«Το όνειρο ενός γελοίου» του Φιόντορ Ντοστογέφσκι σε σκηνοθεσία Γιώργου Κουτλή.

Την είδαμε στ’ αλήθεια αυτή την παράσταση ή μήπως ήταν ένα όνειρο; Γιατί αυτή την εντύπωση άφηνε, όπως εικονογραφήθηκε σκηνικά από τον Γιώργο Κουτλή, το πιο αντιφατικό πεζογράφημα του τρισμέγιστου Φιόντορ Ντοστογιέφσκι.

Ο Ρώσος συγγραφέας υπήρξε φορέας αλλά και πρόδρομος σοσιαλιστικών ιδεών. Το έργο αυτό γράφτηκε καμιά 30αριά χρόνια μετά την εμπλοκή του στον κύκλο των Πετρασέφσκι και το ομολογημένο ενδιαφέρον του για τον ουτοπικό σοσιαλισμό και τις ιδέες του Φουριέ, όμως ακόμη και στην ωριμότητά του δεν έπαψε να πιστεύει σε μια ιδανική, πιο δίκαιη κοινωνία. Έθετε βέβαια ως προϋπόθεση την πνευματική ελευθερία του ατόμου και δεν μπορούσε να φανταστεί αυτή την ανιδιοτελέστερη κοινωνία χωρίς κάποιον συμπαγή ηθικό μπούσουλα, όπως λ.χ. αυτόν της θρησκείας.

Το αποστολικό αυτό μανιφέστο είναι για πολλούς το πιο φωτεινό και αισιόδοξο έργο ενός «αφελούς ανθρωπιστή», αν και άλλοι το θεωρούν ακριβώς το αντίθετο. Το «Όνειρο ενός γελοίου» είναι μια συμπυκνωμένη συνύπαρξη αντιδιαμετρικών εννοιών: φως- σκοτάδι, όνειρο- πραγματικότητα, ελπίδα- απελπισία, ζέστη- κρύο, τώρα- πάντα. Είναι δύσκολο να αφαιρέσεις κάτι από την εξίσωση, χωρίς να απωλέσεις κάτι από το ήθος και τη μεγαλοφυία του κειμένου κι από την άλλη έχεις να κάνεις ουσιαστικά μ’ έναν μονόλογο με όλα τα δραματουργικής φύσης αδιέξοδα που ελλοχεύουν από τη συνθήκη.

Επίσης, έχουμε να κάνουμε με την απεικόνιση ενός ονείρου κι αυτό δεν είναι κάτι που διαχρονικά έχει ευτυχήσει ιδιαίτερα στην παραστατική ή κινηματογραφική του αποτύπωση. Το αποτέλεσμα συχνά μπερδεύει τον θεατή. Το ζητούμενο είναι αυτό το σκοτεινό, στοχαστικό και ολοζώντανο όνειρο να πλημμυρίζει τον νου χωρίς να προδίδει το ιερό μυστήριο του ντοστογιεφσκισκού πνεύματος.

Ο συγγραφέας εγκατέστησε το αίνιγμα του ανθρώπου στο επίκεντρο της λογοτεχνικής του παραγωγής. Στροβιλιζόμενος σε μια υπαρξιακή δίνη, εδώ ο ήρωας φλερτάρει με την ιδέα του θανάτου, ανησυχώντας μόνο για το γεγονός ότι ο δικός του θάνατος ίσως να σημάνει το τέλος και ολόκληρου του κόσμου. Ο οποίος κόσμος ουσιαστικά βρίσκεται μέσα στο μυαλό του. Το ουτοπικό σύμπαν πέρα από τον χώρο και τον χρόνο, στο οποίο μεταφέρεται μέσω του ονείρου, είναι έτσι δομημένο ώστε ν’ αναδείξει τα απώτερα αίτια της έκπτωσης του ανθρώπου από τον παράδεισο.

