Πώς είναι να είσαι η παραγωγός της ταινίας που κέρδισε το Όσκαρ, τοποθετώντας για πρώτη φορά τη Νορβηγία στο επίκεντρο του διεθνούς κινηματογράφου; Η Μαρία Έκερχοβντ μιλά στον «Φ» για την επιτυχία του «Sentimental Value», τη συνεργασία με τον Γιόακιμ Τρίερ και την πίστη σε ένα σινεμά που έχει τη δύναμη να μας φέρει σε επαφή με τις ρίζες μας, να γεφυρώσει πολιτισμούς και να επουλώσει ακόμα και τα πιο βαθιά τραύματα.
Λίγο πριν την απονομή του Βραβείου Κοινού LUX, η Μαρία Έκερχοβντ αισθανόταν ήδη νικήτρια ανεξάρτητα από την έκβαση, έχοντας υπογράψει μια ταινία-σταθμό για τον κινηματογράφο της χώρας της. Μια φιλόδοξη ταινία με προϋπολογισμό που ξεπέρασε τα 10 εκατομμύρια και που έγινε εφικτή μέσω μιας συμπαραγωγής μεταξύ Νορβηγίας, Δανίας, Σουηδίας, Γερμανίας και Γαλλίας. Αυτό που αποτέλεσε τη μεγαλύτερη πρόκληση, όμως, ήταν η μετατροπή του οράματος του σκηνοθέτη σε κινηματογραφική πραγματικότητα. «Ως παραγωγός, όταν δουλεύεις με τον Γιόακιμ, έχεις την ευκαιρία να συμβάλεις σε κάτι που έχει πραγματική αξία και που αφορά πολύ κόσμο. Είναι σημαντικό να του δοθούν όλες οι δυνατότητες για να κάνει την ταινία όσο καλύτερη γίνεται. Η ευθύνη είναι μεγάλη όταν συνεργάζεσαι με ένα τόσο μεγάλο ταλέντο». Η κατάκτηση του Όσκαρ, απέδειξε όχι μόνο την επιτυχία του εγχειρήματος, αλλά κάτι πολύ μεγαλύτερο. «Ήταν η πρώτη φορά που μια νορβηγική ταινία κέρδισε ένα τόσο σημαντικό διεθνές βραβείο. Η αναγνώριση επιβεβαιώνει ότι ακόμη και μια χώρα μικρού μεγέθους μπορεί να δημιουργεί ταινίες που συνομιλούν ουσιαστικά με ένα διεθνές κοινό. Η συγκεκριμένη ταινία έχει ήδη προσελκύσει εκατομμύρια θεατές παγκοσμίως στις αίθουσες, αποδεικνύοντας ότι ιστορίες από την περιφέρεια μπορούν να έχουν ευρεία απήχηση και διεθνή σημασία».
–Είχες διαισθανθεί από την αρχή τη δυναμική της ιστορίας; Αποφασίσαμε να συνεργαστούμε με τον Γιόακιμ πριν ακόμη γραφτεί το σενάριο. Όταν τελικά μου το παρουσίασε, αυτό που μου κέντρισε περισσότερο το ενδιαφέρον ήταν η ιστορία των δύο αδελφών, το πώς γίνεται να μεγαλώνεις στην ίδια οικογένεια αλλά να έχεις εντελώς διαφορετική εμπειρία και συναισθήματα για το πώς ήταν αυτή η παιδική ηλικία.
–Υπήρξε κάποια στιγμή κατά την παραγωγή που άλλαξε τον τρόπο που βλέπεις την ταινία; Ήμουν παρούσα στο γύρισμα της σκηνής όπου οι δύο αδελφές βρίσκονται στο κρεβάτι και ήταν μια βαθιά συγκινητική εμπειρία. Όλο το συνεργείο άρχισε να κλαίει και τότε συνειδητοποιήσαμε ότι είχαμε αγγίξει κάτι πραγματικά ουσιαστικό για τις ανθρώπινες σχέσεις. Αφορούσε στην επικοινωνία μεταξύ μας, στον εσωτερικό μας κόσμο και σε όλα όσα κρύβουμε. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα ότι ο σκηνοθέτης έφτανε σε μια βαθύτερη αλήθεια. Ήταν από εκείνες τις σπάνιες στιγμές όπου καταλαβαίνεις ότι αυτό που δημιουργείται έχει βάθος, δύναμη, και ότι η ταινία έχει όλες τις προϋποθέσεις ώστε να γίνει πραγματικά καλή.

