Η πρώτη του θεατρική σκηνοθετική απόπειρα, το «Στέλλα Κοιμήσου», το οποίο βασίζεται στο γνωστό μυθιστόρημα του Γρηγορίου Ξενόπουλου «Στέλλα Βιολάντη», αποτέλεσε talk of the town σημειώνοντας καθημερινά sold out στο Εθνικό Θέατρο της Ελλάδας. Η καθηλωτική παράστασή του, θα φιλοξενηθεί από τον ΘΟΚ από τις 26 έως τις 28 Ιανουαρίου. Παράλληλα, αυτή την περίοδο, ο Κύπριος σκηνοθέτης εμφανίζεται ως ηθοποιός στη νέα ταινία του Φατίχ Ακίμ «In The Fade», ενώ ταυτόχρονα προετοιμάζει τη νέα του ταινία «Η Μπαλάντα της Τρύπιας Καρδιάς» η οποία θα βγει στις κινηματογραφικές αίθουσες το φθινόπωρο του 2019.
Απολαμβάνω: «Αυτά τα μικρά διαλείμματα της κορύφωσης της δημιουργίας. Γιατί δημιουργία δεν σημαίνει συνεχή χαρά και απόλαυση. Υπάρχουν όμως κάποιες στιγμές, όταν από το μηδέν προκύπτει κάτι, όταν φτιάχνεις κάτι το οποίο είναι προϊόν δημιουργικής προσπάθειας, έμπνευσης ή ρίσκου, όπου εκεί η απόλαυση είναι με άλφα κεφαλαίο και πολύ μεγάλη. Μακάρι αυτή η αποκαλυψιακή εμπειρία να μου συνέβαινε πιο συχνά. Είναι μεγάλη ηδονή. Ένα πρωτόφαντο πράγμα για μένα. Φυσικά, τεράστια απόλαυση είναι και όταν σου λέει το παιδί σου “Μπαμπά, σε αγαπώ”. Αλλά ας μην αναλωθούμε σε κοινοτοπίες».
Βαρβαρότητα: «Εδώ μπορεί κανείς να συμπεριλάβει πολλά πράγματα. Για παράδειγμα, μια σύγχρονη, καθημερινή συνθήκη βαρβαρότητας, που έχει να κάνει και με το πολιτισμικό μας επίπεδο, είναι τα καλοκαίρια στην πλαζ, και στην Ελλάδα και στην Κύπρο, που έχουν τέρμα τη μουσική –ντούπου, ντούπου, ντούπου μες στο κρανίο σου. Δηλαδή, είσαι σε ένα ειδυλλιακό τοπίο, προσπαθείς να το απολαύσεις και όλοι οι μαγαζάτορες, σε ταβέρνες, καφέ ή υπαίθρια μπαρ, αντί να βάλουν χαμηλά κλασική μουσική ή τζαζ ή αντί να μην έχουν καθόλου μουσική, αρχίζουν αυτή την καφρίλα του ντεσιμπέλ. Γιατί αυτή η βαρβαρότητα, ρε φίλε; Τόσο πολύ δεν αντέχουμε τη σιωπή; Και καλά, όλο αυτό γίνεται για χάρη των νέων, γιατί η νεολαία θέλει ντάπα-ντούπα… Και έτσι φέρνουμε τα σκυλάδικα, το σκυλοπόπ στην παραλία. Αλλά και παντού. Μες στην πόλη, στις καφετέριες, στα καφενεία, σε ταβέρνες, μέσα από τα σπίτια οι τηλεοράσεις να ακούγονται στον δρόμο, τα διερχόμενα αυτοκίνητα με τη μουσική τέρμα, αυτή η ατέλειωτη βαρβαρότητα του ντάπα-ντούπα. Ή εδώ στα Εξάρχεια που κάνει ο άλλος πάρτι μέχρι τις 4.00 το πρωί, ενώ γύρω του μένουν ηλικιωμένοι άνθρωποι. Και υποτίθεται ότι είναι αριστερός, αναρχικός, σκεπτόμενος, με κοινωνικές ευαισθησίες… Αυτή είναι μια μορφή καθημερινού φασισμού, να σου επιβάλλει ο άλλος τα ακούσματά του. Και είναι χειρότερος από τον πολιτικό φασισμό, γιατί αυτόν τον βλέπεις και ξέρεις πώς να τον αντιμετωπίσεις. Αυτός, όμως, ο μικρός φασίστας που κρύβεται μέσα μας και εκδηλώνεται έτσι ύπουλα είναι μη αντιμετωπίσιμος. Αυτό για μένα είναι μια καθημερινή μεγάλη βαρβαρότητα».
