Με νέα σημερινή του παρέμβαση, το ΕΤΕΚ, μέσω του προέδρου του Κωνστνατίνου Κωνσταντή, επισημαίνει ότι απαιτούνται να γίνουν ρυθμίσεις στην ανταγωνιστική αγορά ηλεκτρισμού, έτσι ώστε μέρος του οικονομικού οφέλους των εμπορικών φωτοβολταϊκών πάρκων και της ιδιωτικής εμπορικής αποθήκευσης, λόγω χαμηλότερου κόστους από τη συμβατική παραγωγή, να μεταφέρεται ως μείωση στην τιμή της κιλοβατώρας στους πολλούς, οι οποίοι θα επωμιστούν τις δημόσιες επενδύσεις, από αύριο κιόλας.
Ο κ. Κωνσταντή επισημαίνει ότι «οι λύσεις που θα δώσουν φθηνότερο ηλεκτρισμό, στις οποίες αναφέρθηκε ο Γενικός Ελεγκτής, περνούν μέσω εκτενών δημόσιων επενδύσεων, τις οποίες θα επωμιστούν όλοι οι καταναλωτές και οι φορολογούμενοι. Το βασικό πρόβλημα για την περίπτωση της Κύπρου», γράφει ο πρόεδρος του ΕΤΕΚ, «είναι πως, με τον τρόπο που λειτουργεί η ανταγωνιστική αγορά ηλεκτρισμού, αυτές οι εκτενείς δημόσιες επενδύσεις, για τα επόμενα χρόνια τουλάχιστον, δεν θα μετακυλίονται προς όφελος του μέσου καταναλωτή ηλεκτρισμού, αλλά θα ενισχύουν το περιθώριο κέρδους των ιδιωτών που δραστηριοποιούνται στον τομέα».
Η πλήρης δήλωση του κ. Κωνσταντή ακολουθεί:
«Εξ αφορμής των δηλώσεων και της αναμενόμενης περαιτέρω αύξησης της τιμής της ενέργειας και του ηλεκτρισμού τους επόμενους μήνες, είναι χρήσιμο να σημειωθούν τα εξής:
Η Κύπρος είναι, σε μεγάλο βαθμό εξαρτημένη από τα συμβατικά καύσιμα, τόσο στον τομέα των μεταφορών όσο και στον τομέα του ηλεκτρισμού και, συνεπώς, είναι απροστάτευτη σε ενεργειακές κρίσεις, όπως αυτή που έχουμε ενώπιόν μας. Αυτό είναι αποτέλεσμα διαχρονικών αστοχιών και δομικών προβλημάτων και στους δύο τομείς.
Ειδικά στον κρίσιμο τομέα του ηλεκτρισμού, σε πρόσφατη παρέμβασή του ο Γενικός Ελεγκτής είχε σημειώσει πως το υψηλό κόστος ηλεκτρικής ενέργειας οφείλεται «κυρίως στη μη υλοποίηση σημαντικών έργων υποδομής, όπως η ηλεκτρική διασύνδεση με το ευρωπαϊκό δίκτυο, η έλευση φυσικού αερίου για ηλεκτροπαραγωγή, η απουσία συστημάτων αποθήκευσης, η πλημμελής αναβάθμιση του ηλεκτρικού δικτύου και η καθυστέρηση στην ανάπτυξη ευέλικτων μονάδων παραγωγής με χρήση συμβατικών καυσίμων». Σε μεγάλο βαθμό έχει δίκαιο. Συνεπώς, δεν υπάρχουν μαγικά ραβδιά για ολιστικές και άμεσες λύσεις στη μείωση του κόστους ηλεκτρισμού.
Αυτό, όμως, που αξίζει προσοχής είναι πως οι λύσεις που θα δώσουν φθηνότερο ηλεκτρισμό, στις οποίες αναφέρθηκε ο Γενικός Ελεγκτής, περνούν μέσω εκτενών δημόσιων επενδύσεων, τις οποίες θα επωμιστούν όλοι οι καταναλωτές και οι φορολογούμενοι.
