μάχης. Αλλά και σε επίπεδο αντιλήψεων και αφηγημάτων που επηρεάζουν την πολιτική βούληση και τις οικονομικές προσδοκίες.

Ο Πούτιν το καταλαβαίνει αυτό. Η στρατηγική του εξαρτάται λιγότερο από την επιτυχία στο πεδίο της μάχης και περισσότερο από το να πείσει τον κόσμο, ιδιαίτερα τις Ηνωμένες Πολιτείες, ότι η νίκη της Ρωσίας είναι αναπόφευκτη, ότι η υποστήριξη προς την Ουκρανία είναι μάταιη και ότι οι ρεαλιστές Αμερικανοί θα φέρονταν έξυπνα αν προετοιμάζονταν για μια επικερδή ομαλοποίηση της κατάστασης παρά για μια παρατεταμένη αντιπαράθεση. Όπως προειδοποίησε η Κάγια Κάλλας στη Διάσκεψη του Μονάχου για την Ασφάλεια: “Αυτήν τη στιγμή η Ρωσία απειλεί περισσότερο με αυτά που κερδίζει στο τραπέζι των διαπραγματεύσεων παρά με ό,τι έχει πετύχει στο πεδίο της μάχης”.

Η φαινομενικά αναπόφευκτη ρωσική νίκη δεν είναι γεγονός. Είναι ένα αφήγημα. Και όταν συγκρίνεται με την πραγματικότητα, το αφήγημα καταρρέει.

Τι συμβαίνει πραγματικά στην Ουκρανία

Στο στρατιωτικό σκέλος πρόκειται για έναν εξαντλητικό πόλεμο φθοράς, όπου η Ουκρανία συνεχίζει να αντιστέκεται και να εμποδίζει τη Ρωσία να πετύχει τους στρατηγικούς της στόχους, παρά την τεράστια πίεση που δέχεται.

Σε στρατηγικό επίπεδο, η Ρωσία επεδίωξε να καταλάβει γρήγορα το Κίεβο, να ανατρέψει την κυβέρνηση της Ουκρανίας, να “ενσωματώσει” τη χώρα στη σφαίρα επιρροής της και να διασπάσει το ΝΑΤΟ. Κανένας από αυτούς τους στόχους δεν έχει επιτευχθεί. Το Κίεβο παραμένει η πρωτεύουσα μιας κυρίαρχης Ουκρανίας. Η κυβέρνησή της λειτουργεί. Το ΝΑΤΟ είναι μεγαλύτερο και ισχυρότερο από ό,τι πριν από την εισβολή.

Πριν από πέντε χρόνια, ποιος φανταζόταν πως Φινλανδία και Σουηδία θα ενταχθούν στο ΝΑΤΟ. Σήμερα, και οι δύο χώρες είναι μέλη της Βορειο-Ατλαντικής Συμμαχίας. Πρόσφατα επισκέφθηκα την αμερικανική αεροπορική βάση όπου οι Φινλανδοί πιλότοι εκπαιδεύονται στα F-35 και επιθεώρησα το πρώτο φινλανδικό αεροσκάφος. Γεγονός αδιανόητο πριν από την εισβολή του Πούτιν στην Ουκρανία.

Σε επιχειρησιακό επίπεδο, η Ουκρανία έχει συγκρατήσει τις ρωσικές χερσαίες δυνάμεις σε ένα μέτωπο έκτασης περίπου 1.000 χιλιομέτρων. Έχει εξουδετερώσει την αποτελεσματική χρήση της Μαύρης Θάλασσας από τη Ρωσία και της έχει στερήσει την υπεροχή στους αιθέρες πάνω από το ουκρανικό έδαφος, παρόλο που η Ρωσική Αεροπορία θεωρούνταν σύγχρονη.

Ο λόγος των απωλειών που έχουν Ρώσοι και Ουκρανοί στο πεδίο της μάχης είναι υπέρ του Κίεβου, από 2,5:1 έως 7:1. Ακόμη και όταν οι ρωσικές δυνάμεις προωθούνται μερικά χιλιόμετρα, το πετυχαίνουν με τεράστιο κόστος σε ανθρώπινο δυναμικό.