Γήρας: «Όταν γεράσω και μπλέξω με αρρώστιες –άνοια, Αλτσχάιμερ και τα συναφή, πολλές φορές σκέφτομαι την αυτοκτονία, να βάλω ένα τέλος στη ζωή μου μόνος μου».

Δήθεν: «Το βασικό αίτημα στην τέχνη είναι η συγκίνηση. Να μεταφέρεις κάτι σε έναν άνθρωπο και να τον εμβολίσεις συναισθηματικά και ψυχικά. Κανείς δεν ασχολείται με αυτό. Όλοι ασχολούνται με διανοουμενίστικες απόπειρες, με μεταμοντερνιές, με αυτοαναφορικές μπούρδες. Τα πάντα είναι ψυχρά, ακαταλαβίστικα, αποστασιοποιημένα, ξύλινα, καθώς πρέπει, στεγνά και ουσιαστικά απλοϊκά, εύκολα, πρώτου επιπέδου. Όλο αυτό είναι πολύ θλιβερό, να βλέπεις παραστάσεις, ταινίες και να είναι σε αυτή τη γραμμή. Και όλο αυτό να το βραβεύουν, να το προβάλλουν, να το κάνουν μόδα. Είναι μια τάση να εξοριστεί η συγκίνηση από την τέχνη, το “αίμα”, το λάθος, η τρέλα και η εμπλοκή του καλλιτέχνη σε σχέση με αυτό που δημιουργεί. Έχει χαθεί η παλαβομάρα των παλιών δημιουργών. Έκανε ο Φερέρι το “Μεγάλο Φαγοπότι”, κυνήγαγε ο Κασαβέτης την τρέλα του μέσα από τους ηθοποιούς του και ας ήταν εκτός σεναρίου. Τώρα, όλα είναι “στρωτά”, ψεύτικα, δήθεν. Όλα είναι προβλέψιμα, τελειωμένα από πριν».
Εμμονές: «Ναι, θέλω οι χαρακτήρες μου να μιλούν τη γλώσσα του δρόμου, έχοντας το συγκεκριμένο κοινωνικό background. Δεν θα μπορούσα να υποχωρήσω σε αυτό. Δεν θα μπορούσα να ακούω να μιλούν μια γλώσσα που δεν είναι πειστική σε μένα τον ίδιο. Μια άλλη εμμονή μου είναι οι “γραμμένες” φάτσες, τα πρόσωπα που έχουν χρόνο πάνω τους. Δεν πιστεύω στη φωτογένεια και στις φράσεις “γράφει καλά στο φακό”, “τον θέλει ο φακός”. Αυτά είναι μπούρδες. Επίσης, μια τελευταία εμμονή είναι τα προάστια της Αθήνας, όχι τα κυριλέ, αλλά εκεί που χαμηλώνει η οικοδομική κλίμακα, και η επαρχία. Πια, δεν μου αρέσει το Κέντρο της Αθήνα. Τέλος, στη δουλειά μου, ναι, έχω εμμονή με έναν κόσμο που μυρίζει ιδρώτα, που στάζει αίμα, που υπάρχουν πάθη».
Ζόφος: «Αυτό που ζούμε τώρα. Πώς έχουμε καταντήσει ως λαός να ξοδεύουμε κυριολεκτικά τη ζωή μας, τον χρόνο μας, την ενέργειά μας, από το πρωί μέχρι το βράδυ, για να ασχολούμαστε με αυτή τη σιχασιά που έχει να κάνει με τη γραφειοκρατία, τους φόρους, την εξόφληση δανείων, τον φόβο μην σου την πέσει το κράτος. Όλο μας το είναι το απορροφά αυτή η συνθήκη. Και όλο αυτό είναι πολύ αναξιοπρεπές. Γιατί αντί να ασχολούμαστε με τα ουσιώδη, αντί να χαιρόμαστε τη ζωή, τον ήλιο, τη θάλασσα, τους ανθρώπους μας, μας έχουν καταντήσει να ζούμε σαν τα ποντίκια. Εχει γίνει πολύ καφκική η ζωή μας, πολύ ζοφερή. Και αυτή η συνθήκη επηρεάζει σαφώς και την καλλιτεχνική δημιουργία».
