Δυο σπουδαίοι ηθοποιοί, με αυτόφωτες πορείες αλλά και κοινές αποσκευές, συναντώνται στη φάση της ηλικιακής και καλλιτεχνικής τους ωριμότητας. Η Αννίτα Σαντοριναίου και ο Σταύρος Λούρας κάνουν ποδαρικό στη νέα θεατρική χρονιά με τις «Καρέκλες» του Ιονέσκο. Σε μια παράσταση υψηλών προδιαγραφών που αναμένουμε με ανυπομονησία.

Αννίτα Σαντοριναίου: «Τώρα πια, ελέγχω εγώ τη χαρά της ζωής μου»

Ικανοποιημένη από κάθε στιγμή του παρελθόντος και ενθουσιασμένη σαν παιδί για αυτό που έρχεται, ξέρει καλά πως δεν γίνεται θέατρο με το υποδεκάμετρο, ούτε με το ρολόι. Αλλά μόνο με αυτό τον ανεξάντλητο και απέραντο πόθο που μετέτρεψε την ίδια της τη ζωή σε μια καλαίσθητη παράσταση.

Το υπόγειο της Αννίτας Σαντοριναίου και του Γιώργου Μουαΐμη έχει γεμίσει με καρέκλες. Τοποθετημένες επιμελώς, κοιτώντας κάποιες από τη μία και κάποιες απ’ την άλλη κατεύθυνση,  φανερώνουν πως οι πρόβες βρίσκονται σε εξέλιξη και οι συντελεστές, πρωταγωνίστρια και σκηνοθέτης, σε αναβρασμό. Τα πάντα, όμως, σ’ αυτό το δωμάτιο, μοιάζουν ήρεμα, σαν να έχουν βυθιστεί σε αυτή τη γλυκιά ραστώνη που δημιουργεί η αναμμένη σόμπα και κάνει τον γάτο με το βελούδινο τρίχωμα, που έχει ήδη μπει στο σπίτι, να γουργουρίζει. Αυτή ακριβώς η ζεστασιά είναι ζωγραφισμένη και στο πρόσωπό της. «Είμαι σε τόσο γαλήνια φάση, που με ανησυχεί, γιατί βρισκόμαστε σε μια πραγματικά πολύ πιεστική περίοδο», δηλώνει, βέβαιη πως δεν είναι απάθεια, ούτε κατατονία, αλλά μια πραγματική ηρεμία. Σαν να της λέει μια φωνή μέσα της ότι κάποια στιγμή, όλα θα γίνουν και θα είναι ακριβώς όπως τα έχει ονειρευτεί. «Η πιο ευτυχισμένη στιγμή είναι τώρα, έγραφε ο Άλμπι για τις Τρεις Ψηλές Γυναίκες που ανεβάσαμε πέρσι. Εκείνη ήταν μια από αυτές. Και νομίζω πως τώρα, με αυτή την υπέροχη συνεργασία, θα ζήσουμε τη νέα πιο ευτυχισμένη μας στιγμή». 

Ο Ιονέσκο είναι γκροτέσκος, κυνικός, απροσδόκητος και αστείος. Δεν είμαστε ποτέ σίγουροι, για τίποτα, γιατί δεν θέλει να είμαστε σίγουροι. Μας βγάζει τη γλώσσα, μας κλείνει το μάτι, μας κοροϊδεύει, καγχάζει. Οι «Καρέκλες» έχουν ένα χιούμορ βιτριολικό. Οι δυο γέροι μιλάνε είτε για το τίποτα είτε για όλα αναδεικνύοντας ουσιαστικά τη μοναξιά τους και το κενό που δημιουργούν οι ίδιες οι κοινωνίες. Οι λέξεις φαίνεται να μην έχουν πια καμία σημασία, αφού είναι κενές και οι άνθρωποι τις χρησιμοποιούν για τα μη σημαντικά. Μιλούν, μα δεν επικοινωνούν ουσιαστικά μεταξύ τους. Ο γέρος έχει να μεταφέρει ένα σπουδαίο μήνυμα προς την ανθρωπότητα, προσπαθώντας απεγνωσμένα, αναδρομικά, να δικαιώσει την ύπαρξή του. Επειδή δεν έχει όμως ο ίδιος την ευφράδεια, εναποθέτει την ευθύνη μεταφοράς του μηνύματός του σε έναν ομιλητή.  Έχουν καλέσει αυτό το βράδυ πολύ κόσμο… στη σάλα του μυαλού τους, όπως λέει ο Γιώργος στο σκηνοθετικό του σημείωμα. Όλοι όσοι έρχονται είναι αποκυήματα της φαντασίας και αυτή είναι και η τεράστια δυσκολία του έργου. 

