Τα τελευταία στοιχεία της Eurostat καταδεικνύουν ότι η μακροχρόνια ανεργία στην Κύπρο βρίσκεται σε ιδιαίτερα χαμηλά επίπεδα. Μόλις το 0,9% του εργατικού δυναμικού παρέμενε άνεργο για περισσότερο από ένα έτος το 2025, εξέλιξη η οποία, σε συνδυασμό με τη συνολική μείωση της ανεργίας στο 4% το πρώτο τρίμηνο του 2026, υποδηλώνει ότι το φαινόμενο της παρατεταμένης απομάκρυνσης από την αγορά εργασίας δεν εμφανίζεται σήμερα σε μεγάλη κλίμακα στην κυπριακή οικονομία. Η Κύπρος συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών με τις καλύτερες επιδόσεις στον συγκεκριμένο δείκτη, ενώ σε επίπεδο ΕΕ το ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας το 2025 ήταν 1,9%.

Πιο αναλυτικά, όπως δείχνουν τα στοιχεία, ποσοστό μακροχρόνιας ανεργίας 0,9% κατέγραψε η Δανία, ενώ η Πολωνία και η Τσεχία κατέγραψαν 0,8%, η Μάλτα 0,6% και η Ολλανδία 0,5%. Γενικά, όπως προκύπτει από τα στοιχεία, σε επίπεδο ΕΕ το 16,5% των ανέργων ήταν εκτός εργασίας για περίοδο 24 μηνών ή περισσότερο, κατηγορία που ταξινομείται ως πολύ μακροχρόνια ανεργία. Η Ελλάδα κατέγραψε το υψηλότερο ποσοστό μεταξύ των χωρών της ΕΕ, στο 5,0%, ακολουθούμενη από την Ισπανία και τη Σλοβακία, με 3,4%.

Μεταξύ των ανδρών, το ποσοστό των ανέργων που αναζητούσαν εργασία για 24 μήνες ή περισσότερο κυμαινόταν από 5% στη Δανία έως 41,5% στη Σλοβακία, με την Ελλάδα να ακολουθεί με 32,2% και την Ιταλία με 31,3%. Μεταξύ των γυναικών, το αντίστοιχο ποσοστό κυμαινόταν από 4,8% στη Δανία έως 43,4% στη Σλοβακία, με την Ελλάδα, στο 40,3%, και την Ιταλία, στο 28,8%, να συγκαταλέγονται επίσης στις χώρες με τα υψηλότερα ποσοστά. Συνολικά, τα ποσοστά για άνδρες και γυναίκες ήταν σχετικά παρόμοια στις περισσότερες χώρες, ενώ οι ίδιες χώρες έτειναν να εμφανίζονται και στα δύο άκρα της κατανομής. Η Δανία, η Ολλανδία και η Σουηδία κατέγραψαν μερικά από τα χαμηλότερα ποσοστά πολύ μακροχρόνιας ανεργίας και για τα δύο φύλα, ενώ η Σλοβακία, η Ελλάδα και η Ιταλία ανέφεραν σταθερά τα υψηλότερα ποσοστά.

Στην ανάλυσή της, η Eurostat αναφέρει ότι σαφείς διαφορές παρατηρούνται μεταξύ ανδρών και γυναικών ως προς τα επαγγέλματα που κατείχαν πριν μείνουν άνεργοι. Μεταξύ των γυναικών, το 33,2% είχε εργαστεί προηγουμένως ως υπάλληλος παροχής υπηρεσιών και πωλήσεων, σε σύγκριση με το 17,3% των ανδρών. Οι γυναίκες αντιπροσώπευαν επίσης μεγαλύτερο ποσοστό ανέργων των οποίων η τελευταία εργασία ήταν σε θέσεις γραμματειακής υποστήριξης, με 12,1%, έναντι 7,1% για τους άνδρες. Αντίθετα, οι άνδρες αντιπροσώπευαν πολύ μεγαλύτερο ποσοστό μεταξύ όσων η προηγούμενη εργασία τους αφορούσε χειρωνακτικά και συναφή επαγγέλματα, με 18,3% έναντι 3,4% για τις γυναίκες, καθώς και χειρισμό και συναρμολόγηση εγκαταστάσεων και μηχανημάτων, με 10,4% έναντι 3,6%.

Ακόμη ένα ενδιαφέρον στοιχείο αφορά τις μεθόδους που χρησιμοποιούν οι εργαζόμενοι για να βρουν δουλειά. Πληροφορίες σχετικά με τη μέθοδο που θεωρείται η πιο αποτελεσματική για την εύρεση εργασίας είναι διαθέσιμες στην έρευνα εργατικού δυναμικού της ΕΕ για άτομα που ξεκίνησαν την τρέχουσα κύρια εργασία τους τα προηγούμενα οκτώ χρόνια. Σε επίπεδο ΕΕ, η αξιοποίηση φίλων, συγγενών ή άλλων γνωστών ήταν η πιο συχνά αναφερόμενη μέθοδος, με ποσοστό 28,1% μεταξύ των εργαζομένων ηλικίας 25 έως 74 ετών. Οι αγγελίες εργασίας κατέλαβαν τη δεύτερη θέση, με το 27,0% να τις θεωρεί τον πιο αποτελεσματικό τρόπο για την εύρεση της τρέχουσας εργασίας του. Ένα επιπλέον 16,2% ανέφερε ότι η απευθείας επικοινωνία με τον εργοδότη ήταν η πιο αποτελεσματική προσέγγιση.