«Ανθισμένες Μανόλιες» του Ρόμπερτ Χάρλινγκ σε σκηνοθεσία Αιμίλιου Χαραλαμπίδη.
Βρίσκω αρκετά εύστοχα τα δύο προωθητικά σλόγκαν που χρησιμοποιήθηκαν για το διάσημο φιλμ που γύρισε με αστεράτη διανομή το 1989 ο Χέρμπερτ Ρος: «Η πιο αστεία ταινία που θα σας κάνει ποτέ να κλάψετε» και «Κάποιες φορές το γέλιο είναι ζήτημα ζωής και θανάτου». Το σενάριο υπογράφει ο ίδιος ο συγγραφέας του θεατρικού έργου που έκανε πρεμιέρα δύο χρόνια νωρίτερα στη Νέα Υόρκη, με τον Ρόμπερτ Χάρλινγκ να αφιερώνει τη διασημότερη μέχρι σήμερα λογοτεχνική του εργασία στην αδερφή του που πέθανε το 1985 από επιπλοκές του διαβήτη.
Είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι ο δημιουργός αυτού του τόσο τρυφερά «γυναικείου» έργου είναι άνδρας. Πρόκειται για μια δραμεντί χαρακτήρων, ένα αισθαντικό ομαδικό πορτρέτο μιας γυναικοπαρέας, αρκούντως οξυδερκές και πειστικό ως προς την περιγραφή της «θηλυκής» σκοπιάς πάνω στη διαχείριση των μεγάλων προκλήσεων του βίου. Χωρίς απαραίτητα να ταυτίζονται ως προς το γούστο και την κοσμοθεωρία τους, οι ντελικάτες μανόλιες αντλούν δύναμη εν τη ενώσει και ατσαλώνονται μπροστά στα δύσκολα.
Είναι μια συγκίνηση αβίαστη αυτή που προκύπτει μέσα από την ανθρωπινότητα των έξι χαρακτήρων, με το μεγάλο στοίχημα να είναι οι συσχετισμοί και οι ισορροπίες ανάμεσά τους. Ο σκελετός της αφήγησης βασίζεται στους πυκνούς δραματουργικούς πυρήνες που αναδύονται απ’ αυτές τις ηλεκτρικές και χημικές συνάψεις. Από εκεί και πέρα, για μια παραγωγή που θα κερδίσει το κοινό είναι απαραίτητη προϋπόθεση έξι ηθοποιοί που ν’ αποδίδουν ισορροπημένα, αλληλεπιδραστικά και ποιητικο-νατουραλιστικά τις συναισθηματικές διακυμάνσεις των γυναικών. Κι ένας σκηνοθέτης που θα τις προσανατολίσει.
Κατά τ’ άλλα, η φύση και η ιστορία του έργου σε συνδυασμό με την ανάλογα αστεράτη διανομή που εξασφάλισε η παραγωγή του Σατιρικού Θεάτρου, ήταν επόμενο ότι θα οδηγούσαν σε απανωτά sold out. Αυτός ο υποστηρικτικός μηχανισμός της γυναικείας φιλίας, το πνεύμα της αποφασισμένης ομάδας, αναδείχτηκαν από τη σκηνοθετική γραμμή που δεν βρήκε κανένα λόγο ν’ αναλάβει οποιοδήποτε ρίσκο. Ο Αιμίλιος Χαραλαμπίδης θα μπορούσε να επιχειρήσει μια τομή και να πειραματιστεί με μια πιο «επιθετικά» σύγχρονη και εκβιαστικά συναισθηματική εκδοχή του έργου, με ωμό ρεαλισμό ή επικολυρικές υπερβολές, με ποταμούς δακρύων και τρανταχτά γέλια. Απολύτως συνειδητά, όμως, επέλεξε να επενδύσει στην αντιρρόπηση μεταξύ γέλιου και κλάματος, αναδεικνύοντας την ποίηση που συνυπάρχει με την καθημερινή χειρονομία.
Κατά κάποιον τρόπο ο σκηνοθέτης συνεχίζει την έρευνά του πάνω στη δυναμική της γυναικείας αλληλεγγύης. Κι αυτό που οφείλουμε να του πιστώσουμε είναι ότι κατάφερε να εμβαθύνει στις πολυπλοκότητες των σχέσεων μεταξύ των έντονα σκιαγραφημένων χαρακτήρων ακόμη και στα σημεία που το κείμενο τις αγγίζει επιδερμικά. Αφού το πέτυχε αυτό, ο σημαντικότερος στόχος που έμενε ήταν ο κωμικός χρονισμός. Κι ευτύχησε να έχει ηθοποιούς με εσωτερικό ρυθμό, κύρος, εμπειρία και όρεξη. Με τη Δέσποινα Μπεμπεδέλη και την Αννίτα Σαντοριναίου να παραμένουν εντυπωσιακά αξιόμαχες μνημοτεχνικά, διέθετε για τις φωτοσκιάσεις της Ουίζερ και της Κλαίρης δύο χαρτιά τόσο γερά που διανομές στην Ελλάδα –και όχι μόνο- δύσκολα θα μπορούσαν να πετύχουν.
