Προσπαθούμε να συναντηθούμε για να δω τη συλλογή που διατηρεί. ην πετυχαίνω στον Παιδικό Μουσείο της Αθήνας. Αντίστοιχο προσπαθεί να φτιάχνει και στην Κύπρο. Τηλεφωνώ όταν επιστρέφει. Ετοιμάζει βαλίτσες για την Κούβα με τον Ερυθρό Σταυρό. Αυτή η αεικίνητη γυναίκα ονομάζεται Κλαίλια Σουρμελή Σκοτεινού κι έχουμε πολλούς λόγους να την γνωρίσουμε.  
 

Συναντιόμαστε ένα ανοιξιάτικο απόγευμα στο σπίτι της. Ένα σπίτι πλημμυρισμένο στο φως σε μια όμορφη γειτονιά της Λευκωσίας. Το σπίτι αυτό θα το χαρίσουν (κατόπιν κοινής απόφασης με τον σύζυγό της, συνταξιούχο εκπαιδευτικό Ανδρέα Σκοτεινό) για τις ανάγκες του Παιδικού Μουσείου. Ένα Μουσείο το οποίο αποτελεί πλέον το βασικό στόχο της ζωής της κ. Κλαίλιας Σουρμελή Σκοτεινού. Σε άλλες εποχές μια τέτοια δωρεά μπορεί να μην αποτελούσε είδηση. Στην εποχή μας, όπου η απόκτηση όλο και πιο πολλών υλικών αγαθών καθώς και ο τρόπος ζωής μας με το ενδιαφέρον για τα κοινά να επικεντρώνεται κυρίως στο τι θα αποκομίσουμε κι όχι στο τι θα δώσουμε, μια τέτοια απόφαση προκαλεί έκπληξη. Ευχάριστη, φυσικά. Και προσπαθούμε να πιάσουμε το νήμα από την αρχή για να ανακαλύψουμε από ποια συστατικά είναι φτιαγμένος ένας τέτοιος άνθρωπος. Για την ίδια δεν υπάρχει κάτι περίεργο στην όλη ιστορία. «Αφού δεν έχω παιδιά, τι να το κάνω, το σπίτι; Είναι ευκαιρία να ακουστούν εδώ μέσα παιδικές φωνές».  

Η ιστορία ξεκινά στη Λεμεσό. Με έναν παππού από την Κάσο που είχε μία τεράστια παραθάλασσια έκταση αλλά δεν του έμεινε τίποτα. Και βρέθηκαν να ζουν σε ένα σπίτι στην περιοχή Αγίας Τριάδας, όλη η οικογένεια: Παππούς, γιαγιά, θεία, θείος, ξαδέλφια κι αυτή με τους γονείς της και τον μικρότερο αδελφό της. Το όνομά της το πήρε από την κόρη της θείας της που είχε πεθάνει πολύ μικρή. Αυτή, ως νεογέννητο δεν βύζαξε από τη μάνα της που είχε αρρωστήσει μετά τη γέννησή της με επιλόχειο πυρετό, αλλά από τη θεία της η οποία είχε γεννήσει την ίδια εποχή το γιο της. Το περιβάλλον αυτό, «όλοι για όλους», ίσως να συνέτεινε σε μια ανθρωποκεντρική στάση ζωής. Ταυτόχρονα, ήταν ένα μωσαϊκό ανθρώπων που συνυπήρχαν επιστρατεύοντας και εξασκώντας κατανόηση, ανοχή, αγάπη, συμπαράσταση. 
Η μητέρα κι ο πατέρας αγαπούσαν τη γνώση. Ο πατέρας έφυγε στα 12 του από την Κυπερούντα και πήγε στο Τρίκωμο όπου υπήρχε γυμνάσιο. Για να μπορεί να πηγαίνει σχολείο εργαζόταν ταυτόχρονα σε ένα μπακάλικο, όπου ο ιδιοκτήτης τού παραχωρούσε χώρο για να κοιμάται στην αποθήκη. Η μητέρα ήταν δασκάλα και μέχρι το γάμο της εργαζόταν ως οικοδιδασκάλισσα σε πλούσια σπίτια. Υπήρξε δασκάλα του Γιώργου Τορναρίτη και του Ανδρέα Μαυρομμάτη, μεταξύ άλλων, αφού τότε είθιστο τα παιδιά καλών οικογενειών να παίρνουν τα πρώτα τους μαθήματα στο σπίτι. Η θεία ήταν ράφτρα, αλλά σχεδίαζε κιόλας τα φορέματα που έφτιαχνε. Κι επειδή οι πλείστοι πελάτες ήθελαν αποκλειστικότητα, με το που παρέδιδε ένα φόρεμα, έσκιζε το πατρόν για να μην επαναλάβει το ίδιο. Ο παππούς αγαπούσε τις απολαύσεις της ζωής, εξ ου και εξανέμισε την περιουσία του. Ένα πραγματικό μωσαϊκό ανθρώπων και παράλληλα κόσμος πολύς να μπαινοβγαίνει στο σπίτι. Η Στέλλα Σουλιώτη, ο Μιχάλης Κακογιάννης, ο Μάριος Ηλιάδης, ο Σπύρος Κυπριανού ήταν γείτονες. «Η Σουλιώτη μάθαινε γαλλικά τη μητέρα μου κι ο Κακογιάννης πλέξιμο. Κι έμαθε να φτιάχνει υπέροχα πλεχτά για μένα και τον αδελφό μου», θυμάται η κ. Σουρμελή. 

