Ερατώ Ιωάννου: «Ούτε στη διακοσμητική τσαγιέρα», εκδόσεις Γκοβόστης, 2022.
Η νέα πεζογράφος Ερατώ Ιωάννου έχει κατακτημένο αφηγηματικό ύφος, καλοδουλεμένες τεχνικές και γενικά μια γραφή που δεν παρουσιάζει χασμωδίες, ανομοιογένεια ή ανισότητα. Αντιθέτως, η γραφή της είναι συμπαγής, οι περιγραφές της ευκρινείς και όλα τα περιγραφόμενα γεγονότα, στέρεα θεμελιωμένα με βαθιά εσωτερικότητα.
Η συλλογή «Ούτε στη διακοσμητική τσαγιέρα», το πρώτο εκδομένο έργο της συγγραφέως, περιλαμβάνει τέσσερα διηγήματα που βασικά χαρακτηρίζονται από αισθητή διαφορετικότητα μεταξύ τους, αν και δεν απουσιάζουν ούτε οι ομοιότητες. Από θεματικής άποψης θα κατέτασσα τα δύο πρώτα διηγήματα στο χώρο της λογοτεχνίας του τραύματος – και ασφαλώς αναφέρομαι στο τραύμα του 1974. Τα δύο τελευταία διηγήματα θεωρώ πως ανήκουν στη σφαίρα της πολιτικής ορθότητας, με σαφώς κοινωνικές προδιαγραφές και προεκτάσεις.

Ξεκινώ την αναλυτικότερη παρουσίαση από το πρώτο διήγημα «Κάτι μικροσκοπικό» (σελ. 9-17) που πιστεύω πως είναι ό,τι καλύτερο έχει περιληφθεί στο βιβλίο. Είναι ένα διήγημα πλήρες, ολοκληρωμένο, νεωτερικό και ευφάνταστο. Η Ε.Ι., ενώ αφηγείται μια ιστορία με εν πολλοίς γνωστές όλες τις βασικές παραμέτρους, καταφέρνει να κεντρίσει το αναγνωστικό ενδιαφέρον, με μια πτυχή ιδιομορφίας. Η γιαγιά πια, σύζυγος ανευρεθέντος οστού που ανήκει στον μέχρι πρότινος αγνοούμενο άντρα της, υπήρξε θύμα συζυγικής απιστίας. Μάλιστα, η ίδια μέχρι τέλους πίστευε ότι αυτός την εγκατέλειψε με κάποια Αγγλίδα τουρίστρια και δεν σκοτώθηκε στον πόλεμο!
ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ: Ερατώ Ιωάννου: Οι χαρακτήρες δεν είναι μαριονέτες
Οι περιγραφές της συγγραφέως είναι παραστατικές, υποβλητικές, δημιουργούν ατμόσφαιρα. Διεγείρουν συναισθήματα, άλλοτε με τη διαύγεια και άλλοτε με τη σκληρότητά τους. Ο συγκλονισμός, κυρίως προς το τέλος της αφήγησης, είναι διπλός. Η αντιφατικότητα των συναισθημάτων της γιαγιάς, καθώς αντικρίζει ένα μικρό κόκκαλο του άντρα της, η αντιπαραβολή, η σύγκριση, συνιστούν και την κορύφωση του όλου αφηγήματος. Στο σημείο αυτό η Ε.Ι. θέτει το δικό της στίγμα: «Μόνο το μίσος θα μπορούσε να είναι δυνατότερο από τον πόνο. Μόνο το μίσος θα μπορούσε να γεμίσει το φρικτό εκείνο κενό της εξαφάνισης. Το κενό εκείνο του να μην ξέρεις. Και η γιαγιά το έθρεφε για δεκαετίες…» (σελ. 15-16).