Ο αριθμός των θυμάτων επιβεβαιώνει δύο πραγματικότητες: Πρώτον, η Ρωσία είναι διατεθειμένη να πληρώσει βαρύ αντίτιμο, θυσιάζοντας ανθρώπινες ζωές, για να κερδίσει εδάφη. Δεύτερον, ο χρόνος ευνοεί τη Μόσχα μόνο αν η άμυνα της Ουκρανίας εξασθενήσει πιο γρήγορα από το ανθρώπινο δυναμικό και την παραγωγική βάση της Ρωσίας.

Αυτή είναι και η κυρίαρχη δυναμική αυτού του πολέμου. Δεν έχει γρήγορες ανατροπές. Οι βασικοί παράγοντες είναι η αντοχή, η βιομηχανική ικανότητα και πολιτική βούληση. Το ρωσικό αφήγημα κάνει λόγο για “αναπόφευκτη” τελική νίκη, αλλά το πεδίο της μάχης δείχνει φθορά χωρίς δυναμική.

Η βούληση της Ουκρανίας δεν αμφισβητείται. Η αβέβαιη μεταβλητή είναι η αποφασιστικότητα της Δύσης.

Απώλειες, στρατολόγηση και ένα καθεστώς προσηλωμένο στον πόλεμο

Τα επίπεδα απωλειών της Ρωσίας —τα υψηλότερα από τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, σύμφωνα με αξιόπιστες εκτιμήσεις— δείχνουν ότι η Μόσχα δίνει ζωές για να πάρει χρόνο χωρίς να πετυχαίνει σημαντικά αποτελέσματα. Οι μεγάλες απώλειες σε συνδυασμό με τα μικρά εδαφικά κέρδη υποδηλώνουν περιορισμένη ευελιξία και προσαρμογή, και εξάρτηση από την ωμή βία.

Τα πρότυπα στρατολόγησης ενισχύουν αυτή την εικόνα. Η Ρωσία έχει στρατολογήσει κατάδικους, άτομα με χρέη και ξένους μισθοφόρους. Το Κρεμλίνο ξοδεύει περισσότερα ρούβλια για την αποζημίωση των οικογενειών των στρατιωτών που σκοτώθηκαν σε μάχη από ό,τι για την πληρωμή των μισθών του ενεργού προσωπικού ή τη στρατολόγηση νέων στρατιωτών. Όλα αυτά δεν είναι δείκτες βιωσιμότητας, αλλά πίεσης.

Βέβαια, ο Πούτιν δεν πολεμά μόνο για εδάφη. Πολεμά και για την πολιτική του επιβίωση.

Έχοντας παρουσιάσει την εισβολή ως υπαρξιακό ζήτημα για τη Ρωσία, την έχει μετατρέψει σε υπαρξιακό ζήτημα για τον ίδιο. Ο Πούτιν δεν έχει μεγάλα πολιτικά περιθώρια για να μην παρουσιάσει την πορεία του πολέμου στην Ουκρανία ως επιτυχία. Όσο συνεχίζεται ο πόλεμος, τόσο περισσότερο αμφισβητείται η νομιμότητα του καθεστώτος του. Και αυτό εξηγεί γιατί η Μόσχα είναι διατεθειμμένη να απορροφήσει μεγάλες απώλειες. Ο τερματισμός του πολέμου χωρίς απτά οφέλη ενέχει τον κίνδυνο να αποκαλυφθεί το τεράστιο ανθρώπινο και οικονομικό κόστος που έχει επιβαρύνει τη Ρωσία.

