Έφυγε από τη ζωή ο Γιώργος Βασιλείου, μια από τις σημαντικότερες προσωπικότητες της σύγχρονης πολιτικής ιστορίας της Κύπρου. Πολιτικός με όραμα και άνθρωπος του διαλόγου, ο τρίτος Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας άφησε ανεξίτηλο το αποτύπωμά του τόσο στη δημόσια ζωή όσο και στην προσπάθεια για μια δίκαιη και βιώσιμη λύση του Κυπριακού.

Ο Γιώργος Βασιλείου εξελέγη πρόεδρος της Δημοκρατίας στις 21 Φεβρουαρίου του 1988 και η θητεία του έληξε στις 28 Φεβρουαρίου 1993. Ήταν ο τρίτος πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας, μετά τον αρχιεπίσκοπο Μακάριο (1960 – 1977) και τον Σπύρο Κυπριανού (1977 -1988).

Γεννημένος στην Αμμόχωστο στις 20 Μαΐου 1931, ο Γιώργος Βασιλείου προερχόταν από οικογένεια επιστημόνων. Πατέρας του ήταν ο οφθαλμίατρος Βάσος Βασιλείου και μητέρα του η οδοντίατρος Φωφώ Βασιλείου. Μετά την ολοκλήρωση των γυμνασιακών του σπουδών, ακολούθησε πανεπιστημιακή εκπαίδευση στις οικονομικές επιστήμες, σπουδάζοντας στα Πανεπιστήμια της Γενεύης, της Βιέννης και της Βουδαπέστης. Αναγορεύθηκε διδάκτορας Οικονομικών Επιστημών από το Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης, ενώ στο Λονδίνο εξειδικεύθηκε στο μάρκετινγκ και στην έρευνα αγοράς.

Στην προσωπική του ζωή παντρεύτηκε την Ανδρούλλα Βασιλείου, με την οποία απέκτησαν δύο κόρες και έναν γιο. Η οικογένειά του αποτέλεσε σταθερό σημείο αναφοράς σε όλη τη δημόσια διαδρομή του.

Σε επαγγελματικό επίπεδο εργάστηκε αρχικά στο Ηνωμένο Βασίλειο ως οικονομολόγος και ερευνητής αγοράς για τον όμιλο Reed Paper Group. Το 1962 επέστρεψε στην Κύπρο και ίδρυσε το Κέντρο Ερευνών Μέσης Ανατολής (Κ.Ε.Μ.Α.), έναν οργανισμό που εξελίχθηκε σταδιακά σε έναν από τους μεγαλύτερους φορείς ερευνών και συμβουλευτικών υπηρεσιών στη Μεσόγειο, τη Μέση Ανατολή και την Αφρική, με παρουσία σε 11 χώρες. Ο Γιώργος Βασιλείου διετέλεσε πρόεδρος και γενικός διευθυντής του Κ.Ε.Μ.Α. έως το 1988, οπότε και εξελέγη Πρόεδρος της Δημοκρατίας.

Παράλληλα, το 1984 ίδρυσε το Μεσανατολικό Κέντρο Σπουδών σε θέματα Διοίκησης, καθώς και αντίστοιχο εκπαιδευτικό ίδρυμα στον τομέα των ηλεκτρονικών υπολογιστών, σε συνεργασία με αναγνωρισμένες σχολές διοίκησης επιχειρήσεων και το Εθνικό Κέντρο Ηλεκτρονικών Υπολογιστών του Ηνωμένου Βασιλείου.

Η εκλογή του στην Προεδρία της Δημοκρατίας

Η είσοδός του στην πολιτική ζωή χαρακτηρίστηκε από την απουσία κομματικής ένταξης. Δεν υπήρξε μέλος οποιουδήποτε πολιτικού κόμματος, ενώ στις προεδρικές εκλογές του 1983 στήριξε ενεργά την ανεξάρτητη υποψηφιότητα του Γεωργίου Ιωαννίδη. Στις προεδρικές εκλογές του Φεβρουαρίου 1988 κατήλθε ο ίδιος ως ανεξάρτητος υποψήφιος, με τη στήριξη του ΑΚΕΛ και διαφόρων ανεξάρτητων προσωπικοτήτων.

Ανθυποψήφιοί του στον πρώτο γύρο των εκλογών ήταν ο τότε Πρόεδρος της Δημοκρατίας Σπύρος Κυπριανού, ο Γλαύκος Κληρίδης και ο Βάσος Λυσσαρίδης. Καθώς κανένας υποψήφιος δεν εξασφάλισε την απόλυτη πλειοψηφία στις εκλογές της 14ης Φεβρουαρίου 1988, στον δεύτερο γύρο αναμετρήθηκαν ο Γιώργος Βασιλείου και ο Γλαύκος Κληρίδης. Στις 21 Φεβρουαρίου 1988, ο Γιώργος Βασιλείου επικράτησε συγκεντρώνοντας 167.834 ψήφους και ποσοστό 51,63%, έναντι 48,37% του ανθυποψηφίου του, και εξελέγη Πρόεδρος της Κυπριακής Δημοκρατίας για πενταετή θητεία.