 

Στα πέντε της χρόνια εγκατέλειψε το περιβάλλον αυτό αφού μετακόμισαν, η στενή της οικογένεια, στη Λευκωσία. Ο πατέρας της εργαζόταν στο Forest Park και με τη λειτουργία του Λήδρα Πάλας στη Λευκωσία, που ήταν της ίδιας ιδιοκτησίας, μετατέθηκε στη Λευκωσία ως υπεύθυνος του μπαρ. Ήταν ο άνθρωπος που ανακάλυψε το «εθνικό μας κοκτέιλ». Το Brandy Sour τοποθετώντας την Κύπρο στις πέντε χώρες του κόσμου που έχουν το δικό τους τοπικό κοκτέιλ. Και μέχρι σήμερα, σε διαγωνισμό που γίνεται κάθε χρόνο, απονέμεται βραβείο Στέλιου Σουρμελή στη μνήμη του. Το Brandy Sour πρωτοφτιάχτηκε τη δεκαετία του ’40 για τον βασιλιά της Αιγύπτου Φαρούκ, ο οποίος όταν κατέλυσε στο ξενοδοχείο Forest Park ήθελε ένα αλκοολούχο ποτό που να μην προδίδει την περιεκτικότητά του σε αλκοόλ. Αυτοσχεδιάζοντας ο Στέλιος Σουρμελής ανέμιξε λίγες μεζούρες μπράντι με λεμονάδα, πρόσθεσε λίγες σταγόνες αγκοστούρα, παγάκια και σόδα, γαρνίρισε με μία φέτα λεμονιού και εγένετο το Brandy Sour το οποίο, αφού ενθουσίασε τον βασιλιά, καθιερώθηκε για όσους δεν ήθελαν βαριά ποτά και έμελλε να συνοδεύσει πολλά νεανικά πάρτι στις επόμενες δεκαετίες. Ο ίδιος ο εμπνευστής του δεν είχε συνείδηση της σημασίας της επιτυχίας του ή τουλάχιστον δεν περιαυτολογούσε. «Απλά ήθελε να κάνει τη δουλειά του καλά. Αγαπούσε πολύ τη δουλειά του και είχε ταυτιστεί τόσο με το ξενοδοχείο, που το ‘74 έπεφταν οι βόμβες κι αυτός δεν έφευγε» θυμάται η κόρη του. Κοντά στο Λήδρα Πάλας είχε αγοράσει κι ένα οικόπεδο όπου έκτισε το σπίτι του, το οποίο μπορούσε να επιβλέπει από την ταράτσα του ξενοδοχείου. Και έτσι ένα βράδυ του ΄58 όταν με το ξέσπασμα των εχθροπραξιών, είχε ήδη φυγαδεύσει την οικογένειά του στη Λεμεσό, είδε από την ταράτσα του ξενοδοχείου πως κάποιοι ήταν μέσα στο σπίτι αφού είχε φως. Πηγαίνοντας, ανακάλυψε πως είχε λεηλατηθεί και ένας Τούρκος κοιμόταν κατάχαμα στο σαλόνι για να φυλάει τσίλιες. Αυτή ήταν η αφετηρία της προσφυγιάς για την οικογένεια, που τον επόμενο χρόνο είχε επισημοποιηθεί με την οριστική κατάληψη του σπιτιού. Η ζωή τους συνεχίστηκε με επιστροφή για ένα χρόνο στη Λεμεσό και έπειτα ξανά πίσω στη Λευκωσία.

