Φόρος τιμής στον Τένεσι Ουίλιαμς (γεν. 26 Μαρτίου 1911).
Όσοι παρακολουθούν συστηματικά θεατρικές παραστάσεις έχουν κατανοήσει τον θεμελιώδη ρόλο του σκηνοθέτη στο καλλιτεχνικό αποτέλεσμα. Ο θεατρικός συγγραφέας δίνει ένα λογοτεχνικό κείμενο το οποίο απαιτεί ένα σκηνοθετικό όραμα για να καταλήξει σε παραστατικό γεγονός. Προϋπόθεση για μια επιτυχημένη θεατρική πράξη η τεκμηρίωση του σκηνοθετικού οράματος.
Σήμερα, παρατηρούμε δύο ειδών παθογένειες στο ελλαδικό και κυπριακό θέατρο. Αφενός, αυθαίρετες και ασυνάρτητες παραστάσεις αποπλαισιωμένες από το κειμενικό και δραματουργικό συμφραζόμενο και αφετέρου άτολμες και παρωχημένες παραστάσεις που απλά παρουσιάζουν ένα έργο χωρίς καμία σκηνοθετική διερμηνεία.
Ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα οι ιψενικοί «Βρικόλακες» (φωτό) σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή από το Εθνικό Θέατρο. Όπως επισημαίνει και η κριτικός Λουίζα Αρκουμανέα «παλιακή υπογράμμιση των ‘σημαντικών’ φράσεων μέσω μουσικής υπόκρουσης, ασήμαντα πήγαινε-έλα-κάθισε υπονομεύουν την παράσταση της Κεντρικής Σκηνής του Εθνικού Θεάτρου». Ο σκηνοθέτης αδυνατεί να σηκώσει το βάρος του κειμένου και βρίσκει ασφαλές έδαφος στην πεπατημένη. Πόσες φορές ανέβηκε το συγκεκριμένο κλασικό έργο! Η παράσταση αυτή δεν είχε τίποτε να προσθέσει. Παρακολούθησα την παράσταση της πρεμιέρας και η υποκριτική ήταν εξίσου απαράδεκτη. Εύχομαι στις επόμενες παραστάσεις να διορθώθηκε τουλάχιστον αυτό.
Η δεύτερη παθογένεια είναι οι παραστάσεις που όζουν «σκηνοθετίτιδα». Η περίεργη αυτή νόσος αφορά στην ανικανότητα των σκηνοθετών να υπηρετήσουν το κείμενο και στην επιθυμία τους να το επισκιάσουν. Ευρήματα επί ευρημάτων, εντυπωσιοθηρική διάθεση, άσκοπη και άστοχη εισαγωγή σύγχρονων τεχνολογικών μέσων κ.ο.κ.
Χαρακτηριστικό παράδειγμα «Η παρεξήγηση» του Καμύ σε σκηνοθεσία Χουβαρδά στο Θέατρο Τέχνης του Καρόλου Κουν. Το έργο είναι ένα αριστούργημα. Μια φιλοσοφική πραγματεία για την τραγική μοίρα του ανθρώπου, μια αλληγορία για τον ρόλο του Θεού στη ζωή μας. Η αγωνία του σκηνοθέτη να δείξει και να αποδείξει ότι δεν έχει στερέψει από ιδέες κατέστρεψε την παράσταση. Η αποσκορακισμένη ζωή των πρωταγωνιστών δηλώνεται με την παρουσία μιας αποκρουστικής γιγαντιαίας κατσαρίδας με την οποία οι ήρωες ερωτοτροπούν, συνευρίσκονται, χορεύουν, συνδιαλέγονται. Ο βουβός υπηρέτης, τον οποίο ο Καμύ ορίζει ως τον αμέτοχο και αποστασιωποιημενο Θεό, παρουσιάζεται ως ένας γεροντοβασανισμένος ροκάς. Μπαλέτο, πατάρια, σκληροί φωτισμοί, αισθητική «saw» και μια γενική υπερβολή έρχονται να ολοκληρώσουν μια επιφανειακή παράσταση, όπου ο σκηνοθέτης ήταν σε απόλυτη σύγκρουση με τον θεατρικό συγγραφέα. Ποιος έχασε; Ο θεατής φυσικά, τον οποίο ο κ. Χουβαρδάς καθόλου δεν σεβάστηκε, αφού το έργο αποδομήθηκε σκηνικά τόσο πολύ, ώστε το νόημά του να έχει διαστρεβλωθεί ολότελα.
Τα έργα του Τένεσι Ουίλιαμς έτυχαν ίσως της μεγαλύτερης σκηνοθετικής κακομεταχείρισης συγκριτικά με τα έργα οποιουδήποτε άλλου θεατρικού συγγραφέα. Αυτό οφείλεται στο γεγονός πως ο Ουίλιαμς είναι ένας άλλος Μπέκετ. Απαιτεί να εισέλθεις στον κόσμο του κι όχι να χρησιμοποιήσεις τα κείμενά του ως υλικό και ως αφόρμηση για ένα παραστατικό γεγονός της ευχής. Το πραγματικό ταλέντο, λοιπόν, δεν είναι η επινόηση πραγμάτων, αλλά η ανάδειξη των προβληματισμών του συγγραφέα. Ο αληθινά ταλαντούχος σκηνοθέτης είναι εκείνος που στρατεύεται στο πνεύμα του συγγραφέα, ώστε στο τέλος ο θεατής να θαυμάσει τον συγγραφέα κι όχι τα θεατρινίστικα πυροτεχνήματα του σκηνοθέτη.