«Επειδή το κωμικό είναι παράδοξο, μου φαίνεται πως είναι και πιο τραγικό», λέει και ο Ιονέσκο. Γιατί εμπερικλείει την απελπισία και αυτό είναι πιο τραγικό από το ίδιο το τραγικό. Και αυτή πιστεύω πως θα είναι μια ξεκαρδιστική παράσταση που θα προκαλέσει δάκρυα. Νομίζω ότι τότε το θέατρο βρίσκει τον πραγματικό λόγο ύπαρξής του – όταν συμπτύσσει μέσα στο αποτέλεσμά αυτό που είναι και η ίδια η ζωή. Το γέλιο και το δάκρυ. Σε τελευταία ανάλυση, το γέλιο και το δάκρυ μιας παράστασης είναι ευχαρίστηση, ψυχαγωγία, αγωγή της ψυχής.

Έχουμε να κάνουμε με ένα Σταύρο Λούρα έφηβο, υπέροχο, πιο πλούσιο, έντεχνο, πιο αγωνιώδη για να κάνει το καλύτερο δυνατό παρά ποτέ. Δεν είναι πια αυτό το άγχος της ανασφάλειας που είχε παλιά, αντίθετα έχει μια σιγουριά για το τι θέλει και το αναζητά προσπαθώντας να φτάσει στην πιο τέλεια λεπτομέρειά του. Είναι ένα χάρμα οφθαλμών. Που ακόμα κι εγώ που τον βλέπω ενώ παίζουμε μαζί, γελώ. Σταματώ και γελώ. Είναι τόσο άμεσος, τόσο καίριος. Νομίζω ότι θα κάνει τον καλύτερο ρόλο της ζωής του.

Και οι δυο μας βρισκόμαστε σε μια ηλικιακή και καλλιτεχνική ωριμότητα. Έχουμε χρόνια κοινής πορείας και γνωρίζουμε πολύ καλά ο ένας τον άλλον, χωρίς να το προετοιμάσουμε, βγαίνουν πράγματα απίστευτα γιατί έχουμε σκηνική χημεία και οι αποσκευές μας κουβαλάνε εμπειρίες. Και παρόλο που «Οι Καρέκλες» παίζονται συνήθως από νέους ηθοποιούς -και ο ίδιος ο Ιονέσκο το συστήνει γιατί είναι ένα έργο εξοντωτικό-, πιστεύω ότι μέσα από δύο ηθοποιούς ώριμους, θα φωτιστούν άλλες πλευρές του.

Είναι υπέροχο που συνεργαζόμαστε με τον Γιώργο. Μπορεί να κουβεντιάζουμε ώς αργά τη νύχτα και να μας δεις ξανά, στις εφτά το πρωί, στο παράθυρο της κουζίνας, όπου επιτρέπεται να καπνίζουμε, να συζητάμε ξανά, να κοιτάμε το κείμενο, τις λεπτομέρειες. Είναι όμορφο, πολύ όμορφο…

Παρά το χρόνο που έχει περάσει, είμαστε ένα αγαπημένο ζευγάρι. Η αγάπη, ξέρεις, είναι κάτι που καλλιεργείται. Δεν συμβαίνει μόνο. Βεβαίως συμβαίνει, όμως αν το αφήσεις ακαλλιέργητο, θα μαραθεί. Η καθημερινότητα σε συνθλίβει. Και δεν μπορώ να πω ότι δεν περνάμε από την καθημερινότητα, μην τα παρουσιάζω όλα ρόδινα, αλλά για κάποιο λόγο μαγικό, επειδή ίσως ένα τμήμα του εαυτού μας έχει παραμείνει νεανικό, κρατάμε και καλλιεργούμε ενσυνείδητα αυτή την αγάπη. Ίσως, ο κυριότερος λόγος να είναι το ότι αγαπάμε και οι δυο την αισθητική στη ζωή σε όλα. Ακόμη και μέσα από έναν άγριο καβγά που μπορεί να έχουμε, κάτι όμορφο θα βγει. Ένα καλύτερο αύριο. 

