Χρίστος Χατζήπαπας: «Καλύτερα να μην συναντιόμασταν», εκδόσεις Γκοβόστης, 2023.

Η κριτική λογοτεχνίας, εκτός από συγκροτημένη, οφείλει να είναι και συγκρατημένη, κυρίως όταν αναφέρεται σε έργα σύγχρονά της. Πάντα τηρώ αυτή την αρχή όταν καταπιάνομαι μ’ ένα νέο λογοτεχνικό έργο. Αφήνω περιθώρια να κάνω λάθος, να έχω αστοχίες, να υπερεκτιμώ ή να υποτιμώ ένα έργο, απέχοντας από την πραγματική αισθητική του αξία. Ωστόσο, στην προκειμένη περίπτωση, με το νέο ογκώδες μυθιστόρημα του Χρίστου Χατζήπαπα «Καλύτερα να μην συναντιόμασταν», νιώθω ότι είναι επιβεβλημένο να χρησιμοποιήσω υπερθετικούς βαθμούς στην αξιολόγηση μου. Διακατέχομαι από μια ακλόνητη βεβαιότητα γι’ αυτά που θα πω στην συνέχεια.

Αυτό το μυθιστόρημα είναι ό,τι καλύτερο, ό,τι ανώτερο, ό,τι πληρέστερο και αρτιότερο έχει γράψει ο Χρίστος Χατζήπαπας μέχρι τώρα. Μια ωδή και μια ωδίνη, μια κραυγή και συνάμα μια ιαχή, για την μοίρα της Κύπρου, της πατρίδας μας και του λαού μας. 

Το νέο έργο του Χρ. Χ. σηματοδοτεί μια ολόκληρη εποχή. Όπως σηματοδότησε τον 15ο αιώνα και την Φραγκοκρατία η «Εξήγησις της γλυκείας χώρας Κύπρου», το περίφημο «Χρονικό» του Λεόντιου Μαχαιρά. Όπως σηματοδότησε τη νεότερη κυπριακή ιστορία η εμβληματική «Τετραλογία των καιρών» του Γιώργου Φιλίππου Πιερίδη. Όπως σηματοδότησε τα πρώτα μετανεξαρτησιακά χρόνια το ρηξικέλευθο και νεωτερικό μυθιστόρημα «Ανατολική Μεσόγειος» της Ήβης Μελεάγρου. Έτσι και το νέο βιβλίο του Χρ. Χ. σηματοδοτεί μίαν εποχή, την αρχή των δεινών του λαού μας, εξ ιδίας υπαιτιότητας από το 1964 μέχρι και τις μέρες μας, στις παρυφές της οριστικής διχοτόμησης της πατρίδας μας.

Ο κεντρικός μύθος του έργου αφορά τα βιώματα, – πολιτικά, ερωτικά, κοινωνικά αλλά και πολεμικά – μιας παρέας νέων ανθρώπων, από την προ πραξικοπηματική περίοδο μέχρι την εποχή μας. Το μυθιστόρημα είναι πολυδιάστατο, πλούσιο και πληθωρικό σε όλα. Θα επικεντρώσω την προσοχή μου σε τρεις διαστάσεις, την πολιτική, την ερωτική και την αισθητική διάσταση.

Μέσα από το βιβλίο η πολιτική ιστορία του τόπου μας φωτίζεται πρωτίστως στα σκοτεινά και δυσάρεστα σημεία της. Σε αυτά που ουδόλως περιποιούν τιμή στην ελληνοκυπριακή κοινότητα και την ηγεσία της. 

Ο συγγραφέας επικεντρώνεται στα τραγικά λάθη του παρελθόντος. Η κριτική ανάλυσή του αρχίζει από την Διασκεπτική, διατρέχει τον ένοπλο αγώνα, την εσφαλμένη αφετηρία και τους μοιραίους προ αποκλεισμούς του και καταλήγει με όλες τις αστοχίες και την ανοχή της προ πραξικοπηματικής περιόδου.

