«Τρεις Αδερφές» του Άντον Τσέχωφ σε σκηνοθεσία Αθηνάς Κάσιου. 

Ποιος είναι ο λόγος να μπεις στον κόπο να ανεβάσεις ένα έργο του Τσέχωφ -ή οποιοδήποτε κλασικό έργο- αν δεν σκοπεύεις να προσφέρεις στο κοινό του σήμερα κάτι χρήσιμο; Αν δεν έχεις να προτείνεις κάτι περισσότερο από μια μουσειακή αναπαράσταση; Αν δεν του θέσεις επιτακτικά και ευγενικά τα μεγάλα ερωτήματα; Από την άλλη, βέβαια, κάθε θεατρική απόπειρα οφείλει να αφομοιώνει και να σέβεται το κείμενο και το πνεύμα του, πριν το αποδομήσει. Κι από εκεί και πέρα, υπό προϋποθέσεις και ελεγχόμενα, επιτρέπεται ακόμη και μια δημιουργική «βεβήλωση», αν χρειαστεί.

Η Αθηνά Κάσιου επένδυσε πολλά στη μετάφραση της Έρις Κύργια και ακόμη περισσότερα στη δραματουργική επεξεργασία του Βρετανού συγγραφέα Τζόελ Χόργουντ, αλλά ευτυχώς δεν αρκέστηκε σ’ αυτό. Νεωτερισμός, εξάλλου, δεν είναι να παραλείπεις τα μεσαία πατρώνυμα, να αφαιρείς περιττές αναφορές στην εποχή ή να λιμάρεις λιγάκι τη λεγόμενη «τσεχωφίλα», όπως μας είχε προϊδεάσει η ίδια η σκηνοθέτρια.

Έχω να πω ότι οι νεωτερισμοί που αποτυπώθηκαν στην προωθητική φωτογράφιση της παράστασης αλλά και στην αφίσα ήταν πολύ πιο τρομακτικοί και απωθητικοί, πολύ λιγότερο τεκμηριωμένοι σε σχέση με το σκηνικό αποτέλεσμα. Κι αυτό γιατί η διδασκαλία της Κάσιου απογύμνωσε χειρουργικά το κείμενο από καθετί ξεπερασμένο, συγκρατώντας όμως την ουσία του. Το κατόρθωσε φωτίζοντας μεν ένα- ένα κάθε πρόσωπο του έργου –μέχρι και το τελευταίο- αλλά απλώνοντας έναν ιστό: τον ιστό των ανθρώπινων σχέσεων εντός του οίκου των Προζόροφ.

Οι τσεχωφικοί χαρακτήρες είναι σαν τους μετεωρίτες των οποίων οι τροχιές διασταυρώνονται και από τους σπινθήρες αυτών των συνάψεων (διαπροσωπικών, τριγωνικών κ.ο.κ.) πυροδοτείται η δραματική διαδρομή. Οι επιμέρους χαρακτήρες είναι απλώς φορείς συμπαντικών ίσκιων που αναζητούν υπόσταση στις μεταξύ τους σχέσεις. Η σκηνοθετική γραμμή εστίασε στην πολυσχιδή εσωτερικότητα κάθε ήρωα σε συνάρτηση με τους υπόλοιπους. Η Αθηνά Κάσιου απηύθυνε με παρρησία και βαθύτητα τα ερωτήματά της σχετικά με την επικαιρότητα του Τσέχωφ, τη διαχρονική συνομιλία του αντισυμβατικού συγγραφέα με τη σύγχρονη πραγματικότητα.

Η σκηνοθέτρια βρήκε επίσης τον τρόπο να κρατήσει την ισορροπία και να μην πάρει πολύ τις μετρητοίς τον πολύσημο αυτοπροσδιορισμό του Τσέχωφ ως κωμωδιογράφου. Δεν απορρίπτει ούτε το γελοίο, ούτε το μελαγχολικό περίβλημα που κατά καιρούς δοκίμασαν τόσοι και τόσοι σκηνοθέτες. Εντούτοις, επιτρέπει στην ούτως ή άλλως έμφυτη τραγική διάσταση, που εκπορεύεται από τα έγκατα της ανθρώπινης φύσης, να προκύψει ομαλά κι όχι ως αποτέλεσμα της κακιάς ώρας, της μαύρης μοίρας κ.ο.κ. Ούτε, όμως, παρασύρεται και σε μια χονδροειδή φαρσική περιγραφή των φιγούρων.