Τι είναι επιτυχία; Όταν αγγίξεις την ψυχή. Όχι όταν έρθουν να σου πουν «συγχαρητήρια». Στα μάτια τη συναντάς την επιτυχία. Αν έχεις μια αντικειμενικότητα στο να διαβάζεις κάτω απ’ τις λέξεις του άλλου, μπορείς να το καταλάβεις αν τον άγγιξες. Αν το έκανες, τότε η αποστολή σου, δηλαδή το θέατρο, αποκτά σάρκα και οστά. Αποκτά λόγο ύπαρξης. Γιατί αυτός είναι ο σκοπός μας. Δεν μπορεί να είμαστε «ιερείς» σε ένα ποίμνιο το οποίο έρχεται τυπικά να παρακολουθήσει μια λειτουργία και να φύγει, όχι. Πρέπει αυτός ο κόσμος που θα έρθει στη δική μας θεατρική λειτουργία να συλλειτουργήσει σε τέτοιο βαθμό που όταν φύγει από την αίθουσα θα κουβαλά πράγματα μαζί του. Έστω για λίγες μέρες, έστω για λίγες ώρες… 

Ήταν πάρα, πάρα πολύ δύσκολη απόφαση να κατέβω στην Κύπρο. Μου προκάλεσε πάρα πολλή οδύνη. Δεν μπορώ να πω πως πέρασα εύκολα τον πρώτο καιρό. Αλλά ήμουν αποφασισμένη. Μπορεί και να έκλαιγα κάποιες φορές. Ε και; Κλαις και όταν περπατώντας, σε κόβουν τα παπούτσια σου. Δεν θα φτάσεις κάποια στιγμή στο σπίτι σου; Ο κάθε άνθρωπος μπορεί να κλαίει. Η ζωή αυτό είναι. Μια διαρκής μάχη, ένας αγώνας. Αλλά προχωρούμε μπροστά και ομολογώ ότι γεύτηκα υπέροχα πράγματα και μου δόθηκε η ευκαιρία να γνωρίσω σπουδαίους ανθρώπους. Μέσα από την τέχνη μου προχώρησα, μεγάλωσα, ανδρώθηκα. 

Όταν έφυγα από τον ΘΟΚ, μετά από το ιλιγγιώδες Τρίτο Στεφάνι και καπάκι τον Αύγουστο, είπα «Ζω; Υπάρχουν πράγματα που δεν τα ‘χω προσέξει. Που δεν τα ‘χω αναπνεύσει. Που δεν τα ‘χω γευτεί!».  Ήταν δύσκολη η περίοδος των απολύσεων από τον ΘΟΚ. Σαν να πέφτεις από ψηλά σε μια σκληρή επιφάνεια. Σου έρχεται ο ουρανός σφοντύλι. Αλλά είμαι φύσει αισιόδοξος άνθρωπος. Άλλωστε, τα είχα δει τα σκούρα και παλιά με άλλους συναδέλφους μου, ήξερα. Οι γυναίκες, ξέρεις, είναι πιο διορατικές από τους άντρες. Ξέρουν, βλέπουν μακρύτερα. Σε πονάει βέβαια εκείνο τον καιρό που συμβαίνει, αλλά μετά λες «αυτό ήταν, τελείωσε, πάμε παρακάτω, έχουμε δουλειές τώρα». Να ζήσουμε αυτά που δεν ζήσαμε.

