Άντον Τσέχωφ, Τρεις αδερφές, Θεατρικός Οργανισμός Κύπρου – Κεντρική Σκηνή. 

Πολλές φορές το ειδολογικό όνομα με το οποίο ονοματίζουν οι συγγραφείς τα έργα τους δεν αποδίδει τη βαθύτερη ουσία τους. Αυτό συμβαίνει και με τον ουδέτερο συγγραφικό προσδιορισμό των Τριών αδελφών (1901) ως «δράμα σε τέσσερις πράξεις», δεδομένου ότι στο έργο αυτό διαπλέκονται διαλεκτικά και αντιστικτικά το κωμικό με το τραγικό στοιχείο, με έμφαση στο δεύτερο, που ως γνωστό προσιδιάζει στην τραγωδία.

Αν ένα από τα ουσιώδη γνωρίσματα της τραγωδίας, με βάση τον αριστοτελικό ορισμό της είναι η «μίμησις πράξεως σπουδαίας και τελείας» που «δι’ ελέου και φόβου» οδηγεί τον θεατή στην κάθαρση, τότε οι Τρεις αδερφές του Τσέχωφ είναι δυνατόν να θεωρηθούν ως τραγωδία εφάμιλλη των αρχαίων ελληνικών και σαιξπηρικών τραγωδιών. Κυρίως γιατί ο ρώσος δραματουργός επιτυγχάνει να αναδείξει την τραγικότητα της ανθρώπινης ύπαρξης, που φθείρεται δέσμια ανεδαφικών επιδιώξεων, φαντασιώσεων και ψευδαισθήσεων.

Στο έργο αυτό, με τη διαχρονικά λαμπρή διεθνή σκηνική τύχη και με μεταφορά του στον κινηματογράφο, στην τηλεόραση και στην όπερα, προβάλλονται διαχρονικά ερωτήματα γύρω από την ανθρώπινη ύπαρξη, χωρίς να δίνονται και οι απαντήσεις. Από αυτή την άποψη, η εναγώνια αναμονή των δραματικών προσώπων για τη μετάβασή τους στη Μόσχα, που θα σήμαινε και την απελευθέρωσή τους από την πλήξη και την αποτελμάτωση, είναι ομόλογη με την εξίσου εναγώνια αναμονή του Γκοντό στο γνωστό θεατρικό έργο του Σ. Μπέκετ. Όπως έχει επισημάνει ο Donald Rayfield στη μελέτη του Chekhov: The Evolution of His Art (1975), γενικά «υπάρχει στις ιστορίες του Τσέχωφ η ιδέα ότι το μέλλον αποφασίζει για την αξία του παρόντος, το θέμα της χρυσής εποχής που σύντομα θ’ ανατείλει και θα δικαιώσει όλο το σκοτάδι του καιρού μας. Οι ηρωίδες, η Σόνια στο Θείο Βάνια, η Άνια στο Βυσσινόκηπο, ή οι τρεις αδελφές [στο ομώνυμο έργο] πρέπει να δημιουργήσουν μια αντίστοιχη θρησκεία, μια Αρκαδία του μέλλοντος ή μια μακρινή Μόσχα, για να μην τις τρελάνει το παρόν ή η επαρχία».

Έχοντας υπόψη τα πιο πάνω, θεωρούμε ότι η σκηνοθέτιδα του έργου Αθηνά Κάσιου πέτυχε να ενορχηστρώσει μια ιδιαίτερα δύσκολη και απαιτητική παράσταση και να αποδώσει την τραγικότητα των δραματικών προσώπων. Η επιτυχία της παράστασης ως συνόλου έχουμε την άποψη ότι οφείλεται, αφενός, στα λιτά σκηνογραφικά και ενδυματολογικά μέσα και αφετέρου στις αληθοφανείς και πειστικές ερμηνείες των ηθοποιών που υπηρέτησαν αποτελεσματικά τη σκηνοθετική γραμμή του έργου, επιτυγχάνοντας σε πολλά σημεία της παράστασης αξιοσημείωτες στιγμές υποκριτικής δεξιοτεχνίας.

Το μινιμαλιστικό και αφαιρετικό σκηνικό του πρώτου μέρους της παράστασης δεν παρέπεμπε σε ένα σπίτι της ρωσικής επαρχίας των αρχών του εικοστού αιώνα, όπως επίσης και η επιλογή της μουσικής επένδυσης του έργου από τον Α. Τραχωνίτη δεν περιλάμβανε στοιχεία της ρωσικής μουσικής παράδοσης. Οι επιλογές αυτές δεν ζημίωσαν το σύνολο αισθητικό αποτέλεσμα της παράστασης. Η διαπίστωση αυτή αφορά ιδιαίτερα το σκηνικό της Λύδιας Μανδρίδου και ειδικότερα το ευρηματικό σταδιακό γκρέμισμα των τοίχων του επαρχιακού σπιτιού, με αποτέλεσμα στο δεύτερο μέρος της παράστασης σκηνή και παρασκήνια να συναποτελούν έναν ενιαίο χώρο, που παρέπεμπε όχι βέβαια στην Αρκαδία του μέλλοντος ή στη μακρινή Μόσχα, αλλά στην απόλυτη αλλοτρίωση των δραματικών προσώπων και στην οριστική διάψευση των προσδοκιών και των ονείρων τους.

Υποστηρίζουμε ότι ακριβώς στο δεύτερο μέρος της παράστασης είναι που αναδείχθηκαν σε υψηλό βαθμό οι υψηλές ερμηνευτικές δεξιότητες ηθοποιών όπως η Νιόβη Χαραλάμπους (Όλγα), η Αντωνία Χαραλάμπους (Μάσια) και η Χριστίνα Παπαδοπούλου (Ιρίνα). Ο ιδεαλιστής στρατιωτικός Βερσίνιν ενσαρκώθηκε πειστικά από τον Ανδρέα Τσέλεπο, ενώ εξίσου πειστική ήταν η ερμηνεία του Αλέξανδρου Παρίση στον ρόλο του καθηγητή Κουλίγκιν. Πλάι σε αυτούς, οι καταξιωμένοι ηθοποιοί Σπύρος Σταυρινίδης και Λένια Σορόκου, όπως και οι νεότεροι ηθοποιοί Νικόλας Γραμματικόπουλος, Γιώργος Χιώτης, Βασίλης Βασιλάκης, Γιάννης Καραούλης, Μαρίνα Μανδρή, Ανδρέας Κούτσουμπας και Ανδρέας Πατσιάς απέδωσαν σε υψηλό βαθμό το πνεύμα της τσεχωφικής καταβύθισης στα άδυτα της ανθρώπινης ύπαρξης, ώστε ο θεατής να έχει την αίσθηση ότι ταυτόχρονα αναμετριέται με τις δικές του ματαιωμένες προσδοκίες ή τα προσωπικά του αδιέξοδα, σε μια διαδικασία ενδοσκόπησης και απαλλαγής από τις όποιες καταστροφικές πλάνες και ψευδαισθήσεις.

Εν κατακλείδι, θεωρούμε ότι η Αθηνά Κάσιου μαζί με όλους τους συνεργάτες της έχουν προσφέρει στο θεατρόφιλο κοινό μια μοναδική θεατρική εμπειρία με την παράσταση Τρεις αδερφές, που κατά την άποψή μας συγκαταλέγεται στις καλύτερες θεατρικές παραγωγές του Θ.Ο.Κ., των τελευταίων ετών.

* Ο Δρ Λεωνίδας Γαλάζης είναι ποιητής, φιλόλογος, κριτικός