Ήρωες: «Είναι οι άνθρωποι, οι οποίοι μέσα σε αυτό το χάλι που επικρατεί στην Ελλάδα, κάνουν την υπέρβαση, έχουν κατανικήσει τον ζόφο που λέγαμε. Είναι αυτοί που έχουν αντισταθεί και δεν έχουν γίνει κυνικοί μέσα σε αυτή τη σκατοκατάσταση που ζούμε. Είναι ο γιατρός στα εξωτερικά ιατρεία σε ένα δημόσιο νοσοκομείο, μια κυρία που προσφέρει εθελοντική εργασία για τους παραπεταμένους αυτής της ζωής. Αυτοί οι άνθρωποι είναι ήρωες, γιατί βάζουν τους άλλους πάνω από τον εαυτό τους, λειτουργώντας ακόμα και πάνω από τις δυνάμεις και τις δυνατότητές τους».
Θάνατος: «Πώς γίνεται και όλες οι ταινίες μου τελειώνουν πάντα με ένα θάνατο; Ή με θανάτους; Μόνο στο “Στέλλα Κοιμήσου” δεν έχουμε θάνατο. Που θα μπορούσαμε, βέβαια. Τι να πω; Πάντως, στη ζωή μου, δεν κάνω τώρα συχνά σκέψεις θανάτου. Αυτό συνέβαινε περισσότερο παλιά, κατά την εφηβεία και λίγο μετά, την περίοδο των ρομαντικών αναζητήσεων».
Ιθάκη: «Το να φτάσω σε ένα σημείο κάποια στιγμή, να κοιτάξω πίσω και να νιώσω καλά για ό,τι έχω κάνει. Αυτή η σκέψη νομίζω θα με ηρεμούσε πάρα πολύ και τη στιγμή του τελευταίου φεύγα».
Κοινό: «Ξεκίνησα να κάνω σινεμά, γιατί πίστευα πολύ στο συνειδητοποιημένο κοινό. Αλλά έχω απογοητευθεί και έχω στενοχωρηθεί πάρα πολύ, ειδικά με την τελευταία ταινία μου. Θεωρώ ότι πρόσφερα στο κοινό μια ταινία υψηλού επιπέδου, αλλά αυτό δεν τη στήριξε στις κινηματογραφικές αίθουσες. Η ταινία έκανε πολύ καλή πορεία στο ίντερνετ και στο DVD, αλλά ο δημιουργός βλέπει στην πράξη τη στήριξη του κοινού στην κινηματογραφική αίθουσα. Εγώ έκανα την ταινία για τη μεγάλη οθόνη. Ίσως, ο ελληνικός κινηματογράφος να είναι τελειωμένος, να μην αφορά παρά ελάχιστους; Δεν ξέρω. Από την άλλη μεριά, με το “Στέλλα Κοιμήσου” υπήρξε μια απρόσμενα μεγάλη αποδοχή από το θεατρικό κοινό. Ειλικρινά, δεν το περίμενα, γιατί αυτή ήταν και η πρώτη θεατρική δουλειά μου. Ίσως καταφέραμε να δώσουμε στο κοινό κάτι αληθινό, κάτι ειλικρινές, κάτι πρωτότυπο, μια παράσταση με ψυχή. Πολλοί θεατές ήρθαν και είδαν την παράσταση δύο φορές».