Σήμερα είμαι σε μια ήρεμη φάση όπου νιώθω ότι μπορώ να ελέγχω εγώ τη χαρά της ζωής μου. Και αυτό που δίνει μια βεβαιότητα, μια σιγουριά και μια καινούρια λαχτάρα για τη δουλειά μου ξανά. Τώρα πια έχω την άνεση να κάνω επιλογές. Δεν είμαι οικονομικά άνετη όπως ήμουν πριν, αλλά αυτό πολύ λίγο με ενδιαφέρει. Γιατί τελικά όχι, δεν έχει και τόση σημασία. 

Η γη γυρίζει και ο κόσμος προχωρεί. Άλλοτε βουλιάζει, άλλοτε ανεβαίνει. Τώρα, θεατρικά, πιστεύω ότι βρισκόμαστε σε μια μετατόπιση. Υπάρχει μια υπερκινητικότητα. Αυτό αναμένουμε ότι κάτι θα φέρει. Περιμένω με πολλή αγωνία να δω αυτή η καινούρια τάση πραγμάτων, πού θα οδηγήσει. Επειδή είμαστε σε μια περίοδο πνευματικής και ηθικής κατάπτωσης, γύρω μας βλέπουμε καθημερινά να συμβαίνουν πράγματα που μας απελπίζουν, πιστεύω ότι το θέατρο, σε κάποια στιγμή, θα αρθρώσει λόγο πάνω σε αυτή τη νέα πραγματικότητα. Είναι η στιγμή που πρέπει να βλέπουμε με προσοχή, με αγάπη, με περίσκεψη αυτό που συμβαίνει από τους νέους ανθρώπους. Γιατί κάτι έρχεται!

 
Σταύρος Λούρας: «Με φοβίζει η μοναξιά, είναι σκληρή»

Κάθε φορά που δουλεύει ένα ρόλο, ξαγρυπνά, παιδεύεται. Νιώθει μια εγρήγορση και μια τρεμούρα. Όσο έχει το θέατρο, δεν θα γεράσει ποτέ!

Συνέντευξη: Θεοδώρα Γιάγκου

Είναι βράδυ, στην κουζίνα του σπιτιού του. Με το που κάθεται απέναντί μου, αφήνει τα λόγια του στην άκρη. Δεν αισθάνεται καλά, μου λέει, όταν δεν τα έχει μαζί του. «Τα χρειάζομαι, για να κάνω επαναλήψεις. Μπορεί να μου έρθει μια σκηνή. Το λες, το ξαναλές και ψάχνεις να βρεις έναν τρόπο να κάτσει, να ακουμπήσει. Το νιώθεις όταν έρθει η στιγμή». Κάθε νέα πρεμιέρα είναι σαν την πρώτη, κι ας έχει χορτάσει από ρόλους κι από χειροκρότημα. «Τι σημαίνει εάν έχω κάνει κάτι καλό πριν από λίγους μήνες ή πριν από κάποια χρόνια; Είναι ένας ατέλειωτος αγώνας που έχει να κάνει με τη σχέση σου με το αντικείμενο που αγαπάς και με τη σχέση σου με τον κόσμο. Είναι μια σχέση ιερή». Δεν απογοητεύσατε ποτέ το κοινό σας κύριε Λούρα; 

Με 41 πυρετό έκανα παράσταση! Ποτέ δεν άφησα τη σκηνή. Θα ανεβάζαμε τις «Εκκλησιάζουσες» στο Ηρώδειο και από το τρακ που έπαθα μου γύρισε σε γαστρεντερίτιδα και διαλύθηκα μέχρι να ανέβω στο θέατρο. Είχα ρέψει από την αγωνία μου, δεν μπορούσα να σταθώ. Μου έβαλαν ορούς, με σκέπασαν, μου είπαν «δεν θα παίξεις» και τους παρακάλεσα να με βάλουν πίσω από τη σκηνή, απλώς για να ακούω. Όταν άκουσα τη σκηνή μου να πλησιάζει, έφυγαν τα πάντα από πάνω μου και μπήκα μέσα. Αργότερα μου είπαν ότι ήταν η καλύτερή μου φορά. Η σκηνή σού δίνει δύναμη. Είναι ευλογημένος χώρος, ένα πράμα ζωντανό. Έχει τον δικό της Θεό. Βρίσκεις μια δύναμη που δεν είναι δική σου.