Οι ανατροπές ωστόσο δεν έκαμψαν την αγάπη για τον άνθρωπο. Ως μαθηματικός καταφέρνει να ισορροπεί ανάμεσα στον ορθολογισμό και τον ανθρωπισμό, χωρίς το ένα να αναιρεί το άλλο. Την εξίσωση αυτή εφάρμοσε και στα χρόνια της θητείας της τόσο ως καθηγήτρια, όσο και ως Πρώτη Λειτουργός Εκπαίδευσης. Τοποθετήθηκε στην Πάφο σε μια εποχή όπου είχαν βρεθεί στην πόλη πολλοί ξένοι κυρίως, Ελληνοπόντιοι, με αποτέλεσμα να δημιουργηθούν γκέτο και να υπάρχει ξενοφοβία. Κύρια αποστολή της ήταν να διαλύσει τα σχολεία γκέτο (βασικά της Θεοσκέπαστης) όπου κανένας ντόπιος δεν ήθελε να στέλνει το παιδί του. Μαζί με συνεργάτες της επαναχάραξαν τις σχολικές περιφέρειες ώστε να εξισορροπηθεί ο πληθυσμός στα σχολεία. Και φυσικά υπήρξαν αντιδράσεις και παρεμβάσεις. Ο στόχος όμως, μαζί με άλλες κινήσεις στρατηγικής που εφαρμόστηκαν καθώς και συνεχή επικοινωνία, επετεύχθη. Στα πλαίσια των δίαυλων επικοινωνίας που προσπάθησε να δημιουργήσει, είχε καθιερώσει ομάδες δράσης από εφτά μαθητές, εφτά γονείς και εφτά καθηγητές και υπήρχε συνεχής ανταλλαγή απόψεων και εκδηλώσεις στις οποίες οι τρεις ομάδες άλλαζαν ρόλους εκ περιτροπής. Συχνά πυκνά επίσης συναντιόταν με τους οργανωμένους μαθητές ώστε κάτω από πιο χαλαρές συνθήκες, με ανεπίσημο χαρακτήρα να ανταλλάσσουν απόψεις. Κι αυτό βοήθησε στο να έχει επίγνωση των προβλημάτων και των αναγκών, αποκτώντας ταυτόχρονα την εμπιστοσύνη των μαθητών. Ανατρέχοντας πίσω, η επικοινωνία μεταξύ των εμπλεκομένων πλευρών στην εκπαίδευση, θεωρεί πως είναι αυτό που σημάδεψε τη δουλειά της. Κι είναι κάτι που το είχε μάθει από τη δράση της στον Ερυθρό Σταυρό, τον οποίο θεωρεί μεγάλο σχολείο. 

