Αίας του Σοφοκλή σε σκηνοθεσία Γιώργου Νανούρη. 

Το αρχαίο δράμα, ειδικότερα η τραγωδία, είναι κατά κανόνα μια επίπονη πίστα, μια ανωφερής διαδρομή για κάθε σκηνοθέτη. Κι αυτό επειδή η πραγματική πρόκληση είναι να συγχρονίσει τον αμάραντο, ηδυσμένο λόγο με το μήκος κύματος του μέσου θεατή, αλλά με απόλυτο σεβασμό στο πνεύμα και τη δομή του έργου. Τον γρίφο περιπλέκει ακόμη περισσότερο η απαράβατη προϋπόθεση της ανάληψης του τραγικού βάρους από τους υποκριτές. Ο Αίας που προτείνει ο Γιώργος Νανούρης, στην πρώτη του μάλιστα σκηνοθετική τριβή με το αρχαίο δράμα, κερδίζει τις εντυπώσεις και την ανταπόκριση του κοινού μαζί με μια «παράταση ζωής», αφού συνεχίζει την πορεία του, σε κύκλους, εδώ και περίπου τέσσερα χρόνια.

Αυτό συμβαίνει με μια πρόταση που είναι ευέλικτη και οπωσδήποτε εναλλακτική μ’ έναν ηθοποιό, τον Μιχάλη Σαράντη, να επωμίζεται εννιά ρόλους κι έναν ζωγράφο, τον Απόστολο Χαντζαρά, να «συνομιλεί» μαζί του αλλά και με το κοινό δημιουργώντας σε πραγματικό χρόνο μονοτυπίες από μαύρο μελάνι με τα πρόσωπα της τραγωδίας. Έτσι, λόγος, εικόνα, ερμηνεία και σκηνοθεσία φιλοτεχνούν ένα αδιαίρετο ιεροτελεστικό σχήμα που τονίζει ταυτόχρονα την παροδικότητα και την παντοτινότητα της (θεατρικής) τέχνης, όπως και της ζωής.

Το αιώνιο νόημα βρίσκει πολλαπλά κανάλια διατύπωσης μέσα σε μια διαδικασία περιγραφικής διαίρεσης των χαρακτήρων και της εικαστικής τους απεικόνισης. Η ιδέα δεν είναι τόσο περίπλοκη και ακόμη λιγότερο η σκηνική εφαρμογή της, προϋποθέτει όμως κάποιες ιδιαίτερες ποιότητες ώστε αυτή η ασκητική και απογυμνωμένη ορθοτόμηση του σοφόκλειου κειμένου να είναι στεγανώς τεκμηριωμένη για να μη χυθεί το ζουμί της και να μη διολισθήσει στο γκροτέσκο.

Θα μπορούσε να προεικάσει κανείς ότι ο συνδυασμός τραγωδίας και μονοδράματος είναι μια εγγυημένη συνταγή ανιαρότητας για τον ανυποψίαστο θεατή. Είναι, όμως, κρίσιμο να παρατηρήσουμε ότι ενώ στη σκηνή βρίσκεται μόνος ένας ηθοποιός κι ένας ζωγράφος, δεν έχουμε να κάνουμε μ’ έναν τυπικό μονόλογο.

Ο Σαράντης ενσαρκώνει, με μια πολυπρισματική κινησιολογική και χαρακτηρολογική ανατομή, ουσιαστικά εννέα αρχετυπικούς ρόλους. Μιλάμε για ρόλους θεών και θνητών, ανδρών και γυναικών και διαλόγους που εκτυλίσσονται ευκρινέστατα. Κορυφαίος όλων είναι φυσικά ο φερώνυμος, του Αίαντα, η ψυχοσυναισθηματική πόρευση του οποίου εντάσσεται ενδεχομένως στις πιο περίπλοκες στην κλασική δραματουργία. Ο ερμηνευτής δεν ανταπεξέρχεται απλώς, αλλά επί σκηνής παρακολουθούμε ένα σχεδόν απόκοσμο ρεσιτάλ μεταμορφωσιμότητας. Το κείμενο διαθλάται μέσα σ’ ένα ανισότροπο διάπλεγμα σωματικής και ηθοποιητικής επιτελεστικότητας. Είναι πλήρως αγώγιμος στις μορφοπλαστικές επιταγές των χαρακτήρων και των πανανθρώπινων δοκιμασιών τους.