Ο νέος μου ρόλος είναι η μεγαλύτερη πρόκληση που είχα ποτέ. Δεν έχω ξανακληθεί να παίξω με άφαντους παρτενέρ και πρώτη φορά κάνω παράλογο θέατρο και δουλεύω ένα κείμενο χωρίς συνέπεια. Είμαι σε νέα ταράφια. Με την Αννίτα, που είναι εκπληκτική και έμπειρη ηθοποιός, λέμε ότι οι «Καρέκλες» είναι ίσως ένα από τα πιο δύσκολα πράγματα που έχουμε κάνει.

Το θέατρο που έζησε η δική μου γενιά ήτανε μια ολόκληρη σχολή. Τότε, στον ΘΟΚ, βρισκόντουσαν ολοκληρωμένοι ηθοποιοί με ωραίες καταθέσεις και παράλληλα μαζί τους μεγάλωναν και νέοι ηθοποιοί. Και αυτό ήταν κάτι που είχε δημιουργήσει ο Εύης Γαβριηλίδης. Εκείνη η περίοδος, ήταν η καλύτερη θεατρική περίοδος της Κύπρου. Μιλάμε για την περίοδο μετά τον πόλεμο μέχρι και πριν μας διώξουν. Δεν φρόντισαν στον ΘΟΚ, και αυτό δεν τους το συγχωρώ, να κρατήσουν κάποιον πυρήνα παλιών ηθοποιών, που να μοιράζεται ο νέος μαζί τους αγωνίες, να έχει να πάρει, να ανδρωθεί σωστά. 

Bλέπω νέους ηθοποιούς, ταλαντούχους, που δεν έχει κανένας όραμα γι’ αυτούς. Τους προσλαμβάνουν και τους απολύουν την επόμενη χρονιά. Τους βλέπουν σε ένα έργο και σταματάνε να επενδύουν πάνω τους. Για όνομα του Θεού. Αυτά είναι εγκλήματα. 

Όταν είδα τη νέα σάλα του ΘΟΚ στεναχωρήθηκα. Δεν είδα ούτε 500 θέσεις και σκέφτηκα «μα δεν έχουμε φιλοδοξία πια να γεμίζουμε το θέατρο;». Είδα ξεκάθαρα πια, ότι το θέατρο που εμείς διψούσαμε να υπηρετήσουμε και να το κάνουμε να αγαπηθεί και ν’ αγαπηθούμε μαζί του, άρχισε να χάνεται. Είναι σκληρή η πραγματικότητα που αντιμετωπίσαμε εμείς, οι ηθοποιοί της γενιάς μου. Το κρατικό θέατρο, όταν το ξεκινήσαμε εμείς, αγαπημένη μου, γέμιζε. Οτιδήποτε κι αν παίζαμε, ο κόσμος το ακολουθούσε, γιατί ένιωθε ότι ήταν και δική του υπόθεση.  

Ο πατέρας μου ήταν αναβάτης στον Ιππόδρομο και μέναμε στον Άγιο Παύλο. Το σπιτάκι στο οποίο μπήκαμε μόλις ήρθαμε από την Αλεξάνδρεια, είναι το μόνο που υπάρχει ακόμη στην περιοχή. Γύρω του όλα άλλαξαν, χτίστηκαν νέα πράγματα, μα εκείνο έμεινε άθικτο. Εκεί μεγάλωσα, σε εκείνες τις πεδιάδες τις όμορφες κοντά στον Ιππόδρομο.

Ήθελα κι εγώ να ανεβαίνω στ’ άλογα. Το παιδί κάθε αναβάτη ονειρευόταν να ακολουθήσει τα βήματα του πατέρα του. Ξέρεις πόσο ενθουσιάζεσαι άμα περνάει με τ’ άλογο και τον βλέπεις να τρέχει και να κερδίζει; Αλλά ο πατέρας μου, με έβλεπε που έπαιζα στο ραδιόφωνο από μικρός και του λέγανε ότι είμαι ταλαντούχος και δεν ήθελε να με αφήσει να μπω στον Ιππόδρομο. Αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι αγαπούσε τον χώρο του θεάτρου. Δεν τον γνώριζε καν!

