Η παγκόσμια αγορά πετρελαίου παραμένει εξαιρετικά εύθραυστη, παρά τα πρώτα σημάδια αποκλιμάκωσης της έντασης ανάμεσα στις ΗΠΑ και το Ιράν και τις προσδοκίες για πιθανή ειρηνευτική συμφωνία που θα μπορούσε να οδηγήσει σε επαναλειτουργία των ροών μέσω των Στενών του Ορμούζ.

Σύμφωνα με διεθνείς αναλυτές, η κρίση εφοδιασμού όχι μόνο δεν υποχωρεί, αλλά επιδεινώνεται, καθώς τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου μειώνονται με ταχύ ρυθμό. Η εξέλιξη αυτή δημιουργεί συνθήκες αυξημένης αβεβαιότητας, σε μια περίοδο κατά την οποία η ζήτηση αναμένεται να ενισχυθεί λόγω της θερινής περιόδου στο βόρειο ημισφαίριο.

Η αγορά βρίσκεται αντιμέτωπη με ένα διπλό σοκ. Από τη μία πλευρά, καταγράφονται απώλειες παραγωγής και μεταφοράς λόγω της γεωπολιτικής κρίσης στη Μέση Ανατολή. Από την άλλη, η κατανάλωση καυσίμων αναμένεται να αυξηθεί λόγω μεταφορών, τουρισμού, αεροπορίας και αγροτικών εργασιών.

Ακόμη και σε περίπτωση άμεσης πολιτικής συμφωνίας, οι ειδικοί εκτιμούν ότι θα απαιτηθούν μήνες για την πλήρη αποκατάσταση των εφοδιαστικών αλυσίδων και την επαναφορά των αποθεμάτων σε ασφαλή επίπεδα.

Σύμφωνα με εκτιμήσεις της Goldman Sachs, τα παγκόσμια αποθέματα πετρελαίου αναμένεται να υποχωρήσουν κάτω από τις 98 ημέρες κάλυψης της ζήτησης έως το τέλος Μαΐου, από 105 ημέρες στα τέλη Φεβρουαρίου. Πρόκειται για επίπεδα που, σύμφωνα με τις ίδιες εκτιμήσεις, έχουν να καταγραφούν από το 2018.

Την ίδια ώρα, ο διευθύνων σύμβουλος της TotalEnergies, Patrick Pouyanné, ανέφερε ότι έχουν ήδη αντληθεί περίπου 500 εκατ. βαρέλια από τα στρατηγικά και εμπορικά αποθέματα διεθνώς, με ημερήσιες αποσύρσεις 10 έως 13 εκατ. βαρελιών.

Τα στοιχεία αυτά δείχνουν ότι η αγορά στηρίζεται προσωρινά στην κατανάλωση αποθεμάτων και όχι σε επαρκή τρέχουσα παραγωγή. Ακόμη πιο ανησυχητικές είναι οι εκτιμήσεις της Rystad Energy, σύμφωνα με τις οποίες έχουν χαθεί περίπου 600 εκατ. βαρέλια προσφοράς, ενώ το συνολικό έλλειμμα θα μπορούσε να φθάσει από 1,2 έως 2 δισ. βαρέλια όταν αποκατασταθεί πλήρως η παραγωγή.

Οι απώλειες αυτές αντιστοιχούν, σύμφωνα με τη Rystad Energy, στο 16% έως 27% των παγκόσμιων προπολεμικών αποθεμάτων, με τον επικεφαλής οικονομολόγο της εταιρείας, Claudio Galimberti, να κάνει λόγο για «ιστορικό σοκ» στην αγορά ενέργειας.

Οι προσδοκίες για ειρηνευτική συμφωνία είχαν ως αποτέλεσμα προσωρινή αποκλιμάκωση στις τιμές, με το Brent να υποχωρεί κάτω από τα 100 δολάρια το βαρέλι μετά τις πληροφορίες περί προόδου στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Ουάσιγκτον και Τεχεράνης.

