Στο επίκεντρο συζητήσεων έχει τεθεί ο ρόλος των Βρετανικών Βάσεων Ακρωτηρίου, με αφορμή τον ρόλο που επιτελούν στο  πλαίσιο επιθέσεων των Αμερικανοβρετανών κατά των ανταρτών Χούθι της Υεμένης. Δεν είναι, όμως, η πρώτη φορά, που οι Βρετανικές Βάσεις  χρησιμοποιούνται ως ορμητήριο επιθέσεων από τους Αμερικανοβρετανούς, στο πλαίσιο συγκρούσεων στην περιοχή, ενώ πολλοί θα θυμούνται ότι το 1986 έγιναν στόχος αντιποίνων από Άραβες, μετά τους αμερικανικούς βομβαρδισμούς στη Λιβύη.

Συγκεκριμένα, τον Απρίλιο του 1986 οι Βρετανοί προσέφεραν στην πολεμική αεροπορία των ΗΠΑ τις Βρετανικές Βάσεις Ακρωτηρίου ως ορμητήριο για τις επιθέσεις εναντίον της Λιβύης, στην Τρίπολη και τη Βεγγάζη.  

Με την κωδική ονομασία «Επιχείρηση Φαράγγι Ελ Ντοράντο» ( El Dorado Canyon‎‎), οι ΗΠΑ εξαπέλυσαν αεροπορικές επιδρομές εναντίον της Λιβύης, ως αντίποινα για τη βομβιστική επίθεση στη ντισκοτέκ του Δυτικού Βερολίνου, για την οποία ο πρόεδρος των ΗΠΑ, Ρόναλντ Ρήγκαν, κατηγόρησε ανοιχτά τον Λίβυο ηγέτη, Μουαμάρ Καντάφι.

Τέσσερις μήνες αργότερα, στις 3 Αυγούστου του 1986, οι Βρετανικές Βάσεις Ακρωτηρίου τέθηκαν στο επίκεντρο επίθεσης αντιποίνων, που εξαπέλυσαν Άραβες σε διάφορα σημεία των Βάσεων Ακρωτηρίου, προκαλώντας ζημιές στις κτηριακές εγκαταστάσεις, καθώς και τον τραυματισμό τριών προσώπων, μεταξύ των οποίων δύο γυναικών Βρετανών στρατιωτικών.

Χαρακτηριστικά είναι τα δημοσιεύματα των New York Times της εποχής.

Δημοσίευμα στις 5 Αυγούστου 1986 προβάλλει δηλώσεις του τότε εκπρόσωπου του βρετανικού στρατού, σύμφωνα με τις οποίες «οι αντάρτες επιτέθηκαν με όλμους και ρουκέτες στη βρετανική αεροπορική βάση και σε μια παραλία (Ακρωτηρίου), γεμάτη από τις οικογένειες στρατιωτών. Μια φιλολιβυκή ομάδα είναι υπεύθυνη».

Στο πλαίσιο διερεύνησης της υπόθεσης, ανακριτές της Scotland Yard έφθασαν στην Κύπρο, ενώ η κυπριακή Αστυνομία ενίσχυσε τα μέτρα ασφαλείας σε λιμάνια και αεροδρόμια και έστησε οδοφράγματα. Παράλληλα,  βρετανικά στρατεύματα, σε ομάδες των πέντε ή έξι, περιφρουρούσαν τους δρόμους που γειτνιάζουν με τις Bρετανικές Βάσεις, οι οποίες ήταν αποκλεισμένες από συρματοπλέγματα.

Όπως αναφέρεται χαρακτηριστικά, η επίθεση στο Ακρωτήρι, τον μεγαλύτερο σταθμό της RAF εκτός Βρετανίας, ήταν η πρώτη επίθεση που σημειώθηκε εναντίον βρετανικής στρατιωτικής εγκατάστασης, μετά τις αμερικανικές αεροπορικές επιδρομές, στις οποίες συμμετείχαν βομβαρδιστικά F-111 της Πολεμικής Αεροπορίας των Ηνωμένων Πολιτειών.

Δύο μέρες αργότερα, η εφημερίδα New York Times, σε ανάλυσή της, απέδιδε την επίθεση σε μια νεοεμφανιζόμενη οργάνωση, με την ονομασία «Unified Nasserite Organization», η οποία αποτελούσε προϊόν συγχώνευσης αρκετών αραβικών εθνικιστικών φατριών, που υποστήριζαν τη φιλοσοφία του Νάσερ («Νασερισμός»),  καθώς και του Λίβυου ηγέτη, συνταγματάρχη Μουαμάρ Καντάφι.

Το δημοσίευμα αναφέρεται και σε προκήρυξη της οργάνωσης, που αναλάμβανε την ευθύνη για την επίθεση στην Κύπρο, ως απάντηση στις αμερικανικές αεροπορικές επιθέσεις στη Λιβύη τον Απρίλιο του 1986 και υποστήριζε ότι η εν λόγω οργάνωση είχε ως στόχο να πλήξει τα βρετανικά συμφέροντα στην Ανατολική Μεσόγειο.

Σύμφωνα με στρατιωτικούς αναλυτές, το μέγεθος της επίθεσης υποδήλωνε ότι η προετοιμασία είχε πραγματοποιηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα και επενδύθηκε σε αυτή μεγάλη προσπάθεια, προσδίδοντας μια νέα διάσταση στην «τρομοκρατική δραστηριότητα», όπως αποκαλείται, κατά των δυτικών συμφερόντων στην περιοχή της Μέσης Ανατολής.

Υποστηριζόταν ακόμη πως ήταν μόνο η αρχή στη δράση της οργάνωσης, που είχε ως στόχο κι άλλα σημεία βρετανικού ενδιαφέροντος στη Μεσόγειο.