Η αθηναϊκή εκδοχή της παράστασης είναι πιο αλληλεπιδραστική, υπό την έννοια ότι ο σκηνοθέτης θέλει τους θεατές επί σκηνής, έγγιστα των δύο εκτελεστών και μάλιστα απέναντι από την πλατεία. Στο Δημοτικό Θέατρο Στροβόλου και το Παττίχειο Θέατρο Λεμεσού, λόγω της περιοδευτικής συνθήκης, η παράσταση έπρεπε να δοκιμαστεί σε δύο «αχανείς» για τα δεδομένα της αίθουσες. Με ό,τι αυτό θεωρητικά συνεπάγεται για την επίτευξη της αμφιδρομικότητας μεταξύ κοινού και δρώμενου.

Ω του θαύματος, όμως, η δυναμική του συγκεκριμένου δρώμενου είναι τέτοια, που η ενίοτε αντιθεατρική σκηνή του Δημοτικού Θεάτρου Στροβόλου λειτουργεί σαν δίνη που «σμικρύνει» την πλατεία, την έλκει κοντά, σαν σε απόσταση αναπνοής. Είναι μάλιστα χαρακτηριστικό ότι οι θεατές των πίσω θέσεων αποδείχτηκαν στο χειροκρότημα οι πιο ένθερμοι και εκδηλωτικοί. Στην αίσθηση αυτή συμβάλλει καθοριστικά ο κατανυκτικός φωτισμός που σχεδίασε ο ίδιος ο σκηνοθέτης, που συντονίζεται με τον ζήλο του να απαυγάσει τις αντιθέσεις και τις πτυχώσεις του έργου.    

Ο πάγος σπάζει από την πρώτη στιγμή, με τον Σαράντη να συστήνεται, να συστήνει τον ζωγράφο και στη συνέχεια να απολογείται για τη μισάωρη περίπου καθυστέρηση (για τεχνικούς λόγους), με τον όποιο εύλογο εκνευρισμό και του τελευταίου θεατή να εξατμίζεται αυθωρεί. Σκηνικό ουσιαστικά δεν υπάρχει, πέρα από τους οκρίβαντες που τοποθετούνται οι φρεσκοφιλοτεχνημένες αρχαιότροπες μονοτυπίες και τον πάγκο με τα σύνεργα και τα υλικά που χρησιμοποιεί για τον συγκεκριμένο σκοπό ο Απόστολος Χαντζαράς.

Θα μπορούσα να φανταστώ κάποια υποψία ενστάσεων που θα έθεταν ορισμένοι «σφιχτοί» και ανεπιεικείς φιλόλογοι και θεατρολόγοι που θεωρούν τα κλασικά κείμενα κάτι σαν ιερά ξόανα, που δεν τα αγγίζεις αλλά απλώς χορεύεις τριγύρω τους λατρευτικά. Θα τους τη «σπάσω» κι εγώ λίγο αποφεύγοντας οποιαδήποτε ανάλυση του έργου καθαυτού κι αν ο Σοφοκλής πολώνει το δράμα γύρω από την κρίση, την κατοχή ή τη χρήση των όπλων ή το πώς και το γιατί ο Αίαντας καθίσταται ανίκανος «κατ’ άνθρωπον φρονείν».

Μπορώ επίσης να διανοηθώ ότι υπάρχουν και θεατές που δυσκολεύονται να υποφέρουν την ηλεκτρισμένη λυρικότητα του δωρικού. Σαν την κυρία λ.χ. που αποφάσισε να αποχωρήσει από την αίθουσα στην πιο σιωπηρή και συγκινησιακή στιγμή, με το αδυσώπητο ρυθμικό «τακ- τακ» των τακουνιών να δίνει στους υπόλοιπους την επώδυνη αίσθηση ότι δεν θα φτάσει στην έξοδο πριν το τέλος της παράστασης.

Ελεύθερα, 2.4.2023