«Συνήθως χάνεις την επαφή με το περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργείς και μεταφέρεσαι στους φανταστικούς τόπους όπου εκτυλίσσονται τα λογοτεχνικά γραπτά».

Με ποια λόγια θα συστήνατε το βιβλίο σας «Χάσαμε τον Μπαμπά» σε κάποιον που δεν γνωρίζει τίποτε για σας; Την εποχή που η κόρη μου πήγαινε στην τρίτη δημοτικού, οι γονείς πολλών συμμαθητριών και συμμαθητών της είχαν προλάβει να χωρίσουν. Τότε συνειδητοποίησα ότι το κράτος υποχρέωνε τους πατεράδες να βλέπουν τα παιδιά τους ένα Σαββατοκύριακο κάθε δεκαπενθήμερο. Η εν λόγω υποχρέωση των μπαμπάδων μού φαίνεται ακόμη τερατώδης: πώς είναι δυνατόν να περιορίζεις τη σχέση ενός παιδιού με τον έναν από τους γονείς του σε μία τόσο αραιή επαφή; Επινόησα, λοιπόν, μία ιστορία όπου ο πατέρας έχει εγκαταλείψει τον γιο του επί είκοσι ολόκληρα χρόνια, και προσπάθησα να εξερευνήσω τις συνέπειες αυτής της απουσίας επάνω στο παιδί. Σε αντίθεση με ό,τι απογίνονται συνήθως όσοι εγκαταλείπονται από τον γονιό τους, έπλασα έναν ήρωα όχι οργισμένο, αλλά ήπιο. Αποφάσισα να κατευνάσω την όποια επιθετικότητά του, έτσι ώστε αφενός να γίνει συμπαθής και αφετέρου να είναι περισσότερο ανοιχτός στο να αναλύσει τον εαυτό του.

Είναι εύκολο το να φτιάξεις ένα βιβλίο; Τα λογοτεχνικά έργα που σέβονται τον εαυτό τους, δεν αποτελούν προϊόντα τόσο του συνειδητού, όσο του υποσυνειδήτου μας. Με αποτέλεσμα να σου δίνουν την αίσθηση ότι γράφτηκαν καθ’ υπαγόρευσιν μιας ανεξιχνίαστης δύναμης, που λειτουργεί όπως ένας θεατρικός υποβολέας απέναντι σ’ έναν ηθοποιό, θυμίζοντάς του τις ατάκες του… Μια παρόμοια διαδικασία πότε μου φαίνεται παιχνιδάκι και πότε εξωφρενικά δύσκολη.

Δώστε μου μια εικόνα για το πώς γράφετε κάθε φορά. Σε ποιο περιβάλλον βρίσκεστε; Είτε είμαι στο γραφείο μου είτε οπουδήποτε αλλού, καταλαβαίνω ότι πήρα επιτέλους μπρος, από το γεγονός ότι αδιαφορώ για το περιβάλλον στο οποίο βρίσκομαι. Εν ολίγοις, χάνεται ό,τι υπάρχει γύρω μου και, ξαφνικά, είμαι σ’ αυτόν τον «ου-τόπο» όπου λαμβάνει χώρα πάντα η δημιουργία. Και για να αποφύγουμε τις μεγαλοστομίες: συνήθως χάνεις την επαφή με το περιβάλλον μέσα στο οποίο δημιουργείς και μεταφέρεσαι στους φανταστικούς τόπους όπου εκτυλίσσονται τα λογοτεχνικά γραπτά.

Σήμερα ποιο βιβλίο βρίσκεται στο κομοδίνο σας; Για πολλοστή φορά, ο «Ζορμπάς». Όσα μαθαίνεις ξαναδιαβάζοντας τα αριστουργήματα που σε σημάδεψαν, δεν συγκρίνονται με όσα εισπράττεις από τα καινούρια βιβλία. Ένα σπουδαίο έργο που σε άγγιξε κάποτε βαθιά, διαθέτει τη δύναμη να σε αγγίζει κάθε φορά και πιο ουσιαστικά. Με άλλα λόγια, μπορείς να καθρεφτίζεσαι πάνω του στο διηνεκές και να συλλαμβάνεις όψεις σου που αγνοείς, μαθαίνοντας έτσι πόσο έχεις αλλάξει από τότε που το πρωτοδιάβασες.

Ο Βαγγέλης Ραπτόπουλος (Αθήνα, 1959) εξέδωσε το πρώτο του βιβλίο στα είκοσί του. Έχει δημοσιεύσει μυθιστορήματα και νουβέλες: «Η αυτοκρατορική μνήμη του αίματος», «Λούλα», «Mαύρος γάμος», «Η επινόηση της πραγματικότητας», «Χάσαμε τον Μπαμπά», «Φίλοι», «Η Μεγάλη Άμμος» κ.ά. Σπονδυλωτά έργα: «Έμμονες ιδέες», «Η γενιά μου», «Ιστορίες της Λίμνης». Μεταξύ χρονικού και αυτοβιογραφίας: «Ακούει ο Σημίτης Μητροπάνο;», «Η δική μου Αμερική», «Λίγη ιστορία της νεοελληνικής λογοτεχνίας», «Η υψηλή τέχνη της αποτυχίας». Καθώς και μεταφρασμένα αποσπάσματα από αρχαίους έλληνες συγγραφείς. «Τα τζιτζίκια» εκδόθηκαν στα αγγλικά, «Η απίστευτη ιστορία της πάπισσας Ιωάννας» στα ιταλικά. «Ο εργένης» μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο, τα «Διόδια» στην τηλεόραση. Συνολικά έχουν τυπωθεί περισσότερα από 250.000 αντίτυπα των βιβλίων του.