Ωστόσο, αναλυτές εκτιμούν ότι η αποκλιμάκωση παραμένει εύθραυστη και δύσκολα θα αποτυπωθεί άμεσα στις φυσικές αγορές αργού και καυσίμων. Ακόμη και αν επανεκκινήσουν οι ροές μέσω του Ορμούζ, θα χρειαστεί χρόνος για την αποκατάσταση των εφοδιαστικών αλυσίδων, την αύξηση της παραγωγής και την αναπλήρωση των στρατηγικών αποθεμάτων.

Ο επικεφαλής της Equinor, Anders Opedal, εκτιμά ότι η επιστροφή σε κανονικές συνθήκες θα απαιτήσει τουλάχιστον έξι μήνες, ακόμη και στην περίπτωση επίτευξης ειρήνης.

Η ανάγκη αναπλήρωσης των στρατηγικών αποθεμάτων ενδέχεται να λειτουργήσει ως πρόσθετος παράγοντας αύξησης της ζήτησης, διατηρώντας τις τιμές σε υψηλά επίπεδα. Ήδη, η Αυστραλία ανακοίνωσε πρόγραμμα 7,22 δισ. δολαρίων για τη δημιουργία νέων στρατηγικών αποθεμάτων καυσίμων, καθώς εξαρτάται σε ποσοστό περίπου 80% από εισαγόμενα καύσιμα.

Η θερινή περίοδος επιβαρύνει περαιτέρω την εικόνα. Η αυξημένη κατανάλωση καυσίμων τους καλοκαιρινούς μήνες αναμένεται να πιέσει τα διυλιστήρια, τα οποία θα χρειαστεί να καλύψουν τη ζήτηση αντλώντας επιπλέον ποσότητες από ήδη μειωμένα αποθέματα.

Στο πλαίσιο αυτό, η Ευρωπαϊκή Ένωση εξετάζει ακόμη και την αναθεώρηση των υποχρεωτικών αποθεμάτων 90 ημερών που διατηρούν τα κράτη-μέλη, με στόχο να συμπεριληφθούν ειδικές προβλέψεις για καύσιμα αεροπορίας, καθώς ο κίνδυνος ελλείψεων στην κηροζίνη θεωρείται πλέον ορατός.

Οι πιέσεις δεν περιορίζονται στο πετρέλαιο. Η παγκόσμια αγορά φυσικού αερίου δέχεται επίσης πλήγμα μετά τη διακοπή παραγωγής LNG στο Κατάρ, γεγονός που εντείνει τη συνολική ενεργειακή ανισορροπία. Η ταυτόχρονη πίεση σε πετρέλαιο και φυσικό αέριο δημιουργεί πρόσθετους κινδύνους για τη βιομηχανία, τις μεταφορές και τα νοικοκυριά.

Παράλληλα, η γεωπολιτική διάσταση παραμένει κρίσιμη. Η Ευρωπαϊκή Ένωση φέρεται να εντείνει τις πιέσεις προς χώρες της Νοτιοανατολικής Ασίας ώστε να περιορίσουν τις αγορές ρωσικού πετρελαίου, επιδιώκοντας να διατηρήσει την πίεση προς τη Μόσχα. Ωστόσο, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να περιορίσει περαιτέρω τη διαθέσιμη προσφορά στην παγκόσμια αγορά, σε μια περίοδο ήδη έντονης στενότητας.

Το βασικό συμπέρασμα των αναλυτών είναι ότι ακόμη και μια ειρηνευτική συμφωνία δεν αρκεί για να επαναφέρει άμεσα την ισορροπία στην αγορά πετρελαίου. Η ζημιά που έχει ήδη προκληθεί στα αποθέματα και στις εφοδιαστικές αλυσίδες θεωρείται μεγάλη, με τη μεταβλητότητα και τις υψηλές τιμές να αναμένεται να παραμείνουν κυρίαρχα χαρακτηριστικά της αγοράς για αρκετούς μήνες.

Capital.gr