Κατά τη διάρκεια της προεδρίας του, από το 1988 έως το 1993, έθεσε ως βασική προτεραιότητα την εξεύρεση δίκαιης και ειρηνικής λύσης του Κυπριακού προβλήματος. Ανέπτυξε εντατικές επαφές με τον Οργανισμό Ηνωμένων Εθνών, είχε απευθείας διαπραγματεύσεις με τον Τουρκοκύπριο ηγέτη Ραούφ Ντενκτάς υπό την αιγίδα του ΟΗΕ, διατήρησε στενή συνεργασία με τις ελληνικές κυβερνήσεις και πραγματοποίησε συχνές επαφές με την κυβέρνηση του Ηνωμένου Βασιλείου και με αρχηγούς κρατών. Οι προσπάθειες αυτές κορυφώθηκαν με το λεγόμενο Σχέδιο Γκάλι, το οποίο, ωστόσο, δεν κατέστη δυνατό να υλοποιηθεί λόγω της τουρκικής αδιαλλαξίας.

Παράλληλα, η κυβέρνησή του έδωσε ιδιαίτερη έμφαση στην οικονομική ανάπτυξη της χώρας, στην ενίσχυση της αμυντικής θωράκισης, στη βελτίωση των υπηρεσιών υγείας και στην αντιμετώπιση σειράς εσωτερικών ζητημάτων. Στο Κυπριακό παρέμεινε σταθερός υποστηρικτής μιας λύσης στη βάση της διζωνικής, δικοινοτικής ομοσπονδίας.

Ο Γιώργος Βασιλείου απώλεσε την προεδρία στις προεδρικές εκλογές του Φεβρουαρίου 1993, τις οποίες κέρδισε ο Γλαύκος Κληρίδης. Παρά την εκλογική ήττα, δεν αποσύρθηκε από την πολιτική ζωή.

Τον Απρίλιο του 1993 ίδρυσε το Κίνημα Ελευθέρων Δημοκρατών, το οποίο συμμετείχε για πρώτη φορά σε βουλευτικές εκλογές τον Μάιο του 1996. Με το κόμμα αυτό εξελέγη βουλευτής Λευκωσίας, αξίωμα το οποίο διατήρησε από τις 6 Ιουνίου 1996 έως τον Ιούνιο του 1999. Αργότερα, το Κίνημα Ελευθέρων Δημοκρατών συνενώθηκε με το ΑΔΗΣΟΚ, οδηγώντας στη δημιουργία του κινήματος των Ενωμένων Δημοκρατών, του οποίου ο Γιώργος Βασιλείου διετέλεσε επίτιμος πρόεδρος.

Ρεαλιστής και ευρωπαϊστής

Ο Γιώργος Βασιλείου υπήρξε μια μοναδική περίπτωση στα πολιτικά χρονικά. Αν και γιος του ιστορικού στελέχους της αριστεράς Βάσου Βασιλείου η πορεία του δεν εγκλωβίστηκε σε ιδεολογικές αγκυλώσεις. Σπούδασε στην Ουγγαρία όπου είχε καταφύγει ο πατέρας του ως πολιτικός πρόσφυγας μετά τον ελληνικό εμφύλιο. Ακολούθησαν σπουδές στη Βιέννη, την Γενεύη και το Λονδίνο και επιστρέφοντας στην Κύπρο ίδρυσε το Κέντρο Ερευνών Μέσης Ανατολής μετατρέποντας την έρευνα αγοράς σε ένα πανίσχυρο επιχειρηματικό εργαλείο. Η εκλογή του στην Προεδρία της Κυπριακής Δημοκρατίας με τη στήριξη του ΑΚΕΛ το 1988 ξένισε πολλούς, όμως ο ίδιος απέδειξε γρήγορα ότι η ατζέντα του ήταν ξεκάθαρα φιλελεύθερη και δυτικότροπη.

Μεταρρυθμίσεις και εκσυγχρονισμός

Η πενταετία 1988 με 1993 χαρακτηρίστηκε από μια πρωτοφανή μεταρρυθμιστική ορμή που στόχευε στην προσαρμογή της Κύπρου στα ευρωπαϊκά δεδομένα. Ο Γ. Βασιλείου ήταν ο Πρόεδρος που τόλμησε να εισαγάγει τον ΦΠΑ παρά τις σφοδρές αντιδράσεις της εποχής καθώς αντιλαμβανόταν ότι χωρίς αυτό το βήμα η οικονομική εναρμόνιση με την Ευρώπη θα παρέμενε κενό γράμμα.

Η ίδρυση του Πανεπιστημίου Κύπρου το 1992 αποτελεί ίσως την πιο εμβληματική του παρακαταθήκη στον τομέα της Παιδείας. Μέχρι τότε η Κύπρος εξήγαγε το ανθρώπινο δυναμικό της στο εξωτερικό ενώ με τη λειτουργία του κρατικού πανεπιστημίου τέθηκαν οι βάσεις για την πνευματική και επιστημονική αυτονόμηση του νησιού. Παράλληλα ο εκσυγχρονισμός της δημόσιας διοίκησης και η εισαγωγή νέων τεχνολογιών υπήρξαν προτεραιότητες που άλλαξαν τη δομή του κράτους.