Οι βουλευτικές εκλογές της 24ης Μαΐου διαφοροποίησαν μερικώς τον πολιτικό χάρτη της Κύπρου δίνοντας την πιο δεξιά Βουλή των Αντιπροσώπων στην ιστορία της Δημοκρατίας. Τα κόμματα και οι σχηματισμοί που κινούνται σε αυτό το χώρο καλύπτουν τα δύο τρίτα του εκλογικού σώματος – εξέλιξη η οποία τυγχάνει θετικής ανάγνωσης από το Λόφο ενόψει της επόμενης διετίας και των σημαντικών ζητημάτων που θα προωθηθούν ενώπιον του νομοθετικού σώματος.
Ένα από τα ερωτήματα της επόμενης ημέρας αφορά τη δυνατότητα των νυν πολιτικών ηγετών να καταφέρουν να πλοηγήσουν τα «πολιτικά καράβια» τους χρησιμοποιώντας αυτό το νέο χάρτη – και να μην τα οδηγήσουν πάνω σε παγόβουνα.
Πιο δεξιά από ποτέ
Η νέα Βουλή που προέκυψε από τις εκλογές της 24ης Μαΐου είναι ίσως η πιο δεξιά που είχε ποτέ η Κύπρος – σίγουρα από τις εκλογές του 1976 και μετά. Οι σχηματισμοί αλλά και το σύνολο των βουλευτών που τοποθετούνται στο κέντρο και προς τα δεξιά, όσον αφορά τα σημαντικά ζητήματα του τόπου – εξωτερική πολιτική, κοινωνία, σχέσεις με χώρες εντός και εκτός ΕΕ, και κυρίως οικονομία –, αποτελούν πλέον την κυρίαρχη δύναμη.
Είτε χρησιμοποιούνται μαθηματικά είτε όχι, το αποτέλεσμα είναι το ίδιο. Στα πιο πάνω θέματα υπάρχει μια ιδεολογικοπολιτική προσέγγιση – ενίοτε και ταύτιση θέσεων – ανάμεσα σε τρεις σχηματισμούς που ήταν στην προηγούμενη Βουλή: τον Δημοκρατικό Συναγερμό, το ΕΛΑΜ και το Δημοκρατικό Κόμμα.
Το κοινοβουλευτικό τους εκτόπισμα φτάνει σήμερα στις 33 έδρες, έναντι 30 που είχαν στην προηγούμενη Βουλή. Σε ένα σώμα 56 βουλευτών, αυτός ο αριθμός έχει μεγάλη σημασία. Απ’ εκεί και πέρα, υπάρχουν ακόμα οκτώ βουλευτές των οποίων οι τοποθετήσεις μπορεί να ενισχύσουν περαιτέρω την κεντροδεξιά/δεξιά ομάδα στη Βουλή.
Από την άλλη, το ΑΚΕΛ με την καθαρά αριστερή ταυτότητά του ξεκινά από τις 15 δικές του έδρες και μπορεί να ενισχυθεί αναλόγως, όχι όμως πέραν των οκτώ σε θέματα μείζονος πολιτικής. Σε επιμέρους ζητήματα εσωτερικής πολιτικής μπορούν να υπάρξουν – όπως και υπήρξαν στην προηγούμενη Βουλή – ποικίλες συμμαχίες κατά τη ψηφοφορία.
Πέτυχε η δουλειά των κομματικών μηχανισμών
Ένα από τα πολύ ισχυρά χαρτιά που είχαν στα χέρια τους οι ηγεσίες των παραδοσιακών κομμάτων – και κυρίως η τριάδα ΔΗΣΥ-ΑΚΕΛ-ΔΗΚΟ – ήταν ο κομματικός μηχανισμός. Ήταν ένα στοιχείο που δεν διέθεταν τα νεοφανή σχήματα, τα οποία αποκτούσαν ή έχαναν δυναμική κυρίως σε επικοινωνιακό επίπεδο. Γι’ αυτό και όλες οι δημοσκοπήσεις τα έδειχναν να κινούνται πολύ καλύτερα από ό,τι πήγαν τελικά στην κάλπη.
Τόσο το ΑΚΕΛ όσο και ο Δημοκρατικός Συναγερμός κινητοποίησαν όλους τους μηχανισμούς τους προκειμένου: α) να σταματήσουν οι διαρροές προς άλλα νεοφανή σχήματα, β) να πείσουν παραδοσιακούς ψηφοφόρους να επανέλθουν στα κόμματά τους.
