Τι χρειαζόμαστε την Τέχνη όταν έχουμε τις ειδήσεις; Κανένας συγγραφέας, κανένας σκηνοθέτης δεν θα μπορούσε να συλλάβει την ανέκκλητη αληθοφάνεια της σημερινής κατάστασης του κόσμου.

Με την επικαιρότητα σχεδόν σε ζωντανή μετάδοση, οι πολίτες-καταναλωτές ενημερώνονται και ψυχαγωγούνται. Κρατάνε την ανάσα τους από την αγωνία για τις «δραματικές εξελίξεις» ενώ ταυτόχρονα γίνονται πιο παθητικοί, εσωτερικεύουν την ανημπόρια, λες και η αφήγηση των «έκτακτων γεγονότων» έχει κάποιο (ψευδο)αισθητικό μεγαλείο που προκαλεί μια απομίμηση δέους.

Αλλά και η πραγματικότητα της προσωπικής ζωής κάποτε «ξεφεύγει» και δεν συγκρατείται από τον λειτουργικό σχετικό ορθολογισμό με τον οποίο τα βγάζουμε πέρα -λιγότερο ή περισσότερο ικανοποιητικά- στην καθημερινότητά μας.

Τα πιο «ζωικά» κομμάτια (γέννα, σεξ, θάνατος) βρίσκονται σίγουρα πέρα από την απόλυτη κατανόησή μας αλλά μας γειώνουν στη θνητότητα- έστω κι αν τίποτα ανθρώπινο δεν βιώνεται ως τελείως φυσικό.

Είναι τα σκηνικά οικογενειακής τρέλας και βίας που μοιάζουν (και συχνά είναι) ανεξέλεγκτα, σαν την υπόθεση ενός έργου στο οποίο, παρότι είμαστε πρωταγωνιστές, φαίνεται σαν να μην έχουμε κανέναν (ή ελάχιστο) λόγο στη διαμόρφωση και την έκβασή του.

Με πιο απλά λόγια, δεν υπάρχει villain του κινηματογράφου που να είναι τόσο δαιμονικός, χυδαίος, γκροτέσκος όσο π.χ. ο Πούτιν ή ο Τραμπ. Και δεν υπάρχει ψυχολογικό ή κοινωνικό δράμα που να αποτυπώνει π.χ. το ράγισμα του μυαλού ενός νέου που αυτοκαταστρέφεται ή επιτίθεται με αδιανόητο μίσος στους ανθρώπους που τον μεγάλωσαν.

Γιατί λοιπόν να μπαίνουμε στον κόπο να γράφουμε ακόμη μυθιστορήματα, να γυρίζουμε ταινίες, να ανεβάζουμε θεατρικές παραστάσεις; Κανονικά η πραγματικότητα θα έπρεπε να μας φτάνει και να μας περισσεύει. Σίγουρα παράγει περισσότερο «action» από όσο μπορούμε να ενδοβάλλουμε, ακόμα κι αν κοιμόμασταν κάθε βράδυ σαν τα πετεινά του ουρανού.

Πριν δώσω τη δική μου απάντηση στην ερώτηση, θέλω να ξεμπερδεύω με δυο κατευθύνσεις της σκέψης που, καθώς είναι γοητευτικές, με βάζουν στον πειρασμό να αποπροσανατολιστώ. Η πρώτη είναι να πάρουμε τοις μετρητοίς την παραδοξολογία του Όσκαρ Ουάιλντ ότι «η ζωή μιμείται την Τέχνη».

Κάτι τέτοιο μπορεί να ισχύει σε κάποιο βαθμό στη σχέση π.χ. εικονοποιίας αβάν-γκαρντ και διαφήμισης, αλλά το να υποστηρίξει κανείς στο σοβαρά ότι οι μορφές των αισθημάτων, των ρόλων και των συμπεριφορών έχουν σε προηγούμενο χρόνο αυθεντικά συλληφθεί από τη φαντασία των μεγάλων οραματικών καλλιτεχνών (και με κάποιο μεταφυσικό τρόπο — μιας και η Τέχνη συνήθως αφορά λίγους— πέρασε στις μάζες και τις επηρέασε) είναι υπερφίαλα εστετίστικο.   

Στο άλλο άκρο (αλλά εξίσου αποτέλεσμα ρομαντικής φρεναπάτης) βρίσκεται η αισθητική στάση σύμφωνα με την οποία ο αληθινός καλλιτέχνης μεταμορφώνει την ίδια τη ζωή του σε Τέχνη, και συνεπώς δεν έχει λόγο να αναλίσκεται σε απόπειρες φτωχών αντανακλάσεων, δηλαδή στο να δώσει συγκεκριμένο έργο.

Η αρχετυπική φιγούρα αυτής της στάσης αποτελεί ο Ρεμπώ, ο οποίος άφησε συνειδητά την ποίηση για το εμπόριο, ενώ μια εκδοχή της που είχε ιδιαίτερη επιδραστικότητα σε κάποιους κύκλους της μεταπολιτευτικής προωθημένης νεανικής κουλτούρας, και στην Ελλάδα, ήταν αυτή του πρώιμου αμερικάνικου auto-fiction, περισσότερο εξομολογητικού παρά θεωρητικά παιχνιώδους, όπως του Χένρι Μίλλερ και του Τσαρλς Μπουκόφσκι.

Αν τραβήξουμε αυτή τη στάση μέχρι το λογικό της όριο, τότε καταλήγουμε στο μίσος για την Τέχνη- κάτι που έχει φασιστικές συμπαραδηλώσεις. Μετά τη ναζιστική φρίκη, τέτοιες φαντασιώσεις του δημιουργού ως νιτσεϊκού Υπερανθρώπου θα έπρεπε να αντιμετωπίζονται επιφυλακτικά με ιστορικό εγγραμματισμό, κάτι που προϋποθέτει στοχευμένη διδασκαλία.

Κι όμως γυρίζει. Η Τέχνη -η μεγάλη Τέχνη, όχι τα σκουπίδια και οι μετριότητες-μπορεί να ξεπεράσει την πανίσχυρη πραγματικότητα. Όχι στον πλούτο των μορφών, αλλά στο επίπεδο της βούλησης. Η ριζική διαφορά είναι ότι η πραγματικότητα στερείται κεντρικού σχεδίου- προς απελπισία των πιστών, των συνωμοσιολόγων, αλλά και τους αφελούς εαυτού μέσα μας.

Αντιθέτως, στην Τέχνη ο δημιουργός παίρνει την ευθύνη, ασκεί τον έλεγχο και εργάζεται μέχρι να βάλει την τελευταία τελεία, να κατεβάσει την αυλαία, να αποχωριστεί τον πίνακα.

Γι’ αυτό ίσως είμαι πολλαπλά καχύποπτος και απαιτητικός με εκείνα τα έργα που από μια διάθεση πειραματισμού, ή συντονισμού με αισθητικές μόδες, φαίνεται να ευαγγελίζονται τον θάνατο του καλλιτέχνη, ναρκοθετώντας την επιθυμία του κοινού να δημιουργήσει από τη μεριά του το νόημα για το «κείμενο», και, πιο σύνθετα, για τη ζωή του.         

Ελεύθερα, 26.04.2026