Το βασικό πρόβλημα για την περίπτωση της Κύπρου είναι πως, με τον τρόπο που λειτουργεί η ανταγωνιστική αγορά ηλεκτρισμού, αυτές οι εκτενείς δημόσιες επενδύσεις, για τα επόμενα χρόνια τουλάχιστον, δεν θα μετακυλίονται προς όφελος του μέσου καταναλωτή ηλεκτρισμού, αλλά θα ενισχύουν το περιθώριο κέρδους των ιδιωτών που δραστηριοποιούνται στον τομέα.
Συνεπώς, όπως το ΕΤΕΚ είχε προτείνει στο παρελθόν, απαιτούνται να γίνουν ρυθμίσεις στην ανταγωνιστική αγορά ηλεκτρισμού, έτσι ώστε μέρος του οικονομικού οφέλους των εμπορικών φωτοβολταϊκών πάρκων και της ιδιωτικής εμπορικής αποθήκευσης, λόγω χαμηλότερου κόστους από τη συμβατική παραγωγή, να μεταφέρεται ως μείωση στην τιμή της κιλοβατώρας στους πολλούς, οι οποίοι θα επωμιστούν τις δημόσιες επενδύσεις, από αύριο κιόλας.
Σε παρόμοιο πλαίσιο, θα πρέπει να εξεταστεί άμεσα η θέσπιση μηχανισμού προσαρμογής του κόστους διοξειδίου του άνθρακα στην χονδρική αγορά ηλεκτρισμού. Αξίζει να σημειωθεί ότι το κόστος του διοξειδίου του άνθρακα για το μέσο νοικοκυριό στην Κύπρο φτάνει το 19%, ενώ ο ευρωπαϊκός μέσος όρος είναι μόλις 11%. Αυτό δείχνει ότι για την Κύπρο το μέτρο αγοράς δικαιωμάτων εκπομπών έχει ξεπεράσει τον αρχικό του στόχο, που ήταν να λειτουργεί ως κίνητρο για την πράσινη μετάβαση. Σήμερα, έχει εξελιχθεί σε μια δυσβάσταχτη επιβάρυνση για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.
Ανεξάρτητα από τα πιο πάνω, θεωρούμε πως οφείλουμε να καταγράψουμε κάποιες διαπιστώσεις και να αναφέρουμε ότι υπάρχουν ανακουφιστικά και άμεσα μέτρα που μπορούν να ληφθούν:
Πρώτον, είναι μια καλή ευκαιρία να εστιάσουμε στην αρχή της ενεργειακής απόδοσης πρώτα, καθώς σε ένα απομονωμένο ηλεκτρικό σύστημα με μεγάλη εποχική διακύμανση στη ζήτηση ηλεκτρισμού, η υπερέμφαση στην παραγωγή από ΑΠΕ είναι πολιτικά προσφιλής, αλλά έχει δομικούς περιορισμούς. Και αυτοί είναι που έχουμε ενώπιόν μας σήμερα. Η έναρξη διαδικασίας επί παραβάσει από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά της Κύπρου για μη υποβολή του Εθνικού Σχεδίου Ανακαίνισης Κτηρίων αναδεικνύει την παραμέληση της ενεργειακής απόδοσης, παρά τον κρίσιμο ρόλο του στα θέματα ενέργειας.
Δεύτερον, υπενθυμίζουμε πως το 2026 είχαμε μια σημαντική εξέλιξη στα ενεργειακά θέματα με την φορολογική μεταρρύθμιση. Ειδικότερα έχουν εισαχθεί φορολογικές εκπτώσεις για επενδύσεις σε ενεργειακή απόδοση, φωτοβολταικά, αποθήκευση ενέργειας και ηλεκτρικά οχήματα για νοικοκυριά και ΜμΕ. Για τα νοικοκυριά προβλέπεται έκπτωση €1.000 ετησίως ανά σύζυγο/συμβίο, με μεταφορά υπολοίπου έως τέσσερα χρόνια, κάτι που μπορεί να αποφέρει συνολικό όφελος άνω των €8.000. Για τις επιχειρήσεις, η στήριξη δίνεται μέσω ευνοικών επιταχυνόμενων αποσβέσεων.