–Το σπίτι λειτουργεί ως χώρος μνήμης και τραύματος. Από πλευράς παραγωγής, πώς διαχειρίστηκες ένα σκηνικό που λειτουργεί σχεδόν σαν χαρακτήρας; Όταν διαβάζεις το σενάριο μοιάζει με ένα οικογενειακό δράμα, αλλά στην πραγματικότητα η ιστορία εκτείνεται σε πολλές χρονικές περιόδους, από τα τέλη του 19ου αιώνα μέχρι σήμερα, που έχουν ως επίκεντρο τον ίδιο χώρο. Για τον Τρίερ, η αυθεντικότητα είναι καθοριστική, γι’ αυτό και επιμένει στα γυρίσματα σε φυσικές τοποθεσίες. Έτσι, η πρώτη μεγάλη πρόκληση ήταν να βρούμε το ίδιο το σπίτι και χρειάστηκε πολύς χρόνος μέχρι να εντοπίσουμε το κατάλληλο. Τελικά βρήκαμε ένα σπίτι που ανήκε σε γνωστό Νορβηγό μουσικό και είχε πίσω του μια ιστορία πολλών γενεών καλλιτεχνών, κάτι που ταίριαζε απόλυτα με την ίδια την ταινία. Η δουλειά της παραγωγής και του καλλιτεχνικού τμήματος ήταν ιδιαίτερα απαιτητική, γιατί έπρεπε να μεταμορφώνουμε τα ίδια δωμάτια ξανά και ξανά ανάλογα με τη δεκαετία. Παράλληλα, δημιουργήσαμε και μια ρέπλικα του σπιτιού σε στούντιο, χτίζοντας ολόκληρους ορόφους και διαμορφώνοντάς τους σύμφωνα με την κάθε εποχή. Ήταν μια δύσκολη και ακριβή διαδικασία, αλλά απέδωσε. Ήταν συγκινητικό και για τους ιδιοκτήτες, που έρχονταν να το δουν κάθε φορά που άλλαζε η διακόσμηση.
–Είναι περίπλοκο να κάνεις μια ταινία με τη συμμετοχή τόσων χωρών; Είναι ταυτόχρονα δύσκολο αλλά και πλεονέκτημα. Στις πιο δύσκολες στιγμές στην παραγωγή που το κόστος ανέβαινε, υπήρχαν περισσότεροι άνθρωποι πρόθυμοι να βοηθήσουν στην επίλυση των προβλημάτων. Αυτό που μας δυσκόλευε ήταν οι διαφορετικές απαιτήσεις κάθε χώρας και περιοχής ως προς τη διαχείριση της παραγωγής, έτσι η χρηματοδότηση κατέληγε συχνά σε ένα περίπλοκο παζλ. Πολλές φορές αυτό δεν λειτουργούσε προς όφελος της ταινίας και ήταν ιδιαίτερα απογοητευτικό. Παρόλα αυτά, συνολικά αποδείχθηκε ευλογία, δεν θα μπορούσαμε να το υλοποιήσουμε χωρίς όλους αυτούς τους συνεργάτες.
–Ο σκηνοθέτης έχει αναφέρει ότι το τραύμα μπορεί να χρειαστεί τουλάχιστον τρεις γενιές για να «επουλωθεί». Πιστεύεις ότι η Νορβηγία εξακολουθεί να επεξεργάζεται τις πληγές του B’ Παγκοσμίου Πολέμου; Θυμάμαι τον εαυτό μου ως παιδί να συζητά με τους παππούδες μου για τον πόλεμο και τις εμπειρίες τους. Παράλληλα, οι ταινίες και οι τηλεοπτικές παραγωγές στη Νορβηγία που σχετίζονται με εκείνη την περίοδο παραμένουν ιδιαίτερα δημοφιλείς. Από τη μία, υπάρχει η ανάγκη για γνώση, που προσφέρει ένα αίσθημα ασφάλειας, ότι η κοινωνία στάθηκε απέναντι από τους Ναζί. Από την άλλη, υπάρχει το ίδιο το τραύμα. Για τη Νορβηγία η κατοχή θεωρείται συχνά πιο ήπια σε σύγκριση με όσα βίωσαν άλλες χώρες στον πόλεμο, ωστόσο παραμένει ένα βαθιά καθοριστικό κομμάτι της ιστορίας μας. Το έντονο ενδιαφέρον γύρω από αυτό το θέμα δείχνει ότι συνεχίζει να επηρεάζει και τις επόμενες γενιές, οι οποίες προσπαθούν να το επεξεργαστούν. Η εστίαση στο διαγενεακό τραύμα, είτε αφορά τον πόλεμο είτε άλλα ζητήματα, είναι ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα, γιατί δείχνει πώς το τραύμα μπορεί να μεταφερθεί από τη μία γενιά στην επόμενη, και κάποιες φορές ακόμη πιο μακριά στον χρόνο.
