Του Ariel Cohen

Καθώς ο κόσμος παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα το επόμενο επεισόδιο στο σήριαλ ΗΠΑ-Ιράν, οι τίτλοι των ειδήσεων αναφέρουν: η χειρότερη διαταραχή στην προμήθεια πετρελαίου στην Ιστορία, το ένα πέμπτο της παγκόσμιας προσφοράς σε κίνδυνο, το Brent κοντά στα 110 δολάρια. Ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας έχει προειδοποιήσει ότι ο πόλεμος με το Ιράν αποτελεί ένα πρωτόγνωρο σοκ στην προσφορά. Ωστόσο, πριν το χαρακτηρίσουμε ως την απόλυτη ενεργειακή κρίση, πρέπει να θέσουμε ένα απλό ερώτημα: σε σύγκριση με τι;

Το εμπάργκο πετρελαίου του 1973, που συχνά θεωρείται ως σημείο αναφοράς, προσφέρει μια χρήσιμη οπτική. Τότε, οι τιμές του πετρελαίου τετραπλασιάστηκαν, οι ουρές στα βενζινάδικα εκτείνονταν για χιλιόμετρα και ολόκληροι κλάδοι έβαλαν λουκέτο. Σήμερα, παρά τη μεγαλύτερη διαταραχή σε φυσικό επίπεδο, η παγκόσμια οικονομία συνεχίζει να κινείται. Αυτή η αντίθεση δεν είναι τυχαία. Είναι το αποτέλεσμα πέντε δεκαετιών με διαρθρωτικές αλλαγές στον τρόπο λειτουργίας των αγορών ενέργειας.

Τι συνέβη το 1973

Το αραβικό εμπάργκο πετρελαίου το 1973–1974 ήταν ένα γεωπολιτικό “αριστούργημα”. Τα αραβικά μέλη του OPEC, που λειτουργούσαν ως Οργανισμός Αραβικών Χωρών Εξαγωγών Πετρελαίου (OAPEC), μείωσαν την παραγωγή κατά περίπου 4,5 εκατ. βαρέλια ημερησίως θέλοντας να πλήξουν χώρες που υποστήριζαν το Ισραήλ. Ο αντίκτυπος ήταν άμεσος και σοβαρός, παρόλο που προμηθευτές όπως το Ιράν και η Βενεζουέλα συνέχισαν να παράγουν και να πωλούν πετρέλαιο.

Οι τιμές του πετρελαίου εκτοξεύτηκαν: από τα 3 δολάρια το βαρέλι ξεπέρασαν τα 12 δολάρια, μια αύξηση της τάξης του 400%. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι τιμές της βενζίνης αυξήθηκαν από 38 σεντς το γαλόνι στις αρχές του 1973 σε 55 σεντς το 1974, αύξηση περίπου 45%. Ο ευρύτερες οικονομικές επιπτώσεις ήταν καταστροφικές. Ο πληθωρισμός εκτοξεύθηκε, η ανάπτυξη επιβραδύνθηκε και οι καταναλωτές αντιμετώπισαν περιορισμούς στην προμήθεια καυσίμων. Η Ευρώπη απαγόρευσε την οδήγηση τις Κυριακές και το Ηνωμένο Βασίλειο επέβαλε τριήμερη εβδομάδα εργασίας. Η Ιαπωνία, η οποία καλύπτε τις ενεργειακές τις ανάγκες σε ποσοστό 77% από εισαγωγές, αντιμετώπισε σοβαρό πρόβλημα.

Η κρίση αποκάλυψε μια σκληρή πραγματικότητα: η παγκόσμια οικονομία εξαρτιόταν από ένα μόνο εμπόρευμα και από μια μόνο περιοχή. Εκείνη την εποχή, o OAPEC έλεγχε περισσότερο από το 50% της παγκόσμιας αγοράς πετρελαίου. Υπήρχαν λίγες εναλλακτικές λύσεις, περιορισμένα αποθέματα και σχεδόν κανένας μηχανισμός για τη σταθεροποίηση των αγορών.

Η σύγκριση με τον πόλεμο στο Ιράν το 2026

Στο σήμερα, τα νούμερα φαίνονται ανησυχητικά λόγω των υψηλότερων τιμών βάσης και των μεγαλύτερων όγκων, αλλά υπάρχει διαφορετική εικόνα. Σύμφωνα με πρόσφατη ανάλυση του Reuters, η σύγκρουση στο Ιράν έχει οδηγήσει στην απόσυρση τουλάχιστον 12 εκατ. βαρέλια ημερησίως από την αγορά, ποσότητα που αντιστοιχεί σε περίπου 11,5% της παγκόσμιας ζήτησης. Το ποσοστό υπερβαίνει τη διαταραχή του 1973, που η απόσυρση έφτασε στο 7% της παγκόσμιας ζήτησης. Ωστόσο, η διαταραχή του 1973 συνέβη εν μέσω ενός παγκόσμιου πληθωριστικού ντόμινο και σοβαρών δημοσιονομικών πιέσεων από τον πόλεμο του Βιετνάμ.