Δεν τολμώ να ισχυριστώ ότι η πρόταση της Κεντρικής Σκηνής του ΘΟΚ θα αφήσει εποχή στο κυπριακό θέατρο ή στην πρόσληψη του Τσέχωφ. Αφήνω τέτοιου είδους εκτιμήσεις σε πιο ειδικούς. Το θετικότατο πρόσημο όμως από τη δική μου οπτική προέρχεται από αυτή την ισορροπία. Ίσως, επιπρόσθετα, κι από τον ρευστό μεταιχμιακό χώρο που ανοίγει σε σχέση με τον χρόνο, αλλά και σε σχέση με τη διαχρονική πολιτισμική αντιμέτρηση μεταξύ Ρωσίας και Δύσης. Η παράσταση προβαίνει σε μια αισθητική αναγωγή. Χαρακτηρίζεται από αυτή την καλοδεχούμενη αχρονικότητα, από την αίσθηση ότι παρελθόν, παρόν και μέλλον, ταυτίζονται. Τόσο σε σχέση με τις αγωνίες των ηρώων όσο και σε σχέση με τη διαχρονική παρέμβαση του κειμένου και του συγγραφέα, που στοιχειοθετεί στο επέκεινα την αναδίφηση του αδιεξόδου και την ανατομία της ελπίδας.

Τα μεγάλα ερωτήματα προκύπτουν με τον τρόπο αυτό αβίαστα: Πώς αυτές οι περιπλανώμενες βιολογικές μηχανές αναζητούν τη χίμαιρα της ευτυχίας; Πώς προσπαθούν να βαρύνουν νοηματικά την ύπαρξή τους; Πώς αντιδρούν στις μεγάλες και μικρές προκλήσεις της ζωής και της καθημερινότητας; Με κάποιες ενστάσεις για την επιτακτική επιβολή της εικόνας του πάρτι με τα μπαλόνια και τα χάρτινα καπελάκια, όπως αποδίδεται κυρίως στην πρώτη πράξη, διατηρείται η αίσθηση του θεάτρου ατμόσφαιρας, ενώ ψυχογραφείται ο ρεαλισμός της πραγματικότητας.

Παράλληλα, η γραμμή δεν δοξάζει ιδιαίτερα την αστυφυλική έκκληση «στη Μόσχα, στη Μόσχα» -ή στη Λευκωσία, στην Αθήνα, στο Λονδίνο, στο Παρίσι κ.ο.κ.- αλλά δίνει έμφαση στη λαχτάρα της φυγής γενικά. Όχι, όμως, ως απότοκο της επαρχιακής πλήξης και της κοινότοπης μικροαστικής αδράνειας, αλλά ως υπόσχεση για μια πιθανή λύση του υπαρξιακού γρίφου. Η αίσθηση αυτή υπάρχει έντονη στην Κύπρο, σαν σύνδρομο, που δεν συνδέεται απαραίτητα μόνο με το πολιτικό πρόβλημα αλλά και με τον οριζόντιο επαρχιωτισμό που κατατρύχει τους κατοίκους του νησιού.

Οι τρεις αδερφές θέλουν να σπάσουν τον τοίχο για να ξεφύγουν, καταφέρνοντας πλήγματα στην οικοδομή του σπιτιού, ενώ το στεγνό ξύλινο κουτί που σχεδίασε η Λυδία Μανδρίδου βγάζει ρόδες και «εξαφανίζεται» στο δεύτερο μέρος χωρίς όμως η ανοιχτοσύνη της σκηνής και των παρασκηνίων να δώσει λύσεις στα αδιέξοδα των ιδιοκτητών του. Η πρόσληψη αφήνει τις σημύδες, σαν και τη Μόσχα, στη φαντασία μας. Κάποια ακουστικά προβλήματα στη σκηνική κοιλότητα (περιέργως όχι τόσο όταν άνοιξε η σκηνή αλλά περισσότερο μέσα στο κουτί) δεν υπονόμευσαν ευτυχώς τη ροή των διαμειφθέντων και των παράλληλων δράσεων. Η παραγωγή δεν παραβλέπει να δώσει έμφαση στις σιωπές, οι οποίες άλλωστε στο τσεχωφικό σύμπαν λειτουργούν ως ιντερμέδια. Ο συγγραφέας αντιμετώπιζε τη σιωπή ως μια δραματικά συμπυκνωμένη ομιλία.

Ένα μεγάλο ατού του θεάτρου της Κύπρου είναι η ομοιογένεια του έμψυχου υλικού, το γεγονός ότι οι ηθοποιοί έχουν συχνά την ευκαιρία να συνεργαστούν. Ουσιαστικά, η εγγύτητα και η συχνή τριβή τους έχει ουσιαστικά ρίξει σ’ ένα καζάνι όπου ζυμώνονται όλοι μαζί. Αυτό έχει ομολογουμένως και τα αρνητικά του, αλλά στην περίπτωση αυτή η χημεία αξιοποιείται περίτεχνα, εντάσσοντας οργανικά στην ομαδική ερμηνευτική ισοζυγία και τα πρωτοείσακτα μέλη. Τα αδιέξοδα, οι εσωτερικοί σπαραγμοί, η ψυχική κινητικότητα των τσεχωφικών χαρακτήρων κατασταλάζουν ομαλά με τις απολύτως απαραίτητες τονικές εναλλαγές, με μορφασμούς, ανεπαίσθητα νεύματα, με τη γλώσσα του σώματος και τη γλώσσα του βλέμματος.

Ελεύθερα, 15.4.2023