«Λυσσασμένη Γάτα» του Τένεσι Ουίλιαμς σε σκηνοθεσία Πάρι Ερωτοκρίτου.

Συνήθως δεν ιδρώνει το αυτί μου από εντυπώσεις άλλων για μια παράσταση, θετικές ή αρνητικές. Γενικότερα, προσπαθώ να μην επηρεάζομαι πριν δω ένα δρώμενο με τα ίδια μου τα μάτια, διότι έμαθα μετά από αμέτρητες θεάσεις ότι το υποκειμενικό στοιχείο είναι αυτό που έχει πάντα τον τελευταίο λόγο. Στη «Λυσσασμένη Γάτα» του Πάρι Ερωτοκρίτου στην Κεντρική Σκηνή του ΘΟΚ ομολογώ ότι πήγα ελαφρώς κουμπωμένος. Όχι τόσο για τις άκρως διιστάμενες απόψεις που έφτασαν στ’ αυτιά μου, όσο για την εξαγγελθείσα εκτεταμένη χρήση βίντεο και ζωντανής κινηματογράφησης, μια τεχνική πολυτέλεια που έχω αρχίσει να βρίσκω κουραστική, στομφώδη και, εν τέλει, αντιθεατρική. Τοσούτω μάλλον όταν χρησιμοποιείται στο μεγαλύτερο μέρος μιας παράστασης 3 ωρών και 35 λεπτών. 

Μετά το πέρας του συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος –περιλαμβανομένων δύο διαλειμμάτων πριν τη δεύτερη και πριν την τρίτη πράξη- ένιωσα πλέον ότι είμαι σε θέση να καταλάβω γιατί η εξεζητημένη αυτή πρόταση προκαλεί διαφορετικά συναισθήματα. Μπορούσα να δω τι ήταν αυτό που ξένισε τους μεν και τι εκείνο που ενθουσίασε τους δε. Εφόσον οι δικές μου εντυπώσεις στο τέλος ήταν ανάμικτες, έθεσα ως κριτήριο το πόσο αζόριστα θα κυλούσαν αυτές οι ώρες κι έχω να πω ότι τελικά στο μεγαλύτερο μέρος απόλαυσα απενοχοποιημένα αυτό που είδα. Εξάλλου, δεν μου αρέσει, ούτε και μπορώ να το παίζω «σκηνοθέτης της κερκίδας». Το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να προσπαθώ να μοιράζομαι τη δική μου εμπειρία.

Η διάρκεια δεν είναι τυχαία καθώς ο Πάρις Ερωτοκρίτου ήθελε να προσεγγίσει τη διάρκεια των διαδραματισθέντων σε πραγματικό χρόνο- μέσα στην ημέρα των τελευταίων γενεθλίων του πατριάρχη της οικογένειας Πόλιτ. Συνεπώς, έπρεπε να διανθίσει το δρώμενο με επιπλέον κείμενα από τις σημειώσεις του συγγραφέα, ή και με οπτικογραφημένες και live video εικόνες, περιλαμβανομένων αθέατων από την πλατεία περιοχών του θεάτρου. Πρότεινε επίσης πολλές αλλαγές στις τοποθετήσεις των ερμηνευτών και των μουσικών, ένα οπτικά και τεχνικά «θορυβώδες» σχέδιο με πολλά ευρήματα, αρκετά από τα οποία λειτούργησαν. Γύρω στα 30 λεπτά συνολικά είναι και ο χρόνος των διαλειμμάτων. Ορίστε, λοιπόν, το 3.35.

Πιστεύω ότι η έντονη αίσθηση του χρόνου είναι μια σημαντική πτυχή της προσέγγισης του σκηνοθέτη και μέρος της εμπειρίας που επιφυλάσσει στον θεατή. Παρότι η «Λυσσασμένη Γάτα» είναι ένα έργο που θεωρείται κλασικό και διαχρονικό, είναι θεμιτό ένα ισχυρό σκηνοθετικό όραμα προκειμένου να λειτουργήσει στο πλαίσιο του 2023. Αυτό υποθέτω ότι είναι κάτι που ο ΘΟΚ γνώριζε κι είχε αποδεχτεί επιλέγοντας τον συγκεκριμένο σκηνοθέτη. Συνεπώς, ένα «υπερσκηνοθετημένο» αποτέλεσμα, γεμάτο ένταση αλλά και χιούμορ ήταν αναμενόμενο και σίγουρα πιο ενδιαφέρον απ’ ότι ένα «υποσκηνοθετημένο» (αν μου επιτρέπεται ο όρος).

Είδα λοιπόν μια σύγχρονη αναβίωση του έργου του Τένεσι Ουίλιαμς, η οποία όμως δεν βγαίνει από τη χρονοκάψουλα. Τοποθετημένο μάλλον σε άχρονο πλαίσιο, φορτώθηκε με μια σειρά από ιδέες- λύσεις, μεταξύ των οποίων ακόμη και επεξηγήσεις μέσω αφηγητή των προθέσεων, ή και των παραλείψεων του σκηνοθέτη. Είναι μια καταιγιστική παράθεση ευρημάτων που δίνει ταυτόχρονα την αίσθηση του απόλυτου ελέγχου και του απόλυτου χάους.