Εάν είναι κάτι που μπορεί να εξαχθεί από αυτές τις εκλογές, είναι το πόσο αποτελεσματικοί ήταν οι μηχανισμοί και των τριών κομμάτων – αν αναλογιστεί κανείς το περιβάλλον μέσα στο οποίο διεξήχθησαν. Ένα περιβάλλον που κάθε άλλο παρά βοηθούσε αυτά τα κόμματα να προβάλουν τις θέσεις τους και να επιχειρήσουν να αντιστρέψουν την αντίληψη της κοινής γνώμης.
Οι κυρίαρχες συζητήσεις, τόσο στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης όσο και στα μέσα ενημέρωσης, δεν ήταν οι προτάσεις ή οι θέσεις των κομμάτων, αλλά μια σειρά θεμάτων επικαιρότητας που είτε δεν σχετίζονταν με τις εκλογές αυτές καθ’ αυτές είτε λειτούργησαν αρνητικά για κάποιους.
Για παράδειγμα, ΑΚΕΛ και ΔΗΚΟ κυριαρχούσαν στις συζητήσεις εξαιτίας της ξεχωριστής κόντρας που είχε το καθένα με τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη. Ελάχιστα ως καθόλου υπήρξε συζήτηση γύρω από τις θέσεις και τις προτάσεις που παρουσίασαν στους ψηφοφόρους.
Ακόμα και υπό αυτές τις συνθήκες, έδειξαν ότι έχουν την ικανότητα να αντιδρούν και να εκμεταλλεύονται τις λανθασμένες κινήσεις των αντιπάλων τους. Και από τη στιγμή που η υπεροψία Μιχαηλίδη τους έδωσε την ευκαιρία, δεν την άφησαν να πάει χαμένη.
Αυτές οι εξελίξεις έδωσαν πάσα στους μηχανισμούς τους να λειτουργήσουν με πολύ συγκεκριμένη στόχευση προς τους ψηφοφόρους τους.
Από τον θόρυβο στη σιωπή
Ο προεκλογικός ξεκίνησε με έναν Δημοκρατικό Συναγερμό να βγάζει συνεχώς προς τα έξω, μέσω διαφόρων καναλιών, ένα πολύ συγκεκριμένο αφήγημα: το Προεδρικό προσπαθεί να καταστρέψει τον ΔΗΣΥ και σπρώχνει τους υποστηρικτές του προς το ΕΛΑΜ. Συνοδευόμενο από ένα δεύτερο, ίσως πιο πιασάρικο: ότι το ΕΛΑΜ είναι το κόμμα του Χριστοδουλίδη.
Πέραν όμως από τους διαδρόμους της Πινδάρου και ορισμένα πηγαδάκια, πουθενά δεν υπήρχε τεκμηρίωση του συγκεκριμένου αφηγήματος. Επρόκειτο περισσότερο για μεμονωμένες περιπτώσεις και όχι για την κυβέρνηση αυτή καθ’ αυτή – και βεβαίως τον ίδιο τον Πρόεδρο –, κάτι που φάνηκε πολύ ξεκάθαρα στη συνέχεια.
Καθώς όμως πλησίαζε η 24η Μαΐου, όλα αυτά τα αφηγήματα άρχισαν να αποχωρούν σιγά-σιγά από το προσκήνιο. Μόνο σε μεμονωμένες περιπτώσεις υπήρχε επιμονή – αλλά τα κίνητρα τους δεν σχετίζονταν με έγνοια για τον ΔΗΣΥ. Ήταν κυρίως η συντήρηση ενός αφηγήματος που ξεκίνησε από το 2022 με αφορμή τις προεδρικές του 2023, περί κινήσεων Χριστοδουλίδη για διάλυση του Συναγερμού.
Η Συναγερμική ηγεσία, παράλληλα με την κινητοποίηση του κομματικού μηχανισμού, φρόντισε από τα τέλη Μαρτίου και για περίπου δύο μήνες να μειώσει κάθετα την άσκηση κριτικής και την επιθετικότητα κατά της κυβέρνησης και του Νίκου Χριστοδουλίδη προσωπικά.
Ανέδειξε σε κάθε περίπτωση τη συμβολή του ΔΗΣΥ στη λήψη σημαντικών αποφάσεων που αφορούν τον τόπο και την οικονομία. Έστελνε παράλληλα το μήνυμα πως αποστολή του δεν είναι να μηδενίζει και να καταστρέφει αλλά να συνεργάζεται με την κυβέρνηση Χριστοδουλίδη για ζητήματα μείζονος πολιτικής σημασίας.