Το Στενό του Ορμούζ, από το οποίο διέρχεται περίπου το ένα πέμπτο της παγκόσμιας παραγωγής πετρελαίου, έχει ουσιαστικά κλείσει. Οι εξαγωγές LNG από τον Κόλπο, που καλύπτουν περίπου το ένα τέταρτο της παγκόσμιας αγοράς LNG, έχουν περιοριστεί επίσης. Διαταραχές εμφανίζονται και στις αγορές διυλισμένων καυσίμων, από τα καύσιμα αεροσκαφών έως το ντίζελ.

Ωστόσο, η αντίδραση των τιμών δείχνει μια διαφορετική εικόνα. Το Brent έχει αυξηθεί κατά περίπου 44%, φτάνοντας τα 109 δολάρια το βαρέλι. Οι τιμές της βενζίνης στις ΗΠΑ έχουν ξεπεράσει τα 4 δολάρια το γαλόνι. Οδυνηρό, ναι, αλλά δεν πλησιάζει καν τον τετραπλασιασμό των τιμών που παρατηρήθηκε το 1973. Σε παγκόσμιο επίπεδο, οι πρόσφατες διαταραχές έχουν προκαλέσει αυξήσεις τιμών της τάξης του 40–60%, πολύ κάτω από την ιλιγγιώδη αύξηση 400% την εποχή του εμπάργκο.

Ακόμη πιο εντυπωσιακό: δεν υπάρχουν ουρές στα βενζινάδικα. Περιστασιακός και ήπιος περιορισμός (μέχρι στιγμής στο Μπαγκλαντές και τη Σρι Λάνκα). Καμία συστημική κατάρρευση.

Τι εξηγεί το χάσμα μεταξύ μεγαλύτερων διαταραχών και μικρότερων τιμολογιακών κραδασμών;

Η απάντηση βρίσκεται στη διαρθρωτική μεταμόρφωση. Το σημερινό ενεργειακό σύστημα είναι πιο διασυνδεδεμένο, διαφοροποιημένο και οικονομικά εξελιγμένο. 

Ας ξεκινήσουμε από την προσφορά. Στη δεκαετία του 1970, ο κόσμος εξαρτιόταν σε μεγάλο βαθμό από το πετρέλαιο της Μέσης Ανατολής. Σήμερα, η παραγωγή εκτείνεται στις Ηνωμένες Πολιτείες, στον Καναδά, στη Βραζιλία, στη Νορβηγία, στην Αγκόλα, στη Νιγηρία, στο Καζακστάν και αλλού. Σε σχέση με τις εξαγωγές της Σοβιετικής Ένωσης που ανέρχονταν σε 2,4 εκατ. βαρέλια την ημέρα το 1974, η Ρωσία έχει διπλασιάσει τις εξαγωγές της σε 4,8 εκατ. βαρέλια την ημέρα. Το μερίδιο του OPEC έχει μειωθεί σε περίπου 35–40%. Όταν μια περιοχή παρουσιάζει δυσκολίες, άλλες μπορούν να αντισταθμίσουν την απώλεια.

Επιπλέον, υπάρχουν τα στρατηγικά αποθέματα πετρελαίου. Μετά την κρίση του 1973, οι χώρες δημιούργησαν αποθέματα έκτακτης ανάγκης, τα οποία συντονίζονται μέσω του Διεθνούς Οργανισμού Ενέργειας. Στην τρέχουσα σύγκρουση, έχουν διατεθεί περίπου 400 εκατ. βαρέλια για τη σταθεροποίηση των αγορών, μια κίνηση αδιανόητη το 1973.

Οι χρηματαγορές διαδραματίζουν επίσης σταθεροποιητικό ρόλο. Η άνοδος των futures πετρελαίου από τα τέλη της δεκαετίας του 1980 έχει επιτρέψει στις εταιρείες και στις κυβερνήσεις να αντισταθμίζουν την αστάθεια. Οι τιμές προσαρμόζονται ταχύτερα και ο πανικός εξαπλώνεται λιγότερο.

Η ζήτηση έχει επίσης εξελιχθεί. Η κατανάλωση ενέργειας ανά μονάδα ΑΕΠ, έχει μειωθεί κατά περίπου 50% από τη δεκαετία του 1970. Οι οικονομίες είναι πιο αποδοτικές, λιγότερο εξαρτημένες από το πετρέλαιο και πιο ικανές να απορροφούν τους κραδασμούς. Λόγω της έκρηξης της παραγωγής σχιστολιθικού πετρελαίου και της άρσης της απαγόρευσης εξαγωγής πετρελαίου και LNG, οι Ηνωμένες Πολιτείες έχουν μετατραπεί από καθαρός εισαγωγέας το 1974 σε καθαρός εξαγωγέας σήμερα, παράγοντας 68% περισσότερη ενέργεια από ό,τι πριν από πέντε δεκαετίες, σύμφωνα με την Αμερικανική Υπηρεσία Ενέργειας.

