«Ψυχολογία Συριανού συζύγου» του Εμμανουήλ Ροΐδη σε σκηνοθεσία Πάρι Ερωτοκρίτου.
Ο Εμμανουήλ Ροΐδης έγραψε το διήγημα «Ψυχολογία Συριανού συζύγου» το 1894 και 124 χρόνια αργότερα η συζήτηση για το αν είναι νούσιμο οι άνθρωποι να παντρεύονται από έντονο πάθος ή όχι παραμένει μυστηριωδώς ψηλά στην ατζέντα. Και δεν φαίνεται να συμφωνούν ούτε οι ειδικοί, ψυχολόγοι και σύμβουλοι. Συνήθως όπου υπάρχει πάθος υπάρχει και ένταση, ανασφάλεια, εκρηκτικά συναισθήματα. Και πολλές φορές ο πόθος διατηρείται και φουντώνει από αυτά ή και από την προοπτική της απιστίας. Άβυσσος η ψυχή του ερωτευμένου.
Ο εκκεντρικός, αντισυμβατικός, είρων και αμφισβητίας Ροΐδης, όμως, ήταν πολύ μπροστά από την εποχή του και δεν έγραψε απλώς ένα ερωτικό διήγημα. Αυτό που σκεφτόμουν παρακολουθώντας την εξωφρενικά ευρηματική πρόταση του Πάρι Ερωτοκρίτου, σ’ ένα έρμο διαμέρισμα που μετατράπηκε σε μπαρ της φαντασίας, ήταν ότι ο παρατηρητικότατος λόγιος ήταν πολύ μπροστά ακόμη κι από τη δική μας εποχή. Με σόκαρε η φρεσκάδα και η αιχμηρότητα ενός κειμένου γραμμένου στην καθαρεύουσα.
Προσπαθώντας να το ερμηνεύσω αυτό, διαπίστωσα ότι δεν οφείλεται στον εμπνευσμένο και γλαφυρό τρόπο που ο Ροΐδης αποτυπώνει τις σκέψεις του στο χαρτί. Αλλά στην οξύτητα ενός πνεύματος ανοιχτού, που με το αισθητικά άρτιο και μυθοπλαστικά καίριο έργο του ασκεί βαθιά πολιτική και κοινωνική κριτική, χωρίς επιείκεια για κανέναν. Ούτε για τον εαυτό του, που μοιάζει να ασφυκτιά στον δεδομένο Χρόνο και Τόπο. Ήταν κάτι σαν ένα ορθολογιστικό «μαύρο πρόβατο» σε μια εθνορομαντική, προγονόπληκτη και δυτικοπηθικίζουσα Ελλάδα. Κι αν αυτή η συνθήκη σας φαίνεται οικεία, έχετε δίκιο.
Παράλληλα, όμως, με το διήγημα αυτό διερευνά τα όρια της φαντασίας, της μνήμης και της πραγματικότητας, όπως επισημαίνει και ο Πάρις Ερωτοκρίτου. Η λεπτή σάτιρα συγκρατεί νοηματικά όλο το οικοδόμημα του κειμένου. Βασίζεται επίσης σε επιστημολογικούς, ψυχαναλυτικούς πυλώνες αξιοποιώντας την υπερβολή της γλώσσας για να αποτυπώσει την ευθύτητα της σκέψης. Αυτό του δίνει την ευχέρεια να συνταιριάζει παράταιρες λέξεις και έννοιες, με κύριο στόχο να προσφέρει ένα «ανθυπνωτικόν φάρμακον» στους συμπατριώτες του.
Αυτό είναι το σημείο στο οποίο εστίασε ο Ερωτοκρίτου και η ομάδα του. Μπορώ να καταλάβω ότι πολλούς θεατές ξένισε το γεγονός ότι το κείμενο δεν συνάδει με τα οπτικώς τεκταινόμενα, με τη δράση που παρακολουθούμε να εκτυλίσσεται μπροστά στα μάτια μας. Πιστεύω όμως ότι ο σκηνοθέτης μελέτησε βαθύτατα το κείμενο και τον Ροΐδη πριν αποτολμήσει κάτι τόσο αποδομητικό. Με οίστρο σχεδόν διονυσιακό δημιουργεί ένα χάος για να εξισορροπήσει τα υλικά του.
Στο προοίμιο της παράστασης βρίσκει τρόπο να παρουσιάσει κάποια από τα βασικά αντικείμενα- σύμβολα και να προετοιμάσει το έδαφος για όσα θα επακολουθήσουν. Στην κατακλείδα, κατά την έξοδο, μας αποχαιρετά παιχνιδιάρικα, αφήνοντας κάποιες ενδείξεις για τη λύση του «μυστηρίου». Κι όλα αυτά, με μια διανομή εξίσου -ποιητικά- παράταιρη, με τον Πάνο Μακρή να αποδίδει με σκοτεινή και ωμή λυρικότητα την αγωνία του Συριανού συζύγου.
Πολλοί μελετητές διακρίνουν έναν μισογυνισμό και μια θηλυμανία στην προσωπικότητα του Ροΐδη, η οποία ενίοτε συμπορεύονταν και ενίοτε συγκρούονταν στα έργα του. Ένα από αυτά είναι και το εν λόγω διήγημα, το πιο συγκροτημένο της τελευταίας δημιουργικής του δεκαετίας. Ήταν κι ο ίδιος Συριανός, το έργο είναι έντονα αυτοσαρκαστικό, ενώ το πρώτο ενικό πρόσωπο διατηρεί έναν εξομολογητικό τόνο στην αφήγηση. Η παραγωγή στηρίζεται πάνω σ’ αυτόν τον αυτοσαρκασμό, τον ενισχύει και μέσω των παράλληλων καναλιών του λόγου και της εικόνας κατορθώνει να αναδείξει τον καυστικό σχολιασμό των οικονομικών σχέσεων εξάρτησης. Σε προσωπικό, αλλά και κοινωνικό επίπεδο.
Θα ήταν ασυγχώρητη ύβρις, φυσικά, η ομάδα να επιχειρούσε να ακολουθήσει σε ευρηματικότητα τον Ροΐδη. Όμως το ιλαροτραγικό ύφος, η γκροτέσκα κυνικότητα και η έντονη εκφραστική αφαίρεση της σκηνοθεσίας συναντούν με σεβασμό τον απαράμιλλο λόγο σ’ ένα δεύτερο επίπεδο. Εκεί που πίσω από τους καπνούς και τις καταχρήσεις, τους τεχνητούς παραδείσους που ονειρεύεται κάθε παροπλισμένος σύζυγος, διακρίνονται τα αδιάρρηκτα νήματα που μας κρατούν ηθελημένα δέσμιους στην εγγύς πραγματικότητα.