Επομένως, αυτό που βλέπουμε δεν είναι το προφίλ ενός νικητή. Αλλά ένα καθεστώς που θυσιάζει ζωές για να κερδίσει χρόνο, ελπίζοντας ότι η κόπωση της Δύσης, οι πολιτικοί διχασμοί ή οι οικονομικοί πειρασμοί θα του προσφέρουν αυτό που δεν κατάφεραν τα επιτεύγματα στο πεδίο της μάχης.

Το οικονομικό αφήγημα 

Οι οικονομικές σχέσεις της Μόσχας με την Ουάσινγκτον φαίνεται πως θα βελτιωθούν, ειδικά σε περίπτωση που ο πόλεμος επιλυθεί με όρους ευνοϊκούς για τη Ρωσία. Το συμπέρασμα είναι σαφές: η Ρωσία μπορεί να είναι και αντίπαλος και ευκαιρία. Αν ο πόλεμος τελειώσει με αποδεκτούς όρους, οι αμερικανικές επιχειρήσεις ίσως ανακτήσουν την πρόσβαση σε ενέργεια και άλλους φυσικούς πόρους και οι εμπορικές σχέσεις τους με τη Ρωσία να αναθερμανθούν.

Πρόκειται για ένα στρατηγικό πλαίσιο που έχει σχεδιαστεί για να προσελκύσει όσους δίνουν προτεραιότητα στις εμπορικές συμφωνίες και στην οικονομική απόδοση. Το υπονοούμενο είναι σαφές: Γιατί να συνεχίσουμε την δαπανηρή υποστήριξη προς την Ουκρανία, όταν η ομαλοποίηση της κατάστασης θα μπορούσε να αποφέρει οικονομικά οφέλη;

Αλλά αυτό το επιχείρημα βασίζεται στην ίδια ψευδαίσθηση με το αφήγημα της “αναπόφευκτης” ρωσικής νίκης.

Πρώτον, η Ρωσία δεν διαπραγματεύεται από θέση ισχύος, αλλά από θέση αδιεξόδου. Δεύτερον, αυτό που ο Πούτιν προσφέρει ως οικονομική “ευκαιρία” είναι, στην πραγματικότητα, το αποτέλεσμα της γεωπολιτικής πίεσης που ασκεί η Δύση. Είναι μοχλός πίεσης, όχι συνεργασία. Τρίτον, η ανταμοιβή της επιθετικότητας με την αποκατάσταση των σχέσεων θα έστελνε λάθος μηνύματα στον κόσμο –ιδιαίτερα στο Πεκίνο– ότι η στρατιωτική δύναμη μπορεί να αποφέρει όχι μόνο εδαφικά κέρδη, αλλά και οικονομική ομαλοποίηση.

Ο Πούτιν προσπαθεί να συμψηφίσει το “αναπόφευκτο” με την ευκαιρία. Πρόκειται για ψυχολογική πίεση που “πλασάρεται” με εμπορική γλώσσα.

Το αφήγημα δεν υποκαθιστά τη δυναμική

Κάποιοι υποστηρίζουν ότι το μεγαλύτερο πλεονέκτημα του Πούτιν είναι η κυριαρχία του αφηγήματος – ότι επιβάλλοντας το “story” της αναπόφευκτης νικης, η Ρωσία στοχεύει να διαμορφώσει τις διαπραγματεύσεις ανεξάρτητα από την πραγματικότητα στο πεδίο της μάχης. Το αφήγημα έχει σημασία. Αλλά αφήγημα χωρίς δυναμική είναι προπαγάνδα.

Ο Πούτιν ποντάρει στο ότι η Ρωσία θα μπορεί να απορροφήσει το κόστος του πολέμου για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα από ό,τι η Δύση – ότι οι δημοκρατίες θα κουραστούν, ότι τα επιχειρηματικά συμφέροντα θα ασκήσουν πιέσεις για ομαλοποίηση και ότι οι πολιτικοί ηγέτες θα επιλέξουν τη βραχυπρόθεσμη οικονομική εμπλοκή αντί της μακροπρόθεσμης στρατηγικής σταθερότητας.

Η Δύση μπορεί να κάνει αυτή την εκτίμηση να αποδειχθεί εσφαλμένη.