Όταν χώρισαν οι γονείς μου, ήμουν 12 χρονών. Ακολούθησα τον πατέρα μου στην Αίγυπτο, αλλά μετά επέστρεψα γιατί έπαθα μαρασμό μακριά από την αδερφή μου και τη μάνα μου. Κάποια πράγματα, όμως, με ενοχλούσαν, δεν τα αποδεχόμουν και αποφάσισα να βρω τον τρόπο να ζω μόνος μου. Γύρω στα 16 μου, άρχισα πια να υπάρχω μόνος, να εξαρτώμαι από εμένα. Ήταν δύσκολα χρόνια. Για τους ανθρώπους που ανήκαν στη δική μου τάξη, υπήρχε φτώχεια. Έπαιζα ποδόσφαιρο, ήμουν παγκυπριονίκης στο πινγκ πονγκ, είχα συγκρότημα, εμφανιζόμουν σε καμιά εκπομπή στο ΡΙΚ. Έτσι τα έβγαζα πέρα…

Κάθε παιδί θέλει να νιώσει ότι είναι σε πρώτο πλάνο γι’ αυτούς που τον φέρανε στη ζωή. Άμα δεν το νιώθει αυτό, νιώθει μεγάλο κενό. Αυτό το κενό εμένα με μεγάλωσε. Αλλά πίστεψέ με, χαίρομαι. Ό,τι μου συνέβη με έκανε να εκτιμήσω περισσότερο τη ζωή μου μετέπειτα. 

Όταν γνώρισα την οικογένεια του φίλου μου του Λούλη, συνειδητοποίησα το μεγάλο κενό μου αλλά και την ευλογία του Θεού. Ήταν μια πλούσια οικογένεια στο Καϊμακλί, που δεν είχε καμία σχέση με επίδειξη πλούτου. Είχαν πάντα ανοιχτό το σπίτι τους για φίλους και πονεμένους ανθρώπους. Με γέμισαν, ήξερα πια ότι έχω μια οικογένεια, ένα σπίτι και για μένα. 

Μου λείπει αφάνταστα η αδερφή μου. Λυπάμαι που δεν μοιράστηκα μαζί της, όσο θα ήθελα, τα παιδικά μου χρόνια. Υπάρχουν πράγματα, όμως, τα οποία παίρνεις αμπάριζα και προχωρείς και ας τα πλήρωσες με τίμημα πολύ σκληρό. Αλλά παίζω μαζί της. Αν ρίξεις μια ματιά στο κείμενό μου, θα δεις σε κάποιες γραμμές να γράφω «Νικούλα μου». Ανθρώπους που μου στάθηκαν, τους κουβαλάω ωραία μέσα μου, μιλώ μαζί τους. Η Νικούλα μου, είναι ένα από τα πιο αδικημένα πλάσματα που γνώρισα. Πόνεσε πολύ αυτό το παιδί. Εγώ δεν πόνεσα καθόλου. Ήμουν μια χαρά στην υγεία μου.

Η τύχη μου άλλαξε όταν μπήκε στη ζωή μου η Γιώτα. Ήμουν 11 κι εκείνη 8, όταν την είδα πρώτη φορά. Ο ήλιος έπεφτε πάνω στα μαλλιά της, μου άρεσε πολύ. Συναντηθήκαμε ξανά όταν ήμουν δευτεροετής φοιτητής. Είχα επιστρέψει το καλοκαίρι στην Κύπρο για να παίξω σε μια ηθογραφία. Άναβε, θυμάμαι, ένας προβολέας πάνω μου και τραγουδούσα «τζ’ αγάπησά σε που καρκιάς φκιόρο μου μυρωμένο» και τρελάθηκε η Γιώτα. Είχε έρθει στην παράσταση με έναν φίλο μου που συχωρέθηκε στον πόλεμο και τον ρώτησε «αυτός ποιος είναι;». Δεν με είχε καταλάβει. Ήρθε λοιπόν στο διάλειμμα ο Μιχαλάκης και μου είπε ότι κάποια θέλει να με γνωρίσει. Όταν μου έδειξε τη Γιώτα έμεινα άφωνος. 