Για τον μέσο Συναγερμικό ψηφοφόρο αυτό δεν ήταν δείγμα μεγαλοψυχίας της Πινδάρου, αλλά η αποστολή και ο ρόλος που ήθελαν για τον ΔΗΣΥ. Παράλληλα έβλεπαν μια προοπτική για τη μεταεκλογική περίοδο – προς όφελος ευρύτερα της κοινωνίας και του τόπου, τόσο σε ζητήματα εξωτερικής πολιτικής όσο και οικονομίας.
Οι άλλες δύο συνιστώσες
Στον δεξιό άξονα της Βουλής, πέραν του ΔΗΣΥ, υπάρχουν ακόμα δύο συνιστώσες. Το ΔΗΚΟ προς το κέντρο και το ΕΛΑΜ με πιο δεξιά απόκλιση. Και τα δύο κόμματα σε αυτές τις εκλογές κατάφεραν τα ελάχιστα που χρειάζονταν: το ΔΗΚΟ να κρατηθεί σε ποσοστά που απέτρεψαν περαιτέρω εσωτερικούς κινδύνους, και το ΕΛΑΜ να αναδειχθεί ως τρίτη πολιτική δύναμη.
Το γεγονός ότι τα δύο κόμματα είχαν περίπου το ίδιο ποσοστό δείχνει και το αντίστοιχο εκτόπισμά τους μέσα στην κυπριακή κοινωνία.
Σίγουρα το ΕΛΑΜ θεωρείται ανάμεσα στους κερδισμένους των εκλογών, αν και οι ίδιοι εμφανίζονταν το βράδυ της Κυριακής μερικώς απογοητευμένοι γιατί ανέμεναν υψηλότερο ποσοστό. Αυτό θα μπορούσε να επιτευχθεί μόνο εάν μια μερίδα Συναγερμικών ενεργούσε εκδικητικά – κάτι που θα μπορούσε να στραφεί μόνο εναντίον προσώπων και όχι εναντίον του ίδιου τους του κόμματος.
Κέρδισαν μια θέση στον ήλιο για πέντε χρόνια
Σε κάθε εκλογική αναμέτρηση, αναλόγως των εξελίξεων εντός και εκτός Κύπρου, προκύπτουν νέοι σχηματισμοί που κυρίως εξυπηρετούν τον ενθουσιασμό της στιγμής ή το εφήμερο εγχείρημα ενός πολιτικού που θέλει να χρησιμοποιήσει τη Βουλή ως πρώτο βήμα για κάτι μεγαλύτερο.
Αυτοί οι σχηματισμοί αποδεδειγμένα δεν άντεξαν πέραν από μια πενταετή θητεία μέσα στη Βουλή και διαλύθηκαν ευθύς μετά. Παραδείγματα υπάρχουν αρκετά στη σύγχρονη ιστορία της Κύπρου – σχηματισμοί που εμφανίστηκαν, πολλοί πίστευαν ότι θα κάνουν την ανατροπή, και στο τέλος ίσα που έβγαζαν την πενταετία.
Αυτό θα ισχύσει και στην περίπτωση των νέων πολιτικών σχηματισμών που εμφανίστηκαν σε αυτές τις βουλευτικές εκλογές, εξυπηρετώντας πολύ συγκεκριμένες στοχεύσεις και προσωπικές ατζέντες – και όχι γιατί ήρθαν να δώσουν κάτι διαφορετικό στην πολιτική του τόπου. Κι αυτό φάνηκε πολύ πριν ανοίξουν οι κάλπες.
Εάν κάποιος κοιτάξει την τάση τόσο προς το Άλμα όσο και προς την Άμεση Δημοκρατία, θα δει ότι η Κύπρος όδευε – στα χαρτιά – προς μια πολιτική και κομματική επανάσταση. Σταδιακά όμως, καθώς πλησιάζαμε στις κάλπες, έδειξαν τις πραγματικές τους δυνάμεις, με αποτέλεσμα μια ανώμαλη προσγείωση στην πραγματικότητα της κάλπης.
Και όσο κι αν κάποιος δεν υπολογίζει τον Κύπριο ψηφοφόρο, ο τελευταίος μπορεί κάλλιστα να αναγνωρίσει εάν ένα κόμμα μπορεί να νομοθετήσει και να λάβει αποφάσεις την ώρα που χρειάζεται, ή εάν δεν μπορεί να κάνει κάτι περισσότερο από τον θόρυβο που προκαλεί.
Στο κάτω-κάτω, η Βουλή δεν χρειάζεται κριτές και επικριτές – χρειάζεται νομοθέτες.