Λιμνάζω: «Είναι ο χειρότερος εφιάλτης μου. Και γίνεται πραγματικότητα ξανά και ξανά στα μεσοδιαστήματα από ταινία σε ταινία, που είναι μεγάλα, τρία-τέσσερα χρόνια, κάθε φορά. Εκεί αντιλαμβάνεσαι ότι ως δημιουργός είσαι ουσιαστικά μόνος σου, χωρίς καμία στήριξη, τα λεφτά είναι πάντα λίγα, τα πάντα ξεκινούν πάλι από το μηδέν, από το σενάριο μέχρι τη χρηματοδότηση. Βέβαια, τώρα βρήκα το θέατρο για παρηγοριά». (γελάει)
Μετανάστες: «Στις ταινίες μου μιλάω για τους μετανάστες ή την ξενοφοβία έχοντας το βλέμμα προς εμάς παρά προς αυτούς. Όταν στρέφεις τον φακό στον ντόπιο που αδυνατεί να δεχθεί στη χώρα του τον μετανάστη, περνά με πιο δυνατό τρόπο η σκατίλα του ρατσισμού, από να κάνεις μια ντοκιμαντερίστικη καταγραφή του θέματος. Το πρόβλημα είμαστε εμείς και όχι αυτοί. Αυτοί είναι δύσμοιροι άνθρωποι που η κακή τους μοίρα τους έστειλε στην Ελλάδα. Το ενδιαφέρον είναι ότι μου ζητήθηκε να παίξω τον ρόλο ενός Χρυσαυγίτη στη νέα ταινία του Φατίχ Ακίμ “In The Fade”. Ήταν να τον παίξει τον ρόλο ο Γιάννης Τσορτέκης, αλλά εκείνο το διάστημα δεν μπορούσε, ο Φατίχ Ακίμ έψαχνε απεγνωσμένα αντικαταστάτη και κάποιος συνάδελφος του είπε να δει το “Μικρό ψάρι” μήπως του έκανε κάποιος ηθοποιός από τη διανομή. Προφανώς, αυτός έψαξε την ταινία, είδε κατά τύχη μια φωτογραφία μου και είπε “αυτό το πρόσωπο θέλω”. Του είπαν “μα, αυτός δεν είναι ηθοποιός, είναι ο σκηνοθέτης”, αλλά αυτός επέμενε. Με πήρε ο ίδιος τηλέφωνο, χωρίς ενδιάμεσους ατζέντηδες και το κάναμε. Πολύ ωραία εμπειρία».
Νύχτα: «Ο τίτλος της πρώτης μου ταινίας: “Καλημέρα Νύχτα”, κλεμμένος από το βιβλίο της Φρανσουάζ Σαγκάν “Καλημέρα Θλίψη”. Βέβαια, δεν ήμουν ποτέ αυτό που λέμε άνθρωπος της νύχτας. Λειτουργώ καλύτερα την ημέρα».
Ξεφτίλα: «Όλη αυτή η μόδα των τελευταίων χρόνων να δίνουν ξενόγλωσσους τίτλους σε ταινίες, σε θεατρικά έργα, παρότι είναι ελληνικά. Γιατί τέτοιο κόμπλεξ κατωτερότητας για τη γλώσσα μας; Το θεωρώ πολύ ξεφτίλα, πολύ ραγιάδικο. Πολύ με θλίβει, πολύ με στενοχωρεί το ότι εμείς οι ίδιοι δεν υποστηρίζουμε, δεν προβάλλουμε τη γλώσσα μας».
Όχι: «Ένα μεγάλο “όχι” μου είναι στη διαφήμιση, στη ρεκλάμα. Από μικρός, πολύ συνειδητά δεν έχω δουλέψει στη διαφήμιση. Ούτε στην τηλεόραση. Παρότι θα μου έλυνε πολλά οικονομικά ζητήματα. Πώς μπορώ να ζητάω από τους ηθοποιούς μου να είναι αληθινοί κι εγώ να πουλάω ψέμα στον κοσμάκη πουλώντας του διαφημιστικά προϊόντα;».
Πατρότητα: «Είμαι πατέρας και γουστάρω. (γελάει) Άσε που μου μοιάζει κιόλας το παιδί! Σοβαρά τώρα, πατρότητα σημαίνει αιώνια δέσμευση, συνεχής αγωνία και έγνοια, αλλά και απύθμενη χαρά».
Ρεαλισμός: «Μεγάλο ζητούμενο για μένα η ακριβής αναπαράσταση αυτού που ζούμε. Πράγμα που ακόμα και τώρα προκαλεί αμηχανία στον χώρο αλλά και σε συνεργάτες. Συχνά μου λένε “κάνε λίγο cool, δεν χρειάζεται να χρησιμοποιείς τόσο σκληρή γλώσσα” και τέτοια. Και λέω, “κοιτάξτε τι κάνουν έξω, τι κάνει ο Κεν Λόουτς, ο Ντάνι Μπόιλ, τι κάνει ακόμα και το Χόλιγουντ, όταν έχει να αφηγηθεί μια ιστορία του δρόμου ή του περιθωρίου”. Κάθε δεύτερη λέξη τους είναι “fuck”. Εμάς μας έχει φάει η σοβαροφάνεια και ο καθωσπρεπισμός. Αυτή είναι η τραγωδία της ελληνικής τέχνης».