Γράφαμε γράμμα κάθε μέρα. Τα έχω ακόμη επάνω στη σοφίτα.  Περπατούσα από τα Πατήσια στα Εξάρχεια και δεν έπαιρνα το τρόλεϊ για να έχω χρήματα για τα γραμματόσημα. Δούλευα και σε μια φάρμα τότε και θυμάμαι που ήθελα να μαζέψω χρήματα για να πάω στην Αγγλία τα Χριστούγεννα να την βρω. Δεν τα κατάφερα γιατί ο πατέρας μου χρειάστηκε λεφτά. Αλλά ο Θεός είναι μεγάλος. Μου γράφει η Γιώτα ότι την βρήκε ο παραγωγός που κάναμε την παράσταση το καλοκαίρι και της είπε ότι θέλει να την ανεβάσει στην Αγγλία. «Θα τη φέρει εδώ Σταύρο και θα έρθεις!» μου λέει. Και πήγα στην Αγγλία. Για ένα μήνα. Εγώ, το φτωχαδάκι!

Η Κύπρος ήτανε πολύ πιο ζεστή κοινωνία. Δεν ήταν αυτό που ζούμε σήμερα. Και εγώ κουβαλάω εκείνη την Κύπρο. Υπήρχε ένας συντηρητισμός, ένα κράτημα, αλλά υπήρχε και μια ανθρωπιά που δεν λέω ότι χάθηκε, αλλά δεν υπάρχει στο βαθμό που θα έπρεπε. Μόνο στο εξοχικό μου ησυχάζω. Εκεί έχω να κάνω με ανθρώπους ήρεμους, που ασχολούνται με τη γη τους, που με φέρνουν πιο κοντά στο παρελθόν και με κάνουν να νιώθω ότι είμαι σε δικά μου ταράφια.

Ο άνθρωπος είναι πιο έτοιμος να μείνει μόνος μεγαλώνοντας, αλλά με φοβίζει η μοναξιά. Είναι πολύ σκληρή γιατί δεν ζούμε πάνω σε ένα όρος. Ζούμε σε μια κοινωνία και το μέλημα κάθε ανθρώπου είναι να σημαίνει κάτι για την κοινωνία του. Αν δεν είναι έτσι, τότε τι είναι η ζωή, ποια είναι η πορεία μας; 

Δεν φοβάμαι το τέλος της καριέρας μου, γιατί χαίρομαι με το καθετί καλό που κάνουν στη σκηνή οι νέοι. Είμαι ανοιχτός στο να υπάρχω μέσα από αυτούς. Είναι πολύ σημαντικό για μένα να νιώθω ότι κάποιοι με είδαν σαν ένα άνθρωπο που τους στάθηκε στο ψάξιμό τους ή σε κάποια απόγνωσή τους. Νιώθω υπέροχα όταν με νιώθουν και τους νιώθω κοντά μου.

INFO: «Καρέκλες» του Ευγενίου Ιονέσκο. Διασκευή – Ελεύθερη Απόδοση – Σκηνοθεσία: Γιώργος Μουαΐμης. Σκηνικά – Κοστούμια: Στέλιος Στυλιανού. Μουσική: Δημήτρης Ζαχαρίου. Στίχοι: Σταύρος Σταύρου. Πρεμιέρα: Παρασκευή, 12 Ιανουαρίου. ΘΕΑΤΡΟ ΔΕΝΤΡΟ (Ενότητος 44 Παλουριώτισσα Τ.Κ. 1041 Ενορία Παναγίας. Λευκωσία) Κρατήσεις: 99 52 08 35 – 99 38 46 06.

Επιµέλεια-Styling: Shona Muir.
Mαλλιά: Αντρέας Χριστοδούλου (Kevin Murphy Cyprus).
Mακιγιάζ: Έλενα Χαραλάµπους (Τereza Μanti make up artistry).
Ρούχα από προσωπικές συλλογές.
O Σταύρος Λούρας φορά πουλόβερ από  Marks and Spencer.