Συνολικά, η μετάβαση από τις μεμονωμένες χορηγίες σε φορολογικά κίνητρα θεωρείται πιο σταθερή και αποτελεσματική προσέγγιση, καθώς ενισχύει τον μακροπρόθεσμο προγραμματισμό και μειώνει τις στρεβλώσεις. Η θετική επίπτωση αυτής της εξέλιξης δεν επικοινωνήθηκε στην έκταση που θα έπρεπε. Η μεταρρύθμιση αυτή αποτελεί ταυτόχρονα ευκαιρία και πρόκληση – πρόσκληση σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις να προβούν το συντομότερο σε επενδύσεις που θα μειώσουν το ενεργειακό τους κόστος.
Περαιτέρω, κρίνεται εκ των ουκ άνευ να προκηρυχθούν άμεσα και συμπληρωματικά τα σχέδια χορηγιών για ριζικές ανακαινίσεις κατοικιών και επιχειρήσεων (Σχέδιο Εξοικονομώ Αναβαθμίζω), ως επίσης και σχέδια του Ειδικού Ταμείου για ειδικές ενεργειακές παρεμβάσεις, καθώς εκ της φύσεως τους οι φορολογικές ελαφρύνσεις δεν μπορούν να αξιοποιηθούν από όλους.
Τρίτον, σε αυτές τις πολύ δύσκολες συνθήκες, επαναλαμβάνουμε την πρότασή μας όπως το κράτος δείξει ειδική μέριμνα στους ευάλωτους, πέραν της μέχρι σήμερα πεπατημένης. Εισηγηθήκαμε έναν πιο ενεργό ρόλο του κράτους, σε συνεργασία με τις αρμόδιες κοινωνικές υπηρεσίες, ώστε η παρέμβαση να μην εξαρτάται αποκλειστικά από την ικανότητα του κάθε ευάλωτου νοικοκυριού να υποβάλει αίτηση, να συγχρηματοδοτήσει ή να διαχειριστεί διαδικασίες. Η πρόταση αφορά στην καταγραφή, αξιολόγηση και ιεράρχηση των ευάλωτων νοικοκυριών σε ζητήματα ενεργειακής φτώχιας και, στη συνέχεια, μέσω κεντρικής οργάνωσης –όπως θα μπορούσαν να είναι κεντρικές αγορές/ προμήθειες από το κράτος– στην αντικατάσταση παλαιών ενεργοβόρων ψυγείων και κινητών συσκευών θέρμανσης ή στη λήψη άμεσων και προσιτών μέτρων βελτίωσης της ενεργειακής απόδοσης αναξιοπαθούντων, με σαφή συνυπολογισμό και των ζητημάτων ασφάλειας.
Τέλος, ο Μάριο Ντράγκι είχε επισημάνει ότι η γενική απροθυμία για μείωση φορολογιών σχετιζόμενων με την ενέργεια σε όλα τα κράτη της ΕΕ συνδέεται με τη σημασία τους ως βασικής πηγής κρατικών εσόδων. Αυτό επιβεβαιώνεται και στην Κύπρο, όπου φόροι και έσοδα από CO₂ ενισχύουν σημαντικά τον κρατικό προϋπολογισμό.
Η υπερεξάρτηση αυτή, σε συνδυασμό με διαχρονικές στρεβλώσεις της αγοράς, επιβαρύνει πολίτες και επιχειρήσεις. Ειδικότερα σημειώνεται πως η τρέχουσα εκτόξευση των τιμών της ενέργειας τους επόμενους μήνες θα δημιουργήσει απροσδόκητα επιπλέον έσοδα στο κράτος 10δων εκατομμυρίων ευρω. Αυτό αναδεικνύει περαιτέρω την ανάγκη για διαφάνεια στη διαχείριση των ενεργειακών εσόδων και για μηχανισμούς επιστροφής των επιπλέον χρημάτων που προκύπτουν από την τρέχουσα ενεργειακή κρίση στην κοινωνία, έτσι ώστε η ενέργεια να λειτουργεί ως μοχλός ανάπτυξης και όχι ως εργαλείο είσπραξης».