Κατά την άποψή μου, η δεύτερη καλύτερη στιγμή του βιβλίου είναι το διήγημα «Το μάτι της αίγας» (σελ. 47-61). Εδώ αναπαρίσταται η βουκολική Κύπρος των πρώτων δεκαετιών του 20ου αιώνα. Η Κύπρος της ανέχειας, της φτώχειας και της δυστοκίας. Μικρό κοριτσάκι, γόνος πολυμελούς οικογένειας, παραδίδεται ως «αναγιωτή» στον άκληρο, πλην ευκατάστατο νονό της. Πλην όμως, παραδίδεται, για λόγους ευνόητους, μεταμφιεσμένη σε αγοράκι, το οποίο και υποδύεται για κάποια χρόνια.
Η σπαρακτική και συνάμα ευτράπελη αυτή ιστορία λαμβάνει τέλος, όταν η φύση προδίδει το μεταμφιεσμένο κορίτσι σε αγόρι. Αιφνιδίως και σε δημόσια θέα, κατά την επικείμενη σφαγή μιας αίγας, από το «αγόρι», που θα έδειχνε έτσι ότι έγινε πια άντρας, αρχίζει θεαματικά και τραγελαφικά η έμμηνος ρύση για την ίδια. Έτσι όλο το χωριό, αντί ν’ αντικρίσει το αίμα της αίγας, βλέπει το ματωμένο παντελόνι του μέχρι πρότινος «αγοριού». Πέρα από την κατεκτημένη γλαφυρότητα και παραστατικότητα, θα έλεγα ότι ειδικά αυτό το διήγημα χαρακτηρίζεται και από θεατρικότητα, αλλά και από μια λεπτή αίσθηση του χιούμορ. Εδώ ο ήρωας, ή μάλλον η ηρωίδα του διηγήματος, αφηγείται: «Είχα μάθει την τέχνη της μίμησης. Δεν ήταν δα και δύσκολο να καταφέρω το μάγκικο βάδισμα νεαρού άντρα… Τα ήσυχα αγόρια, τα θηλυπρεπή, σαν και του λόγου μου, ήταν προφανώς ο αγαπημένος τους τύπος…» (σελ. 51).
Στο δεύτερο διήγημα της συλλογής «Ερειπωμένη» (σελ. 19-37), το επίκεντρο είναι και πάλι το 1974 και η εγκατάλειψη της Αμμοχώστου, αλλά χωρίς αναγωγή στο σήμερα. Τρυφερή, γλυκιά και ανθρώπινη ιστορία για μια γιαγιά που μένει πίσω, μόνη στην εγκαταλειμμένη πόλη. Η αφήγηση αιωρείται μεταξύ πραγματικού και φαντασιακού χώρου, συνθέτοντας μια ενδιαφέρουσα γόμωση.
Το τρίτο διήγημα «Σώζοντας τον Ιησού και τους Αποστόλους» (σελ. 39-46), έχει σαφώς κοινωνικό υπογάστριο. Αλλοδαπή ιερόδουλη στα μισοχαλασμένα χαμόσπιτα της παλιάς Λευκωσίας, ανάμεσα σε γριές θεούσες και βιοπαλαιστές. Η κλασική εικόνα του Μυστικού Δείπνου στο σαλόνι της «αμαρτωλής» στοιχειώνει τη θεοσεβούμενη γυναίκα, ώσπου ένα μεσημέρι Κυριακής ακούει τη ξένη κοπέλα να τραγουδά μ’ αναμμένα κεριά κάτω από την εικόνα. Τότε συντελείται η ανατροπή, η μεταμέλεια για τ’ αρνητικά συναισθήματα που προηγήθηκαν.
Είναι φανερό ότι συνολικά η συγγραφέας, βρίσκεται σε διαρκή αναζήτηση. Οι θεματικοί ορίζοντες είναι ατελείωτοι, οι αφηγηματικές μανιέρες ανεξάντλητες. Είμαι σίγουρος ότι θα συνεχίσει να βρίσκει τον δρόμο της με συνέπεια, προσήλωση και πολλή δουλειά.
g.frangos@cytanet.com.cy