Το έργο χωρίζεται σε τέσσερις σκηνές που εκτείνονται με χρονολογική αλληλουχία μέσα σε διάστημα δύο χρόνων και κάθε μια διαδραματίζεται σε διαφορετική εποχή: άνοιξη, χειμώνας, καλοκαίρι, φθινόπωρο. Το πέρασμα των εποχών, αλλά και η διαδοχή του θανάτου από τη ζωή, είναι ένα σχόλιο πάνω στην κυκλική της φύση, ως ακαταπάτητου συμπαντικού νόμου. Επίκεντρο είναι το κομμωτήριο της Τρούβι, όπως το σχεδίασε με γνώμονα τη λειτουργικότητα και τη χρονολογική του πιστότητα για την Πάνω Σκηνή του Σατιρικού η μόνιμη συνεργάτιδα του σκηνοθέτη, Σωσάννα Τομάζου. Πηχτές είναι οι 80’s πινελιές στο γενικό πλαίσιο και τις επιμέρους αναφορές, κάτι που ισχύει και για τα κοστούμια της έτερης τακτικής συνεργάτιδας, Ελένης Τζιρκαλλή, αλλά και για τις φουντωτές κομμώσεις- ειδικότερα της οικοδέσποινας, Τρούβι. Δεν ξέρω πόσο φεμινιστικό ακούγεται σήμερα, αλλά το κομμωτήριο στο σύμπαν του έργου και της παράστασης είναι η απόλυτη σταθερά, όπου οι γυναίκες μπορούν να δραπετεύσουν με ασφάλεια από το χαοτικό σύμπαν της καθημερινότητας.
Παρεμπιπτόντως, να πούμε ότι η Σοφία Καλλή είναι αυτή που κλέβει την παράσταση σ’ έναν ρόλο ούτως ή άλλως ρυθμιστικό και τσακίρικο για την πλοκή και τις ισορροπίες, τον οποίο ο συγγραφέας έχει «προικοδοτήσει» με τις πιο πιπεράτες ατάκες: «Δεν υπάρχει φυσική ομορφιά». «Καμιά δεν κλαίει μόνη της στην παρουσία μου» κ.λπ. Όχι ότι ήταν φειδωλός με τις ευθύβολες ατάκες που βάζει να εκστομίζουν οι υπόλοιπες γυναίκες και ειδικότερα οι ηλικιακά ωριμότερες. Άλλωστε, αυτό ακριβώς είναι το στοιχείο που εκτόξευσε το έργο, αλλά κι αυτό που καλείται ο σκηνοθέτης να διαχειριστεί με τρόπο οργανικό, ώστε να μην πνίγουν την πλοκή και να μην υπερελαφρύνουν τις συναισθηματικές εκκενώσεις. Από τη στιγμή που η παραγωγή αυτή το πετυχαίνει, νομίζω ότι το Σατιρικό Θέατρο θα μπορούσε να βάλει ταμπέλα απ’ έξω που να γράφει ότι όποιος δεν γελάσει, μπορεί να πάρει τα λεφτά του πίσω.
Στους κομβικούς ρόλους της Σέλμπι και της μητέρας της, Μαλίν, δηλαδή τα πρόσωπα του δράματος που παραπέμπουν σε αρχαίες τραγικές ηρωίδες, ο σκηνοθέτης δικαιώθηκε στο πρόσωπο δύο ηθοποιών που γνωρίζει σαν τις τσέπες του: της Μυρσίνης Χριστοδούλου και της Πόπης Αβραάμ. Η Σέλμπι της Μυρσίνης είναι όσο πρέπει μαχητική και εύθραυστη, πείθει με την εμμονή της στο ροζ της ζωής και την αποφασιστικότητα να γευτεί το νέκταρ της όπως θέλει και με οποιοδήποτε αντίτιμο. Η δυναμική και αυτοθυσιαζόμενη Μαλίν της Πόπης, χαρακτήρας που στην ταινία η Σάλι Φιλντ ανάγει σε πρωταγωνιστικό, ετεροκαθορίζεται από την κόρη της. Η ηθοποιός αρτίωσε την υποκριτική της εργασία φτάνοντας με αξιοσημείωτη αυτοκυριαρχία στο μεδούλι του χαρακτήρα και απελευθερώνοντας τους χυμούς μιας ηλεκτρισμένης σχέσης.
Η πρόκληση για την Παμπίνα Γεωργίου, που υποδύεται τη βοηθό κομμώτρια Ανέλ –την ηρωίδα με την πιο ραγδαία εξέλιξη- ήταν να μην παραφωνήσει σ’ αυτή την καλοκουρδισμένη ορχήστρα χαρακτήρων. Αυτό απαιτούσε μόχθο, τον οποίο κατέθεσε.
Ελεύθερα, 19.3.2023