Oι παραλληλισμοί που εξακολουθούν να έχουν σημασία

Παρά τις διαφορές αυτές, οι ομοιότητες δεν είναι ασήμαντες. Και οι δύο κρίσεις καταδεικνύουν ότι η ενέργεια παραμένει γεωπολιτικό όπλο. Οι διαταραχές στην προσφορά προκαλούν μεταβλητότητα στις χρηματαγορές, ενισχύουν το δολάριο και μετατοπίζουν τις παγκόσμιες ροές κεφαλαίων.

Στη δεκαετία του 1970, τα “πετροδόλαρα” αναδιαμόρφωσαν το παγκόσμιο χρηματοπιστωτικό σύστημα, διοχετεύοντας τα έσοδα από το πετρέλαιο στα τραπεζικά συστήματα της Δύσης. Σήμερα, τα κρατικά επενδυτικά ταμεία των χωρών που εξάγουν ενέργεια εξακολουθούν να διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στις παγκόσμιες επενδύσεις, από τα ιδιωτικά επενδυτικά κεφάλαια έως τις υποδομές. Οι εκστρατείες άσκησης επιρροής που χρηματοδοτούνται από το πετρέλαιο και το LNG μέσω του ακαδημαϊκού χώρου, των μέσων μαζικής ενημέρωσης και των κοινωνικών δικτύων επηρεάζουν τις απόψεις του κοινού και την εξωτερική πολιτική των κρατών.

Η τωρινή κρίση καταδεικνύει τη σημασία στρατηγικών hotspot όπως το Στενό του Ορμούζ. Η γεωγραφία εξακολουθεί να έχει σημασία. Το ίδιο ισχύει και για τη διάρκεια. Όπως σημειώνουν οι οικονομολόγοι, οι συνέπειες από μια σύντομη σύγκρουση μπορεί να ξεθωριάσουν γρήγορα, ενώ μια παρατεταμένη διαταραχή θα μπορούσε να αναδιαμορφώσει τα εμπορικά πρότυπα, ειδικά στα ενεργειακά εμπορεύματα, και να καθορίσει τις επενδυτικές στρατηγικές για τις επόμενες δεκαετίες.

Γιατί κερδίζει η αλληλεξάρτηση και τι ακολουθεί

Εδώ είναι το αντιφατικό συμπέρασμα: το παγκόσμιο ενεργειακό σύστημα έχει γίνει πιο ανθεκτικό ακριβώς επειδή είναι πιο διασυνδεδεμένο.

Το 1973, ένας ενιαίος εξαγωγικός συνασπισμός (OAPEC) μπορούσε να “στραγγαλίσει” την προσφορά και να καθορίσει τις τιμές. Το 2026, ακόμη και μια μαζική διαταραχή δύσκολα παράγει το ίδιο αποτέλεσμα. Σήμερα διακυβεύεται περισσότερο πετρέλαιο και LNG σε απόλυτους όρους, ωστόσο οι τιμές δεν έχουν αυξηθεί δραματικά.

Για τους επενδυτές, αυτή η ανθεκτικότητα έχει συνέπειες. Η μεταβλητότητα παραμένει, αλλά ο συστημικός κίνδυνος έχει μειωθεί. Η διαφοροποίηση σε γεωγραφικό επίπεδο, σε τύπους καυσίμων και σε τεχνολογίες έχει γίνει το ενσωματωμένο αμορτισέρ της αγοράς.

Κοιτώντας προς το μέλλον, δύο τάσεις είναι πιθανές. Πρώτον, τα κράτη θα αυξήσουν τα στρατηγικά τους αποθέματα και θα διαφοροποιήσουν περαιτέρω τις εφοδιαστικές τους αλυσίδες. Δεύτερον, η ενεργειακή μετάβαση, που περιλαμβάνει την ηλιακή, την αιολική και την πυρηνική ενέργεια, καθώς και την ηλεκτροκίνηση στις μεταφορές, θα επιταχυνθεί, όχι παρά τις κρίσεις, αλλά εξαιτίας αυτών. Κάθε κρίση ενισχύει την αξία των εναλλακτικών λύσεων.

Το μάθημα από το 1973 δεν είναι απλώς ότι οι ενεργειακές κρίσεις είναι καταστροφικές. Είναι ότι οδηγούν αναγκαστικά σε προσαρμογή. Πενήντα χρόνια μετά, αυτή η προσαρμογή αποδίδει καρπούς, οδηγώντας στην τεχνολογική εξέλιξη, στη διαφοροποίηση των πηγών ενέργειας και περαιτέρω μεταρρυθμίσεις.

Forbes