Οι τράπεζες εισέρχονται στην επόμενη τριετία με στρατηγική που δίνει έμφαση στο χαμηλό λειτουργικό κόστος και τη διατήρηση σταθερής κερδοφορίας, ώστε να μπορούν να συνεχίσουν τη διανομή υψηλών μερισμάτων, να έχουν ισχυρότερους ισολογισμούς, ρευστότητα και ισχυρά κεφάλαια.

Ωστόσο, η επιτυχία αυτού του μοντέλου δεν θα κριθεί αποκλειστικά από τις εσωτερικές επιλογές των τραπεζών, αλλά σε μεγάλο βαθμό και από τη γεωπολιτική σταθερότητα και ειδικά από την εξέλιξη της σύγκρουσης στη Μέση Ανατολή.

Η βασική πρόκληση για το τραπεζικό σύστημα αλλά και τους πελάτες των τραπεζών αφορά τον πληθωρισμό και τα επιτόκια. Εάν η σύγκρουση παραταθεί και επηρεάσει σημαντικά τις τιμές της ενέργειας ή τις διεθνείς εφοδιαστικές αλυσίδες, οι πληθωριστικές πιέσεις μπορεί να ενταθούν. Σε ένα τέτοιο σενάριο, η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα θα βρεθεί αντιμέτωπη με δύσκολες αποφάσεις ως προς τη νομισματική πολιτική.

Το ενδεχόμενο διατήρησης υψηλών επιτοκίων ή ακόμη και νέων αυξήσεων δεν μπορεί να αποκλειστεί, εφόσον ο πληθωρισμός αναζωπυρωθεί.

Ωστόσο, αυτή η εξέλιξη μάλλον θα ευνοήσει τις τράπεζες και τους μετόχους τους, καθώς η αύξηση των επιτοκίων θα ενισχύσει τα καθαρά έσοδα από τόκους και κατά προέκταση τα κέρδη τους, αναδεικνύοντας ότι οι τράπεζες είναι παντός καιρού και μπορούν να ευνοηθούν κάτω και από δύσκολες συνθήκες.

Συμπερασματικά, η αύξηση των επιτοκίων από την ΕΚΤ λόγω πολέμου είναι θετική και επικερδής για τα τραπεζικά κέρδη όσο η οικονομία αντέχει.

Από την άλλη, υπάρχει ο προβληματισμός αν αυτή η εξέλιξη θα επιβαρύνει τους δανειολήπτες, αυξάνοντας τον κίνδυνο δημιουργίας νέων  κόκκινων δανείων. Ωστόσο, όπως φάνηκε κατά την παρουσίαση των ετήσιων αποτελεσμάτων 2025 και των στόχων τριετίας που κοινοποιήθηκαν στην Αθήνα και όπως δήλωσε ο διευθύνων σύμβουλος της Τράπεζας Κύπρου Πανίκος Νικολάου, η γεωπολιτική κρίση επηρεάζει το δανειακό χαρτοφυλάκιο της τράπεζας. Ανέφερε ως παράδειγμα ότι τα δάνεια στον τουριστικό τομέα (περιλαμβάνεται και η εστίαση) τόσο σε Κύπρο όσο και Ελλάδα είναι περίπου €1,2 δισ. και αυτοί οι πελάτες έχουν μετρητά πάνω από €400 εκατ., υποδεικνύοντας ότι η τράπεζα είναι καλύτερα προετοιμασμένη από ποτέ.

Ο πληθωρισμός και τα επιτόκια

Οι τράπεζες τα τελευταία χρόνια έχουν ευνοηθεί σημαντικά από την αύξηση των επιτοκίων, παρουσιάζοντας ιδιαίτερα ψηλά κέρδη, όπως φαίνεται από τα στοιχεία που ανακοίνωσε η Κεντρική Τράπεζα της Κύπρου. Ωστόσο, η προηγηθείσα μείωση των επιτοκίων από την ΕΚΤ και η επαναφορά τους στην κανονικότητα είχαν ως αποτέλεσμα να ομαλοποιηθούν σιγά-σιγά τα κέρδη των τραπεζών.

Τώρα, αν ο πόλεμος στο Ιράν οδηγήσει πάλι σε υψηλότερα επιτόκια λόγω αποφάσεων της ΕΚΤ για περιορισμό του πληθωρισμού, αυτό θα έχει ως αποτέλεσμα να ενισχυθούν τα έσοδα των τραπεζών και οι τραπεζικές διοικήσεις να δουν ακόμη ένα «δώρο» που θα είναι η αύξηση των κερδών τους.

Η κερδοφορία του τραπεζικού τομέα κατά το 2025 μειώθηκε κατά €165 εκατ. ή 13,9%, σε €1,02 δισ. από €1,18 δισ. κατά το 2024 και €1,26 δις. το 2023. Αυτή η μείωση αποδίδεται κυρίως σε μείωση των καθαρών εσόδων από τόκους.

Αν η σύγκριση γίνει με το 2022 και πιο πριν, φαίνεται με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι όσο τα επιτόκια είναι χαμηλά, χαμηλά είναι και τα κέρδη των τραπεζών. Συγκεκριμένα, τα κέρδη του τραπεζικού τομέα το 2022 ήταν €171 εκατ., ενώ το 2021 είχαν καταγραφεί ζημιές €70,60 εκατ.