–Η ταινία υπαινίσσεται μια σύνδεση ανάμεσα στην τέχνη και την επούλωση των τραυμάτων. Μπορεί ο κινηματογράφος να βοηθήσει σε αυτή τη διαδικασία; Ο κινηματογράφος έχει τη μοναδική ιδιότητα να εισχωρεί σε ευαίσθητα ζητήματα. Ο Γιόακιμ λέει ότι κατά τη συγγραφή ενός σεναρίου, η ομάδα κλείνεται σε ένα δωμάτιο και λειτουργεί με απόλυτη ειλικρίνεια και οικειότητα, γράφοντας για τα πιο εσωτερικά της συναισθήματα σαν να μην πρόκειται να τα δει ποτέ κανείς. Αυτή ακριβώς είναι και η δύναμη του κινηματογράφου. Να μας φέρνει πιο κοντά στον «άλλον», να μας βάζει στη θέση του. Μπορείς να βρεθείς σε μια αίθουσα και να ταυτιστείς πλήρως με έναν άνθρωπο από μια εντελώς διαφορετική πραγματικότητα, για παράδειγμα με ένα παιδί στο Αφγανιστάν. Να νιώσεις το τραύμα και τον πόνο του και να τον κατανοήσεις. Και, μέσα από αυτό, να βρεις έναν τρόπο να προχωρήσεις μπροστά.

–Πώς είναι να δουλεύεις δίπλα στον Τρίερ; Είναι πολύ φιλόδοξος, αλλά ταυτόχρονα είναι πολύ εύκολο να συνεργάζεσαι μαζί του. Είναι εξαιρετικός στον προγραμματισμό, οργανώνει τα πάντα σχολαστικά και έγκαιρα και έχει σαφές σύστημα για το πώς θέλει να δουλεύει. Ζητά από όλους να δώσουν τον καλύτερό τους εαυτό, όμως είναι γενναιόδωρος, με ανθρωπιστική προσέγγιση, όπως και οι ταινίες του. Νοιάζεται για τον κάθε συνεργάτη του ξεχωριστά και θέλει το καλύτερο για όλους.
–Λένε πως κατάφερε να κάνει τον νορβηγικό κινηματογράφο «cool», σε ένα ευρύ κοινό που ξεπερνά τα σύνορα της χώρας. Έχει αυτή την ικανότητα γιατί είναι ένας βαθιά συναισθηματικός και ταυτόχρονα πολύ ικανός δημιουργός, έχει μια αγάπη για τη μουσική και διατηρεί έναν ζωντανό σύνδεσμο με τη σημερινή κουλτούρα. Οι επιλογές του, ακόμη και στη μουσική υπόκρουση, συμβάλλουν στο να αποκτά το σινεμά μας σύγχρονη ταυτότητα.
–Πόσο συνειδητά αξιοποιήσατε το momentum γύρω από το «Joachim Trier Summer Campaign»; Ξεκίνησε από την Charli XCX, χωρίς να έχουμε καμία εμπλοκή. Αγαπούσε τις ταινίες και το ύφος του και το ενσωμάτωσε μέχρι και στη σκηνή στο Coachella. Ήταν πραγματικά ένα δώρο για την ταινία και την καμπάνια προώθησής της, αλλά προέκυψε εντελώς οργανικά, δεν ήταν κάτι που σχεδιάσαμε ή επιδιώξαμε εξαρχής. Μας εξέπληξε όσο και τους υπόλοιπους!
–Ποιοι είναι οι επόμενοί σου στόχοι μετά από μια ταινία που κέρδισε Όσκαρ; Η επόμενη μέρα για εμένα είναι η επιστροφή στο γραφείο και η έναρξη νέων πρότζεκτ. Αυτό είναι το ωραίο στη δουλειά μας. Είτε πρόκειται για επιτυχία είτε για αποτυχία, μπορείς πάντα να ξεκινήσεις από την αρχή, από μια λευκή σελίδα και να προσπαθήσεις να δημιουργήσεις ουσιαστικές ταινίες που έχουν σημασία και κοινωνικό αντίκτυπο. Αυτό σκοπεύω να κάνω και τώρα.
Ελεύθερα, 26.4.2026