Μέχρι το τέλος Μαρτίου θα πρέπει να υποβληθούν στην Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας (ΕΔΥ) οι ετήσιες υπηρεσιακές εκθέσεις αξιολόγησης των δημοσίων υπαλλήλων για το 2025, για το ιεραρχικό επίπεδο 2, που αφορά το προσωπικό σε θέσεις εισδοχής και σε θέσεις μισθοδοτικού επιπέδου κατώτερου από αυτό της κλίμακας Α13(ii). Για την περσινή περίοδο, η βαθμολογία για την απόδοση των δημοσίων υπαλλήλων θα είναι μειωμένη από την αρχική βαθμολογία που προβλεπόταν στη μεταρρύθμιση της Δημόσιας Υπηρεσίας. Από την 1η του 2026, όμως, το σύστημα αξιολόγησης απόδοσης των κυβερνητικών υπαλλήλων έχει επανέλθει στην αρχική του μορφή, όπως είχε εγκριθεί αρχικά από το Κοινοβούλιο.
Αναλυτικά, λόγω των αλλαγών που έγιναν από το Κοινοβούλιο εξαιτίας των αντιδράσεων των επηρεαζόμενων για το 2024, η αξιολόγηση της καταλληλότητας ενός υπαλλήλου μετρούσε μέχρι 15 μονάδες, αντί 45 που προέβλεπε ο αρχικός βασικός νόμος. Πέρσι, η αξιολόγηση της απόδοσης του υπαλλήλου βαθμολογείτο μέχρι 30 μονάδες, ενώ φέτος η αξιολόγηση προσμετρά 45 μονάδες στη γενική βαθμολογία. Η συγκεκριμένη βαθμολογία προσμετράται και στα άλλα κριτήρια που αφορούν τη σύσταση του προϊσταμένου, η οποία είναι μέχρι 20 μονάδες, καθώς και την πείρα και τα προσόντα, που είναι μέχρι 25 μονάδες. Του χρόνου, η αξιολόγηση θα προσμετρά 45 μονάδες.
Σύμφωνα με εγκύκλιο της ΕΔΥ, την οποία υπογράφει ο πρόεδρός της, Γιώργος Παπαγεωργίου, όσες ετήσιες υπηρεσιακές εκθέσεις υποβληθούν μετά τις 31 Μαρτίου δεν θα ληφθούν υπόψη από την ΕΔΥ.
Οι Επιτροπές Ενστάσεων
Βάσει της νομοθεσίας, κάθε χρόνο συστήνονται Επιτροπές Ενστάσεων, οι οποίες εξετάζουν τυχόν ενστάσεις που υποβάλλονται γραπτώς από τους υπαλλήλους κατά των Υπηρεσιακών τους Εκθέσεων. «Η Επιτροπή Ενστάσεων εξετάζει τις ενστάσεις εντός Μαρτίου κάθε έτους και ολοκληρώνει την εξέτασή της πριν από το τέλος του μήνα αυτού, προκειμένου να καταστεί δυνατόν οι Υπηρεσιακές Εκθέσεις των υπαλλήλων να υποβληθούν στην Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας εντός της προκαθορισμένης προθεσμίας», προστίθεται.
Παράλληλα, σε περίπτωση που η Επιτροπή Ενστάσεων κάνει αποδεκτή την ένσταση του υπαλλήλου, η ομάδα αξιολόγησης του υπαλλήλου επανεξετάζει την απόφασή της και ετοιμάζει νέα Υπηρεσιακή Έκθεση σε νέο έντυπο αξιολόγησης. Συνεπώς, μέχρι το τέλος Μαρτίου θα πρέπει να υποβληθούν στην Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας οι Υπηρεσιακές Εκθέσεις, μετά και την ολοκλήρωση της διαδικασίας εξέτασης ενστάσεων.
«Παρακαλούνται οι πρόεδροι των Επιτροπών Ενστάσεων, που συστήνονται με βάση τις πρόνοιες των κανονισμών, όπως, μετά την ολοκλήρωση της εξέτασης των ενστάσεων που υποβάλλονται από υπαλλήλους κατά των Υπηρεσιακών τους Εκθέσεων, ενημερώνουν την Επιτροπή Δημόσιας Υπηρεσίας για τον συνολικό αριθμό ενστάσεων που έχουν υποβληθεί και πόσες από αυτές έγιναν δεκτές από την Επιτροπή Ενστάσεων. Επίσης, είναι χρήσιμο η σχετική ενημέρωση να κατηγοριοποιεί τις ενστάσεις κατά Υπουργείο, Τμήμα, Υπηρεσία και κατηγορία θέσεων (π.χ. εναλλάξιμο προσωπικό, νοσηλευτικό προσωπικό κ.λπ.)», τονίζεται.
Επιστροφή σε παρωχημένες νοοτροπίες
Υπενθυμίζεται ότι η ΕΔΥ, ως η εποπτική αρχή του συστήματος αξιολόγησης, ελέγχει και δημοσιοποιεί στατιστικά στοιχεία σε σχέση με την ορθή εφαρμογή του συστήματος, τόσο ανά υπουργείο και τμήμα όσο και ανά κατηγορία υπαλλήλων. Επίσης, όταν κρίνει σκόπιμο, υποβάλλει εισηγήσεις για βελτίωση των δεδομένων.
Ο πρόεδρος της ΕΔΥ αναφέρεται στην αξιολόγηση των δημοσίων υπαλλήλων για το 2024, κατά το οποίο το σύστημα εφαρμόστηκε για δεύτερη χρονιά. Σύμφωνα με τον κ. Παπαγεωργίου, για το 2024 η στατιστική ανάλυση των στοιχείων για τις αξιολογήσεις κατέδειξε τάση επιστροφής σε παρωχημένες ισοπεδωτικές νοοτροπίες, οι οποίες, αν δεν ανακοπούν και αναστραφούν έγκαιρα, θα οδηγήσουν σε ανεπιθύμητες καταστάσεις. «Ο μέσος όρος βαθμολογίας του συνόλου των αξιολογηθέντων από 8,747 το 2023 ανέβηκε στο 9,01 το 2024», προσθέτει.
Πλήρης απόκλιση από το νέο σύστημα
Υποδεικνύει επίσης πως μικρός αριθμός φορέων αξιολόγησης εξακολουθούσε κατά το 2024 να λειτουργεί με σεβασμό στο πνεύμα και το γράμμα του νόμου του συστήματος αξιολόγησης, σε αντίθεση με πολύ μεγαλύτερο αριθμό φορέων αξιολόγησης που όχι μόνο εξακολουθούσαν να εφαρμόζουν το σύστημα με πλήρη απόκλιση από το νέο πλαίσιο, αλλά και παραβίαζαν το πνεύμα του.
Όπως επισημαίνει, με βάση τις διαπιστώσεις, οι αξιολογούντες δεν έχουν αντιληφθεί τη σημασία της ορθής εφαρμογής του συστήματος αξιολόγησης ούτε το μέγεθος της ευθύνης που έχουν σε σχέση με την αξιολόγηση των υφισταμένων τους. Καταλήγοντας, τονίζει πως οι γενικοί διευθυντές και οι διευθυντές των τμημάτων έχουν την ευθύνη λήψης όλων των αναγκαίων μέτρων για τη σωστή εφαρμογή του συστήματος.