Καθαρά έσοδα από τόκους

Πόσα όμως ήταν τα καθαρά έσοδα από τόκους για τις τράπεζες το 2025; Σύμφωνα με τους πίνακες της Κεντρικής Τράπεζας της Κύπρου για τα συγκεντρωτικά ενοποιημένα χρηματοοικονομικά στοιχεία του κυπριακού τραπεζικού τομέα (στοιχεία για κερδοφορία, ισολογισμό και κεφαλαιακή επάρκεια), το 2025 τα καθαρά έσοδα από τόκους ήταν €1,91 δισ., από €2,81 δισ. το 2024 και €2,45 δισ. το 2023. Για να αντιληφθεί κανείς το μέγεθος της αύξησης των καθαρών εσόδων από τόκους που είχαν οι κυπριακές τράπεζες στα έτη 2023 και 2024, πρέπει να συγκριθεί με τα αμέσως προηγούμενα έτη, όταν τα επιτόκια δεν είχαν ακόμα αυξηθεί ή  δεν είχαν επιδράσει οι αυξήσεις των επιτοκίων που ακολούθησαν. Το 2022, τα καθαρά έσοδα από τόκους ήταν στα €1,17 δισ.  το 2021 στα €1,12 δισ. και το 2020 στα €1,25 δισ.

Οι τράπεζες στην Κύπρο, ενώ αύξησαν τα κέρδη τους τα δύο τελευταία χρόνια μέσω των επιτοκιακών εσόδων και συγκεκριμένα μέσω της πλεονάζουσας ρευστότητας που έχουν κατατεθειμένη στις κεντρικές τράπεζες, γνώριζαν ότι τα κέρδη αυτά θα μειωθούν και έπρεπε να βρουν και άλλους τρόπους κερδοφορίας.

Γι’ αυτό άρχισαν να στρέφονται σε πηγές εσόδων που παράγουν κέρδη εκτός των καθαρών εσόδων από τόκους. Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η μεγάλη κινητικότητα σε εξαγορές ασφαλιστικών εταιρειών ώστε να ενισχύουν την ικανότητά τους στην προσέλκυση κερδών που δεν στηρίζονται σε αποφάσεις νομισματικής πολιτικής της ΕΚΤ.

Κάνουν δουλειά τα υψηλά επιτόκια

Ο πόλεμος στο Ιράν ενδέχεται να έχει σημαντικές επιπτώσεις στον τραπεζικό κλάδο της Ευρώπης, κυρίως μέσω της ανόδου των πληθωριστικών πιέσεων και των επιτοκίων, σύμφωνα με ανάλυση της επενδυτικής τράπεζας Jefferies.

Όπως επισημαίνουν οι αναλυτές, μία πιθανή συνέπεια της σύγκρουσης θα μπορούσε να είναι η διατήρηση υψηλότερων επιτοκίων από τις κεντρικές τράπεζες. Σε ένα τέτοιο σενάριο, μια αύξηση των επιτοκίων κατά 50 μονάδες βάσης θα μπορούσε να οδηγήσει σε περίπου 3% υψηλότερα προ φόρων κέρδη για τις τράπεζες που καλύπτει ο οίκος (συμπεριλαμβάνονται οι ελληνικοί όμιλοι), καθώς θα ενισχυθούν τα καθαρά έσοδα από τόκους. Ωστόσο, για να εξουδετερωθεί πλήρως αυτό το όφελος θα έπρεπε να αυξηθούν σημαντικά οι προβλέψεις για επισφαλή δάνεια.

Σύμφωνα με την Jefferies, θα απαιτούνταν αύξηση περίπου 17% στα κόστη πιστωτικού κινδύνου, που αντιστοιχεί σε περίπου 6 μονάδες βάσης επί του συνολικού χαρτοφυλακίου δανείων. Η ανάλυση επισημαίνει ότι οι τράπεζες με μεγαλύτερη έκθεση σε στεγαστικά δάνεια και καταναλωτική πίστη ενδέχεται να εμφανιστούν πιο αμυντικές σε περιβάλλον πληθωριστικών πιέσεων.

Αντίθετα, τράπεζες με μεγαλύτερη έκθεση στη βιομηχανία και τη μεταποίηση μπορεί να είναι πιο ευάλωτες σε ένα σοκ στο ενεργειακό κόστος.

Με βάση τα στοιχεία της Jefferies που παραθέτει στους πίνακες της, μια αύξηση των επιτοκίων κατά 50 μονάδες βάσης θα είχε θετική επίδραση στα προ φόρων κέρδη και των ελληνικών τραπεζών.

Η μεγαλύτερη σχετική ενίσχυση καταγράφεται στην Πειραιώς, όπου το όφελος θα μπορούσε να αντιστοιχεί περίπου στο 5,8% των προ φόρων κερδών του 2025. Ακολουθούν η Eurobank με 4,4%, η Εθνική με 4,3% και η Alpha Bank με περίπου 2,5%.