Στο ονειρικό του ταξίδι, ο απελπισμένος και παραδομένος στη γήινη μοίρα ήρωας μολύνει τον αιθέριο αυτόν κόσμο με τις ανθρώπινες αδυναμίες, συνειδητοποιώντας στην πορεία ότι η σωτηρία είναι ανέφικτη κι ότι αυτό που τελικά τον καθιστά γελοίο είναι η αυταπάτη ότι έχει τον έλεγχο και την εξουσία πάνω στο σύμπαν. Η παραπαίουσα ανθρωπότητα αποζητά ατομική και κοινωνική σωτηρία και αναζητεί νόημα στην επισφαλή παρουσία της στον πλανήτη. Είναι μια κούρσα ενάντια στην αυτοκαταστροφή, η αναζήτηση μιας φλόγας ελπίδας. Η αχαλίνωτη ιδιοτέλεια, η ανηθικότητα και η μικροπρέπεια έχουν μετατρέψει τη Γη σ’ ένα ανυπόφορο μέρος, με τον άνθρωπο να εξακολουθεί πεισματικά να θεωρεί εαυτόν κέντρο του σύμπαντος.

Τα στοιχεία ενός κειμένου σύνθετου και ανελέητου αξιοποιεί ο σκηνοθέτης κατά την απεικόνιση του ονείρου μέσα από τις ψυχεδελικές δημιουργίες του Κύπριου video artist Χρίστου Συμεωνίδη. Ο ονειρικός κόσμος δημιουργείται και διογκώνεται μπροστά στον κοινό, με τον πρωταγωνιστή να διατηρεί πειστικά την αύρα του δημιουργού αυτού του κόσμου, που θέλει να τον μοιραστεί με τους υπόλοιπους.

Αψύς και βιτριολικός, ο Νικόλας Χανακούλας βρίσκεται σε ομοψυχία με τον σκηνοθέτη και την ομάδα. Συμβάλλει με την ερμηνευτική και μεταμορφωτική του δεινότητα σε μια ολιστική κατάθεση, μια σχεδόν εμβυθιστική εμπειρία που κατακλύζει τον θεατή σαν επαυξημένη πραγματικότητα. Ηθοποιός- αφηγητής- χαρακτήρας ταυτίζονται. Η σπλαχνική, διαπεραστική του ερμηνεία δονεί το κείμενο, απελευθερώνοντας τους φιλοσοφικούς του στοχασμούς πάνω στη βασανισμένη ανθρώπινη φύση.

Η σκηνοθετική γραμμή δεν ταλαντεύεται δραματουργικά, επιδιώκοντας να τονίσει ένα φυσικό εξομολογητικό ύφος που καταλαγιάζει το ρητορικό και κηρυγματικό ύφος του διηγήματος και των προθέσεών του. Αφουγκράζεται, οσφραίνεται τις σκέψεις του Ντοστογέφσκι. Τα «παρακινούμενα από την επιθυμία και όχι τη λογική» όνειρα πείθουν ότι είναι απωθημένες σκέψεις και ανομολόγητες προθέσεις που εξαπολύονται από το υποσυνείδητο.

Στον χώρο της κεντρικής σκηνής του ΘΟΚ η πρόταση καταφέρνει να βρει τα τεχνικά ερείσματα για να στηθεί το δρώμενο με τρόπο όπου το σκηνικό της Άρτεμης Φλέσσα, τα βίντεο video arts του Συμεωνίδη, οι φωτισμοί του Σάκη Μπιρμπίλη και η μουσική του Αλέξανδρου Δράκου Κτιστάκη να εντάσσουν τον θεατή σε μια σχεδόν παραισθητική εμπειρία. Υποθέτω ότι η ζωντανή παρουσία της χορωδίας Voice Box –εδώ παρουσιάζεται ηχογραφημένη- θα συνέβαλε σε μια ακόμη πιο καθηλωτική σύνδεση με τα διαδραματισθέντα.

Ελεύθερα, 21.5.2023