Στην περιορισμένη έκταση μιας βιβλιοκριτικής στήλης είναι αδύνατο να διεξέλθεις, έστω και σημειολογικά, την πολυσχιδή θεματική, το ποικιλότροπο στοχαστικό βάθος και τη διαχρονία των μηνυμάτων, που κομίζει η καλλιεπής γραφίδα του Νέαρχου Νεάρχου μέσα από την πολυσέλιδη ποιητική του συλλογή υπό τον τίτλο «Αντιμιλήματα».
Παρότι ο ίδιος εισαγωγικά αποδίδει την έννοια με αυτοαναφορικούς όρους, ήτοι ως αντίλογο στον διάλογο με τον ενδότερο εαυτό του, τα ποιήματα ωστόσο δεν απηχούν ερμητικές συνομιλίες προσωπικών εξομολογητικών τόνων, αλλά διανοίγουν ευρύτερους διαύλους επικοινωνίας με την αμεσότητα μιας γόνιμης διαλεκτικής μέθεξης.
Ο ποιητής χωρίς μιμητισμούς ηχηρών επιτηδεύσεων και γριφώδεις στίχους ανερμάτιστων μοντερνισμών παρά μόνο με τον εύηχο λόγο μιας εκφραστικής ποιητικότητας αποτυπώνει πλειάδα πτυχών του συναισθηματικού κόσμου και του κοινωνικού βίου, μεταπλάθοντας σκηνές της καθημερινότητας και εικόνες της φύσης, ιστορικά ενίοτε γεγονότα και μυθολογικά δρώμενα σε εύληπτους αλληγορικούς συμβολισμούς. Μια ανατομία ενδοσκοπικής ψυχογράφησης με το νυστέρι της αλήθειας και τη φωνή της συνείδησης από ζωντανές μνήμες, πηγαίες σκέψεις και ορμέμφυτα αισθήματα, εναγώνιους προβληματισμούς και υπαρξιακές αναζητήσεις για την κατάφαση της ζωής, τη συμφιλίωση με το γήρας και τη μισητή αποδοχή του θανάτου, την πρόσληψη του χρόνου, του τόπου και της πατρίδας. Μια καταγραφή προσέτι στη γλώσσα της καρδιάς και του νου για τον έρωτα και την αγάπη, το φως και το σκοτάδι σε όλες τις εκφάνσεις της νοηματοδότησής τους, όπως και για τον άνθρωπο των αναπότρεπτων δεινών και των μικρόψυχων παθών, των ενάρετων αξιών, των αναπαλλοτρίωτων ιδανικών και των δημιουργικών οραμάτων.
Τα 162 ποιήματα, μια συγκομιδή τριών δεκαετιών, δεν επιμερίζονται σε θεματικές ενότητες, αλλά παρατίθενται κατά χρονολογική διάταξη της γραφής τους, εμπνευσμένα προφανώς από επώδυνα βιώματα και θλιβερές διαπιστώσεις διεισδυτικών παρατηρήσεων στις δυστοπίες των αλλότριων καιρών μας. Σε εναρμόνια όμως συγχορδία οι στίχοι μέσα από κατανυκτικές ανατάσεις και πέρα από τη ματαίωση της ελπίδας «αντιμιλούν» με ελπιδοφόρες υποσχέσεις αγωνιστικής εγκαρδίωσης για τη θέαση μιας άλλης ευοίωνης πραγματικότητας.
Κατ’ αρχήν, από τη λαλέουσα πηγή της ποιητικής του πανδαισίας ο Νεάρχου αντλεί μύρο παραμυθίας, μετουσιώνοντας την οδύνη για την εκδημία των αδελφών του σε ελεγειακή ωδή και συμπεραίνοντας αποφθεγματικά: «…των θεών η θέληση/ εύκολα δεν μεταστρέφεται» και «Μια ανάσα είναι ο θάνατος». Σε απομυθοποιητική συνάρτηση φιλοσοφικής ενατένισης μεταστοιχειώνει το μεταίχμιο της ζωής και του θανάτου από τον μύθο της Περσεφόνης, που «έπρεπε αναγκαστικά και τις δυο όψεις/ του νομίσματος να εκπροσωπεί.». Σε αλλεπάλληλα ποιήματα πλέκει επιμνημόσυνο εγκώμιο στον Τάσσο Παπαδόπουλο, επιτάσσοντας τη δηκτική υπόδειξη: «Εμείς μένουμε με την εικόνα και τις αρετές σου./ Για τις αρχές σου, ας ανησυχούν/ όσοι θα ξανατολμήσουν να δολιευθούν.».
Ο ποιητής τιμά τη ζωή ως συνώνυμη της τόλμης και του ηρωισμού, της ομορφιάς, του ονείρου και της πίστης, εξ ου και αντιμάχεται την ατίμωσή της στον όποιο «Καιάδα» των γηρατειών, όπως και τον σφαγιασμό της στους πολέμους, εκτός και αν η φυγομαχία ατιμάζει τη ζωή του πολεμιστή. Ενδεικτικοί οι στίχοι: «Όσο άνθρωποι εξουσιάζουν άλλους,/ πάντα πόλεμος και αδικία θα υπάρχουν.». «Αν, όμως, η πατρίδα ατιμάζεται,/ τον άτιμο μόνο πρέπει να μισώ./ Κι είναι ιερό αυτό το μίσος/ για την Άτη, την Εκάτη,/ τη Χθόνια Περσεφόνη,/ τον ανθρωποκτόνο Άρη,/ το χριστιανικό “Eν τούτω Νίκα”,/ τον άνθρωπο, που με τιμή έμαθε να ζει.».
Αντιστρατεύεται επίσης την οίηση της γνώσης και την υπεροψία της δύναμης ή την αδυναμία της σύνεσης, τη θεατρική υποκρισία, τον συμβιβασμό με τη διαφθορά και τη μίανση της πνευματικής αγνότητας, τη ματαιοδοξία της πλεονεξίας και την κατεδάφιση της παραδοσιακής κληρονομιάς, την «εγνωσμένη πλάνη», την αποστασιοποίηση της λαθροβίωσης, αλλά και την κενότητα μιας αφιλόξενης κοσμοπολίτικης ζωής στα αντίστοιχα ποιήματα.
Προπάντων, όμως, προειδοποιεί για τις συνέπειες από την απώλεια της μνήμης και στηλιτεύει την παραχάραξή της. Σταχυολογούμε καίριους στίχους, συνθέτοντας τα «αντιμιλήματα» της αντίστασης του ποιητή ενάντια στην αλλοτρίωση της ιστορίας και της φιλοπατρίας, στη λήθη της προσφυγιάς και στη σημερινή απαράδεκτη εκποίηση της γης μας στον κατακτητή: «Αν βουλοκέρι βάλουμε στ’ αυτιά μας,/ τον βόγγο των νεκρών μας δεν θα τον ακούμε/[…]/ Αν παραιτηθούμε ακόμα, έστω/ κι απ’ ένα πετραδάκι του βουνού μας,/[…]/ οι ληστές θα πάρουν τη θέση μας.». Και σε Σεφερικούς απόηχους: «Τον γόρδιο δεσμό της σκέψης ενός πρόσφυγα/ ποιος θα ’ρθει να τον λύσει;». Γιατί «πολλά αυτή η γης έχει τραβήξει!».