«Στέλλα Κοιμήσου»: «Αυτό που απολαμβάνω σε αυτή τη δουλειά είναι το ότι αυτοί οι ηθοποιοί, με έναν βασικό σκελετό κειμένου, κάθε βράδυ κάνουν κάτι διαφορετικό αλλά εξίσου ενδιαφέρον. Κάθε βράδυ ενσαρκώνουν τους ρόλους τους, όντας μέσα στη δραματουργική συνθήκη, προσθέτοντας κάτι νέο, δικό τους, χωρίς να χάνουν τον πυρήνα τους. Αυτοί οι ηθοποιοί σκέφτονται και αισθάνονται όπως οι ήρωες, γι’ αυτό είναι πάντα εντός συνθήκης».
Ταυτότητα: «Θέλω να βλέπω την ταυτότητα του καλλιτέχνη μέσα από το καλλιτεχνικό του έργο. Αυτό που βλέπω συνήθως, όμως, είναι θολά πράγματα. Για μένα το ζήτημα της ταυτότητας είναι ξεκάθαρο. Ή θα είσαι ένας καλλιτέχνης που θα αποδώσεις μέσα από το έργο σου τις αγωνίες του τόπου σου ή θα είσαι ένας καλλιτέχνης που νοιάζεσαι για τις περγαμηνές, τα βραβεία, την καριέρα σου. Για μένα ποτέ δεν είχε νόημα όλο αυτό το πράγμα με το “χτίσιμο μιας καριέρας”. Είναι κενό, κούφιο. Αν θέλουμε να λεγόμαστε καλλιτέχνες, οφείλουμε να τραγουδήσουμε τον πόνο των δικών μας, της κοινωνίας μας. (Κοιτάω μια φωτογραφία του Καζαντζίδη στο γραφείο του και ακολουθεί το βλέμμα μου) Ναι, ο Στέλιος Καζαντζίδης, ο Άκης Πάνου. Η ταυτότητά μας ορίζεται από την ταυτότητα του τόπου μας. Και γιατί όχι να είναι μια ταυτότητα με περηφάνια, με τσαμπουκά, με αγάπη και νοιάξιμο γι’ αυτό που είμαστε».
Υπνος: «Μεγαλώνοντας όλο και λιγότερος είναι ο ύπνος –και πιο κουραστικός. Δεν με αφήνουν οι έγνοιες ακόμα και όταν κοιμάμαι».
Φόβοι: «Φοβάμαι την ανημπόρια και την αρρώστια όταν γεράσω. Επίσης αυτό που έχει γράψει ο Κιθ Ρίτσαρντς σε έναν στίχο του “Losing my touch”. Φοβάμαι πολύ αυτή τη στιγμή».
Χρόνος: «Ένα μεγάλο χτικιό που φέρω είναι ότι δεν μπορώ να χαρώ το τώρα. Πάντα σκέφτομαι και αγωνιώ για το αύριο. Κάνω, όμως, ό,τι μπορώ για να το παλέψω. Αν δεν έχω κάτι να κυνηγήσω, τρώγομαι. Αυτό μπορεί να με κινεί να κάνω πράγματα, αλλά είναι και άρρωστο, βασανιστικό, γιατί η ζωή περνά και χάνεται και πρέπει να χαιρόμαστε το τώρα».
Ψειρίζω: «Ο μεγάλος μου φόβος με το παιδί. Επειδή έχει κολλήσει μια-δυο φορές ψείρες στο σχολείο, τον έχω στην πίεση κάθε πρωί. Τον λούζω από πάνω μέχρι κάτω, κόντρα στις οδηγίες που λένε για δυο-τρεις ψεκασμούς! Άμα με δει η μάνα του θα με κυνηγήσει!». (γελάει)
Ωχ!: «Τι θα γίνει τώρα με τη “Στέλλα Κοιμήσου”; Είναι τόσος κόσμος που θέλει να τη δει και δεν έχει βρει εισιτήρια. Δεν έχει ολοκληρώσει τον κύκλο της ακόμα αυτή η παράσταση. Πολύ στενοχωριέμαι που το έργο κατεβαίνει χωρίς να το έχει δει όλος αυτός ο κόσμος που θέλει να το δει. Είναι πολύ συγκινητικό όλο αυτό. Με απασχολεί πολύ το μέλλον της “Στέλλας”».
* «Στέλλα Κοιμήσου», Συγγραφή – Σκηνοθεσία: Γιάννης Οικονομίδης. 26, 27 και 28 Ιανουαρίου, Θέατρο Αποθήκες ΘΟΚ. Ώρα έναρξης: 20.30. Κατάλληλο για θεατές άνω των 18 ετών. Κρατήσεις: 77772717.
iob29@yahoo.com