Ωστόσο, η πρότασή του δεν επιβάλλεται στον θεατή με τον στόμφο του εμπειροτέχνη, αλλά με την κοσμιότητα του εξερευνητή. Μάς ζητά απλώς να τον ακολουθήσουμε σε ανεξερεύνητα μονοπάτια που μόνο σ’ ένα μεγάλο έργο μπορεί να προκύψουν, με τον ίδιο να προπορεύεται με ανάλογη περιέργεια, ελπίζοντας να ανακαλύψει και απάτητες κορυφές.

Το σίγουρο είναι ότι κανείς δεν θα φύγει από την αίθουσα έχοντας «ξεχάσει» ποιος ανέλαβε τα ηνία της παραγωγής. Το επί σκηνής δρώμενο, που διαδραματίζεται κυρίως πίσω από μια διάφανη οθόνη, σπάζει συνεχώς και με ποικίλους τρόπους τη θεατρική σύμβαση και σε μεγάλο βαθμό απαλλάσσεται από τα νατουραλιστικά του στοιχεία, καθώς αναπηδά ανάμεσα σε φανερούς ή δυσδιάκριτους στοχασμούς. Ακόμη και ανάμεσα σε δοκιμές, πειραματισμούς και αυτοσχεδιασμούς. Αντιλαμβάνομαι ότι ανάλογα με τις προσλαμβάνουσες, τη διάθεση, το γούστο ή την υπομονή του καθενός το αποτέλεσμα μπορεί να φανεί θορυβώδες και εντυπωσιοθηρικό ή ευρηματικό και συναρπαστικό.

Προσωπικά, αυτό που διέκρινα ήταν έναν σκηνοθέτη να προσπαθεί με θράσος και δέος να ακολουθήσει τον συγγραφέα σε μια βαθιά καταγραφή συμπεριφορών, μέσα σε συνθήκες σύγκρουσης μεταξύ αλήθειας και ψευδαίσθησης. Και θεατές να παρατηρούν μαζί του με σχεδόν επιστημονικό ενδιαφέρον τις αντιδράσεις των χαρακτήρων σαν να είναι πειραματόζωα σε γυάλινο κλουβί. Για κάποιους το ενδιαφέρον μπορεί να ήταν ανάλογο με το να παρακολουθείς ένα χάμστερ να γυρίζει στον τροχό. Για άλλους, σαν να φτάνεις σε μια νέα ανακάλυψη. Προσωπικά βρήκα θαυμαστό το ότι με εξαίρεση την τρίτη πράξη, όπου το ζωντανό δρώμενο διαδραματίζεται συντριπτικά όχι ανάμεσα αλλά πάνω στις οθόνες, κατάφερα να επικοινωνήσω μ’ αυτή την πολυσυλλεκτική πρόταση. Ενδεχομένως ο συγγραφέας να μη συμφωνούσε μαζί μου, αλλά έτσι κι αλλιώς δεν μπορούμε να τον ρωτήσουμε.

Όπως και στον «Ριχάρδο Γ’», ο Ερωτοκρίτου αξιοποίησε μετάφραση του Νίκου Χατζόπουλου με σκηνοθετική και ερμηνευτική ευελιξία. Το οπτικό και τεχνικό κομμάτι ήταν όπως το επιθυμούσε: σαν ελβετικός σουγιάς, με πολλαπλές και παράλληλες χρήσεις. Ώθησε τους ηθοποιούς του σε πυρηνικές και ονειρικές ερμηνείες, στη ζώνη του λυκόφωτος μεταξύ φαντασίας και πραγματικότητας. Η Μαρία Σκουλά και ο Γιώργος Κριθάρας έδειξαν τη θεατρική τους παιδεία, αποδίδοντας τις βαθιές εσωτερικές συγκρούσεις της φιλήδονης Μάγκι και του συντετριμμένου Μπρικ. Αν έλειπε κάτι από τον «Big Daddy» του Χάρη Πισία αυτό ήταν η πρωτόγονη τραχύτητα του αγροίκου. Οι υπόλοιποι ηθοποιοί ωθήθηκαν σ’ ένα μοτίβο σαν να υποδύονταν ρόλους κόντρα στην ιδιοσυγκρασία τους, μ’ ενδιαφέροντα αποτελέσματα.

Οι ενορατικές, σύγχρονες τζαζ συνθέσεις του Χρίστου Γερολατσίτη –ερμηνευμένες ζωντανά- δεν συνόδευαν απλώς τα διαδραματισθέντα, αλλά έμοιαζαν σαν να τα προκαλούν.

Ελεύθερα, 5.2.2023