Οι αδυναμίες της Ρωσίας είναι πραγματικές. Το ανθρώπινο δυναμικό της βρίσκεται υπό πίεση. Η οικονομία της στρατιωτικοποιείται όλο και περισσότερο και έχει αδυναμίες. Οι κυρώσεις έχουν περιορίσει την πρόσβαση σε τεχνολογία και κεφάλαια. Και η στρατηγική της βασίζεται στην πεποίθηση ότι η οι υποδομές που στηρίζουν τον πόλεμο παραμένουν σε μεγάλο βαθμό αλώβητες. Όσο οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι Ευρωπαίοι σύμμαχοι δεν παρέχουν στην Ουκρανία τα μέσα για να αμφισβητήσει τα πιστεύω της Μόσχας, το Κρεμλίνο θα συνεχίσει να έχει την ψευδαίσθηση ότι μπορεί να αντέξει.

Η ειρήνη δια της ισχύος απαιτεί πραγματική δύναμη

Για να οδηγηθεί ο Πούτιν σε σοβαρές διαπραγματεύσεις, πρέπει να βρεθεί αντιμέτωπος με κόστος που δεν μπορεί να σηκώσει. Μέχρι στιγμής, η πολιτική των ΗΠΑ εστιάζει στην αποφυγή της κλιμάκωσης παρά στο να καθορίσει τις εξελίξεις με αποφασιστικότητα. Αυτή η προσέγγιση έχει βοηθήσει την Ουκρανία να αποφύγει την ήττα. Δεν έχει δημιουργήσει όμως τις προϋποθέσεις για νίκη.

Η ειρήνη δια της ισχύος λειτουργεί μόνο αν έχει πραγματικά ερείσματα.

Που θα πει πως θα πρέπει να εξοπλίσουμε την Ουκρανία ώστε να έχει τη δυνατότητα να επιτίθεται για πολύ καιρό ακόμα, με προηγμένα οπλικά συστήματα που θα μπορούν να πλήξουν κέντρα διοίκησης, υποδομές logistics, ενεργειακές υποδομές, πόρους που στηρίζουν τον πόλεμο κ.ο.κ. 

Το στρατηγικό μήνυμα

Ο τρόπος με τον οποίο θα τελειώσει αυτός ο πόλεμος θα διαμορφώσει τα γεγονότα και έξω από την Ευρώπη. Εάν η επιθετικότητα της Ρωσίας ανταμειφθεί με ομαλοποίηση και επικερδή αναθέρμανση των εμπορικών σχέσεων, το μάθημα για την Κίνα —και άλλες ρεβιζιονιστικές δυνάμεις— θα είναι σαφές: απλώς υπομείνετε τις κυρώσεις, απορροφήστε τις απώλειες, χειραγωγήστε το αφήγημα και θα ικανοποιηθούν οι στόχοι σας.

Εάν η επιθετικότητα αντιμετωπιστεί με διαρκή αντίσταση και μη επίτευξη των στόχων, η αποτροπή μελλοντικών επιθέσεων θα ενισχυθεί.

Στρατιωτικά, η Ουκρανία έχει διαψεύσει ήδη το ρωσικό αφήγημα της “αναπόφευκτης νίκης”. Αυτό που παραμένει αβέβαιο είναι αν οι Ηνωμένες Πολιτείες και οι σύμμαχοί τους θα επιτρέψουν στον οικονομικό πειρασμό και στο “αφήγημα” να αντικαταστήσουν τη στρατηγική σαφήνεια και τις αξίες που συμμερίζονται οι άνθρωποι στον ελεύθερο κόσμο.

Τα γεγονότα λένε μια διαφορετική ιστορία από αυτήν που αφηγείται η Μόσχα — μια ιστορία έντασης, φθοράς και αδυναμίας.

Η ιστορία θα θυμάται ποια εκδοχή επιλέξαμε να πιστέψουμε — και να ακολουθήσουμε.

Forbes