Αυτές οι πραγματικότητες δείχνουν εκ προοιμίου ότι τόσο η Άμεση Δημοκρατία όσο και το Άλμα θα είναι κόμματα μίας μόνο κοινοβουλευτικής θητείας. Εξάλλου, από την αρχή ο στόχος του Οδυσσέα Μιχαηλίδη – όπως και ο ίδιος το παραδέχθηκε – δεν ήταν οι βουλευτικές. Στόχος του παραμένει ένας: η κατάκτηση της εξουσίας.
Στάθηκαν όμως τυχεροί
Το γεγονός ότι τα δύο αυτά κόμματα βρίσκονται σήμερα στη Βουλή με τέσσερις βουλευτές έκαστο οφείλεται κυρίως στο πώς διαμορφώθηκε ολόκληρος ο προεκλογικός. Σε πολλά σημεία και για πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, αυτός ο προεκλογικός ήταν κομμένος και ραμμένος στα δικά τους μέτρα. Ακόμα και η επικαιρότητα τούς βόλευε στα αφηγήματά τους.
Ως εκ τούτου, δεν χρειαζόταν να κοπιάζουν για να βγάλουν πολιτικές θέσεις ή να καταθέσουν προτάσεις. Αναλώνονταν – κυρίως το Άλμα – στο να σχολιάζει την επικαιρότητα.
Τόσο ο Οδυσσέας Μιχαηλίδης όσο και ο Φειδίας Παναγιώτου στάθηκαν τυχεροί γιατί άργησαν πολύ τα τρία παραδοσιακά κόμματα να βγουν επιθετικά εναντίον τους. Εάν το σκηνικό που είχαμε τον τελευταίο ένα μήνα πριν τις εκλογές είχε διαμορφωθεί από τον Φεβρουάριο-Μάρτιο, τα δεδομένα θα ήταν πολύ διαφορετικά – και όπως λέγεται σε πολλά πολιτικά πηγαδάκια, ίσως να μην κατάφερναν τελικά να μπουν στη Βουλή.
Πλήρωσαν συσσωρευμένα λάθη και αδυναμίες
Τρία κόμματα που ήταν στην προηγούμενη Βουλή έμειναν εκτός. Και αυτό δεν οφείλεται ούτε σε εκστρατείες εις βάρος τους, αλλά στα συσσωρευμένα λάθη εντός των ίδιων των κομμάτων και σε μια σειρά από αδυναμίες που ήταν ορατές σε όλους εδώ και καιρό.
Στην ΕΔΕΚ πάντοτε υπήρχαν προστριβές και συγκρούσεις – ακόμα και σε καιρούς που τα άλλα κόμματα ήταν συμπαγή. Πλην όμως το κίνημα των Κυπρίων σοσιαλιστών κατάφερνε πάντα να επιβιώνει χάρη στον ιδρυτή της ΕΔΕΚ, τον Βάσσο Λυσσαρίδη. Όσο ήταν ο ίδιος παρών, το κίνημα κατάφερνε να γλυτώνει από τις φουρτούνες.
Οι ηγεσίες που ακολούθησαν αποδείχθηκαν αδύναμες και κυρίως ενίσχυσαν τις τάσεις πολυδιάσπασης. Αυτό που συνέβη στις 24 Μαΐου θα μπορούσε να συμβεί και πέντε ή δέκα χρόνια νωρίτερα. Ήταν απλώς θέμα χρόνου: σε ένα κόμμα που είχε έναν ηγέτη που ενέπνεε, θα υπάρχει πάντα η αναζήτηση για κάτι ανάλογο – κι αυτό δεν το έχει η σημερινή ΕΔΕΚ. Η απουσία προσώπων που εμπνέουν, ενώνουν και δίνουν προοπτική, μαζί με τα προβλήματα του παρελθόντος, οδήγησε αναπόφευκτα σε αυτό το αποτέλεσμα.
Οι Οικολόγοι από την ίδρυσή τους και μέχρι πρόσφατα αποτελούσαν για χρόνια την άλλη φωνή στην πολιτική ζωή – όχι μόνο σε ζητήματα περιβάλλοντος αλλά και σε πολλά άλλα. Ήταν για την εποχή τους ένα αντισυστημικό κόμμα με την καλή έννοια του όρου, και σίγουρα όχι όπως τα νεοφανή σχήματα.
Η πτώση των Οικολόγων σχετίζεται και με τις πολιτικές που ακολούθησαν τα προηγούμενα χρόνια, θεοποιώντας τον Οδυσσέα Μιχαηλίδη – κάτι που τελικά στράφηκε εναντίον τους, καθώς σημαντική μερίδα των ψηφοφόρων τους μετακινήθηκε προς το Άλμα αλλά και προς την Άμεση Δημοκρατία. Κι αυτό σε μια περίοδο κατά την οποία η καταστροφή του περιβάλλοντος είναι πιο ορατή από ποτέ – πλην όμως το οικολογικό κίνημα, αντί να θεριεύει, εξαφανίζεται.