Όλος ο κεντρικός μύθος είναι διανθισμένος με μικρές, βδελυρές και αποτρόπαιες ιστορίες βίας. Όπως το συγκλονιστικό έγκλημα του ιερέα, που μεσούσης της λειτουργίας, βγήκε έξω από το ιερό και με κυνηγετική καραμπίνα σκότωσε εν ψυχρώ τον Τ/κ συγχωριανό του, που άκουε ο έρμος, με κατάνυξη και ενδεχομένως με σαγήνη, τις ψαλμωδίες από μέσα!

Και στην κορύφωση του δράματος, στο φευγαλέο συναπάντημα Ε/κ και Τ/κ αιχμαλώτων πολέμου στην περιοχή του Λήδρα Πάλας, ο κεντρικός ήρωας μονολογεί πικρά: «Κανένας από εμάς δεν ήθελε πια τη Διχοτόμηση, ούτε την Ένωση. Θέλαμε μια πατρίδα όπως ήταν πριν από το κακό». (σελ. 321).

Ώρα όμως να περάσω και στην ερωτική διάσταση του μυθιστορήματος που δεν υστερεί ποσώς από την πολιτική του διάσταση. Και δεν υστερεί κυρίως σε ένταση, ζέση, πάθος, οργή και δυναμική. Ειδικά σε ό,τι αφορά το πάθος ο Χρ. Χ. είναι πάντα ένας πληθωρικός συγγραφέας. Η ερωτική σχέση του Στάθη με την Αδριανή, που ξεκίνησε προπολεμικά ως ηθικά μεμπτός δεσμός με μία ύπανδρη γυναίκα από το στενά φιλικό περιβάλλον του ήρωα, μετά την τραγωδία του ‘74, απολήγει σε μια βασανιστική και τραυματική διασύνδεση, γεμάτη πόνο και απώλεια, με τη σύζυγο ενός αγνοούμενου.

Με το που επέρχεται η κάθαρση της τραγωδίας, ο καρπός αυτού του έρωτα, από γιος αγνοουμένου, αποκτά το επώνυμο του πραγματικού του πατρός. Ο έρως, σε ώριμα πια χρόνια, επανέρχεται το ίδιο δριμύς, μα μεστός και με απροσμέτρητο βάθος. Αυτό όμως είναι μόνο το εξωτερικό περίβλημα των γεγονότων που περιβάλλουν αυτό τον μεγάλο έρωτα. Η όλη ουσία έγκειται στις πολύχρονες εσωτερικές, βασανιστικές μα και εξαγνιστικές διεργασίες στον ψυχισμό των δύο ερωτευμένων. Ένα ταξίδι γεμάτο πόνο, πάθος, θαλπωρή μα και αγωνία.

Η ερωτική αφηγηματική γραμμή του μυθιστορήματος δεν είναι έωλη και μετέωρη, αλλά άρρηκτα συνδεδεμένη με την πολιτική και την αισθητική διάσταση του βιβλίου. Στάθης και Αδριανή αλληλοτροφοδοτούνται με πολιτικά και αισθητικά ερεθίσματα από τον χώρο των γραμμάτων και των τεχνών, γεγονός που ισχυροποιεί και εμβαθύνει αφάνταστα τον δεσμό τους. Αφού η σχέση τους εκτείνεται σε όλα τα επίπεδα στα οποία μπορεί να αναπτυχθεί μια βαθιά ανθρώπινη σχέση.

Σε ό,τι αφορά την αισθητική διάσταση του βιβλίου, αλλά και την ποιητική που αυτό εμπεριέχει, αρκεί μόνο ν’ αναφερθώ στα διάσπαρτα μικρά δοκίμια περί λογοτεχνίας, τα οποία και απαντώνται ως ένθετα στον κεντρικό μύθο. Ο συγγραφέας μυεί το αναγνωστικό του κοινό στα αριστουργήματα της ελληνικής μα και της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Κι αυτή η μύηση αποτελεί το αισθητικό-θεωρητικό υπόβαθρο του μυθιστορήματός του.

Ο Χρ. Χ. παντρεύει με μαεστρία τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα με αυτά που πλάθει με τη φαντασία του και τα ενσωματώνει στις ζωές των ηρώων του. Από την άλλη, υπάρχει πραγματολογική, ιστορική, ακόμα και στρατιωτική τεκμηρίωση σε όλα όσα αναφέρονται στο βιβλίο.

g.frangos@cytanet.com.cy