Γιατί άραγε οι μαθητές μας αρέσκονται να ολοκληρώνουν τις εκθέσεις τους με εκφράσεις όπως «Συνελόντι ειπείν»;
 
Επειδή πολλοί τελειόφοιτοι μαθητές μπήκαν ήδη σε ρυθμούς (παγκυπρίων) εξετάσεων είναι μια καλή ευκαιρία για να αναφερθούμε στη γραπτή γλώσσα τους. Οι εκπαιδευτικοί, ερχόμενοι σε επαφή με τα γραπτά των μαθητών, ιδιαιτέρως αυτά των εξε­τάσεων γνωρίζουν ότι υπάρχει ένας βαθμός -συ­χνά, αρκετά εξελιγμένος- εκζήτησης στον τρό­πο που οι μαθητές μας αναπτύσσουν τους προ­βληματισμούς τους για διάφορα θέματα.

Στην προσπάθειά τους, δηλαδή, να «βελτιώσουν» στα μάτια του εξεταστή τους την εικόνα του γραπτού και της γλώσσας τους καταφεύγουν σε γλωσσικά σχήματα πομπώδη, σε προσαγωγή μέχρι κού­ρασης «φράσεων και παροιμιών» που είπε κάποι­ος αρχαίος Έλληνας φιλόσοφος ή κάποιος Άγγλος ποιητής (αυτό που στα σχολεία διδάσκονται ως «επίκληση στην αυθεντία»), με έναν εκλεκτικισμό, όπως μπορεί να καταλάβει κανείς, πολύ φανερό, που επιχειρεί να συνδέσει ανόμοια πράγματα.

Θα πει κανείς, τι θα έπρεπε να περιμένουμε από νέους ανθρώπους, που μόλις τώρα αρχίζουν να δημιουργούν γλωσσικό αισθητήριο αξιώσεων, που ακόμα «παίζουν» με τη γλώσσα (που διέρχονται τα «μαύρα ρίγη» του Ελύτη) μέχρι να ωρι­μάσει ο τρόπος της έκφρασής τους, όπως και ο τρόπος της σκέψης τους,  άλλωστε. Ορθή διαπί­στωση. Όμως, επειδή δεν πρόκειται όλοι οι μαθη­τές να έχουν την ευκαιρία να συνεχίσουν να καλλιεργούν με αξιώσεις το γλωσσικό τους αισθητή­ριο, αλλά θα αρκούνται στην τριβή με την καθη­μερινή γλώσσα -τουτέστιν με τη γλώσσα της τη­λεόρασης- θα πρέπει να τους επισημανθεί από νωρίς η ωφέλιμη μεν πρακτική του γλωσσικού παιγνιδίσματος, της γνώσης των ορίων της έκ­φρασής μας, που θα οδηγήσει αργότερα σε πιο ώριμες επιλογές, αλλά και η ανάγκη να αποφεύ­γουν την περιττή επίδειξη ορολογίας, τη χρήση περίπλοκων, υποτίθεται, εκφράσεων για να πουν κοινότοπα πράγματα, την κουραστική παράθεση ρητών και άλλων μαρτυριών. Εν τέλει, θα πρέπει οι μαθητές να κατανοήσουν ότι και η πιο «απλή» γλώσσα μπορεί να πει τα πιο σημαντικά πράγμα­τα.

Είναι αλήθεια πως δεν ευθύνονται μόνο οι νέοι, για την παρατηρούμενη αυτή εκζήτηση και υπερβολή στον τρόπο της έκφρασής τους, αλλά και το ίδιο το σχολείο που αναίτια καλλιεργεί μια νοοτροπία γλωσσικού ηγεμονισμού, που δεν μπορεί παρά να μετατραπεί στη συνέχεια σε γρα­φικό στόμφο. Καλύτερα να τον αποφεύγουμε.

Από την άλλη, καλό είναι να θυμόμαστε πως αυτό που ονομάζουμε «σχολική» γλώσσα δεν είναι ακριβώς η πρότυπη γλώσσα που έχουμε στο μυαλό μας, η «επίσημη Ελληνική», αλλά είναι κι αυτή ένα προϊόν αφαίρεσης, που προσαρμόζεται σε ανάλογες ανάγκες. Ακόμα και τα όρια και τους περιορισμούς της σχολικής γλώσσας θα πρέπει να τα εξετάσουμε στο πλαίσιό τους, ώστε οι μαθητές να κατανοούν σφαιρικά το γλωσσικό φαινόμενο που είναι σε μεγάλο βαθμό κοινωνικό ζήτημα, κάποτε ιδεολόγημα.

Οι τρόποι της γλώσσας ασκούν επίδραση στη ζωή μας, στην καθημερινότητά μας στον τρόπο που καταλαβαίνουμε τον κόσμο, αλλά και στον τρόπο που οι άλλοι μας επιτρέπουν να τον καταλάβουμε. Όλα αυτά είναι ζητήματα σύνθετα που έχουν σχέση με την ίδια την αντίληψή μας για τη ζωή και όχι απλώς ένα όχημα για να εκφράσουμε μερικές σκέψεις (συνήθως σκέψεις-κονσέρβες) στις σχολικές εκθέσεις.