Η ΔΗΠΑ ουσιαστικά αυτοκτόνησε πολιτικά από τη στιγμή που ο Μάριος Καρογιάν αποφάσισε ότι δεν θα είναι στο ψηφοδέλτιο. Η όποια εκ των υστέρων προσπάθειά του να εξηγήσει και να δικαιολογήσει τη συγκεκριμένη απόφαση ήρθε αργά: στην κοινή γνώμη πέρασε η εντύπωση ότι το πλοίο βυθιζόταν και ο καπετάνιος το εγκατέλειψε. Παρά το γεγονός ότι δεν ήταν έτσι, κανείς δεν πιστεύτηκε το αντίθετο.
Ο κόσμος της ΔΗΠΑ – σε αντίθεση με τους νεοφανείς πολιτικούς σχηματισμούς που δεν διαθέτουν ούτε ιδεολογία ούτε δόμηση – έχει μια πολύ συγκεκριμένη πολιτική ταυτότητα που τους δίνει τη δυνατότητα να παραμείνουν στην πολιτική ζωή, αλλά κάτω από άλλη ομπρέλα.
Δεν κρύφτηκε, έστειλε μηνύματα, έδωσε ώθηση
Ο Νίκος Χριστοδουλίδης, πηγαίνοντας πίσω μια τετραετία – όταν ξεκινούσε για τα καλά ο προεκλογικός για το 2023 –, είχε χαρακτηριστεί ως ο «καταστροφέας» του Δημοκρατικού Συναγερμού. Ως ο άνθρωπος που θα προκαλούσε τη διάλυση του κόμματος. Ήταν μια κινδυνολογία που συνδεόταν με το γεγονός ότι η ισχύς του Χριστοδουλίδη προερχόταν κατά κύριο λόγο από τις τάξεις του ΔΗΣΥ.
Τέσσερα χρόνια μετά, ο ΔΗΣΥ παραμένει στα ποσοστά που είχε και το 2021 – κάτι που δείχνει ξεκάθαρα πως η παρουσία του Νίκου Χριστοδουλίδη στο Προεδρικό δεν προκάλεσε καμία διάλυση.
Στο μεσοδιάστημα, από την εκλογή του και μέχρι πρόσφατα, ο Νίκος Χριστοδουλίδης κατηγορείτο από την Πινδάρου ότι πολεμούσε το κόμμα και ότι μέσω αυτού ενισχυόταν το ΕΛΑΜ.
Εκείνο που καταγράφεται απ’ όλους στην κρίσιμη προεκλογική περίοδο είναι οι πολύ στοχευμένες κινήσεις από πλευράς του Προέδρου Χριστοδουλίδη και των συνεργατών του – κινήσεις που ουσιαστικά άνοιξαν τον δρόμο και ώθησαν όλους εκείνους τους Συναγερμικούς που τον στηρίζουν να πάνε να ψηφίσουν το κόμμα τους.
Τα μηνύματα του Προέδρου – τόσο κατά τη συνέντευξή του σε τηλεοπτικό κανάλι στην Κύπρο όσο και κατά την ομιλία του από το βήμα του συνεδρίου της Νέας Δημοκρατίας – ηχούσαν στα αυτιά των Συναγερμικών ως κάλεσμα να μην συμπεριφερθούν εκδικητικά και να πάνε να ψηφίσουν το κόμμα τους. Κάτι που εκ του αποτελέσματος φαίνεται πως έπραξαν.
Από την άλλη, μέλη της κυβέρνησης που προέρχονται από τον χώρο του ΔΗΣΥ – παρά τις αποφάσεις που έλαβε το κόμμα εις βάρος τους – όχι μόνο δεν συμπεριφέρθηκαν εκδικητικά, αλλά στάθηκαν ανοικτά υπέρ συγκεκριμένων υποψηφίων και παρέστησαν σε Συναγερμικές εκδηλώσεις.
Ως προς τους συσχετισμούς δυνάμεων στη Βουλή, κάθε άλλο παρά απομονωμένοι αισθάνονται στο Προεδρικό. Ξεκινούν από το πιο απλό: τα μαθηματικά για τον προϋπολογισμό βγαίνουν. Απ’ εκεί και πέρα, για τις όποιες άλλες σημαντικές νομοθεσίες ή μεταρρυθμίσεις, θεωρούν δεδομένο ότι θα περάσουν μέσα από τη βάσανο των συζητήσεων, θα βρεθούν οι τομές και θα ψηφιστούν.