Στον Ερυθρό Σταυρό η Κλαίλια Σουρμελή Σκοτεινού μετέχει από νεαρή ηλικία πιστεύοντας στις αρχές του: Αμεροληψία, Ουδετερότητα, Ανεξαρτησία, Εθελοντισμός, Ενότητα, Παγκοσμιότητα. Με παρότρυνση της επιθεωρήτριας Θέκλας Κουμενή, που πρωτοστατούσε σε εθελοντικές πρωτοβουλίες, ίδρυσαν μαζί με τη Φωτεινή Παπαδοπούλου το 1973, το Τμήμα Νέων. «Και παρέμεινα εκεί μέχρι τα 60 μου, σαν την Ένωση Τραστ Νέων», λέει αυτοσαρκαζόμενη. Παράλληλα μετέχει σε διάφορες οργανώσεις, ενώ με την αφυπηρέτησή της αποφάσισε να εμπλακεί και στα κοινά του Δήμου όπου διαμένει. «Γιατί, η τοπική αυτοδιοίκηση έχει μια αμεσότητα. Τα προβλήματα των δημοτών μπορούν να φτάσουν στα κέντρα εξουσίας και να γίνουν πράγματα. Επίσης, αν και αφελές, ήθελα να δω τι εκτόπισμα έχω στον κόσμο. Ως εκπαιδευτικός, είχα τα πτυχία μου, αξιολογούμουν και ανερχόμουν. Ήθελα να δοκιμαστώ κι αλλιώς». Χωρίς την επίσημη στήριξη του κόμματος, αλλά με τη βοήθεια φίλων (σημειώνει τη συμπαράσταση της επίσης εκπαιδευτικού Άννας Φαρμακά), κατάφερε να εκλεγεί με τις περισσότερες ψήφους. Μια θητεία όμως ήταν αρκετή για να πει ποτέ ξανά. «Τα πράγματα είναι βραχυκυκλωμένα από τα κόμματα. Μια χρονιά πλημμύρισαν σπίτια, πήγαμε με μία άλλη δημοτικό σύμβουλο, άλλου κόμματος, να δούμε τι έγινε και σε τι μπορούσαμε να βοηθήσουμε. Βρεθήκαμε σε ένα σπίτι, στο οποίο η κόρη έμενε στο ισόγειο και η μητέρα με την οικιακή βοηθό στο υπόγειο. Το υπόγειο είχε καταστραφεί και κρατούσαν την ηλικιωμένη σε μια καρέκλα για να την βγάλουν έξω και τα πόδια της κολυμπούσαν στο νερό. Διευθετήσαμε να φιλοξενηθεί σε Μέλαθρο μαζί με τη βοηθό της και την επομένη με πήραν τηλέφωνο από κάποιο κόμμα και μου ζητούσαν εξηγήσεις. ”Η οικογένεια είναι δική μας. Εσύ, γιατί νεκατώνεσαι;”. Ο δημότης αντιμετωπίζεται σαν πελάτης κόμματος. Ο ανθρωπισμός παύει να υπάρχει κι όταν υπάρχει αντιμετωπίζεται με καχυποψία». 

Κι έτσι απέμεινε ο εθελοντισμός. «Και εκεί υπάρχουν προβλήματα και εμπόδια, αλλά γίνονται πράγματα». Ψηλά στις προτεραιότητες αυτή τη στιγμή είναι η δημιουργία Παιδικού Μουσείου. Ως Οργανισμός υπάρχει και δραστηριοποιείται από το 1998, με πρωτοβουλία της τότε υπουργού Παιδείας, κ. Κλαίρης Αγγελίδου και τη συμπαράσταση των εκπαιδευτικών και άλλων οργανώσεων. Από τη μακρόχρονη εμπειρία της στην εκπαίδευση, αλλά και τη συμμετοχή της στο Τμήμα Νέων του Ερυθρού Σταυρού, θεωρεί πως τα προβλήματα μιας κοινωνίας πρέπει να αντιμετωπίζονται έγκαιρα. Από την παιδική ηλικία, που αποτελεί το θεμέλιο της ζωής. Ως παράδειγμα έχει το Παιδικό Μουσείο του Μπρούκλιν που δημιουργήθηκε το 1899, σε μια εποχή πολλών προβλημάτων, συμβάλλοντας τα μέγιστα ώστε το Μπρούκλιν να εξελιχθεί από μια υποβαθμισμένη περιοχή σε μια από τις πιο περιζήτητες συνοικίες της Νέας Υόρκης. «Η διαφορά των Παιδικών Μουσείων από τα υπόλοιπα είναι ότι βασίζονται στη διαδραστικότητα με τρίπτυχο: ψυχαγωγία, μάθηση, δημιουργικότητα και στόχο να βοηθήσουν τα παιδιά ν’ αναπτύξουν τις δημιουργικές τους ικανότητες, να  αποκτήσουν αυτοσεβασμό και κοινωνική συνείδηση». Για την ανέγερση του Παιδικού Μουσείου έχει ήδη παραχωρηθεί από την κυβέρνηση χώρος στα Λατσιά (περιοχή Κακκαρίστα) ενώ γίνονται επαφές με αντίστοιχα μουσεία σε διάφορες χώρες του κόσμου τα οποία μπορούν να βοηθήσουν έμπρακτα. Με συνεχείς εκδηλώσεις γίνεται προσπάθεια να εξασφαλιστούν χρήματα αλλά παράλληλα να περάσει το μήνυμα της αναγκαιότητας ενός Μουσείου όπου θα προάγεται η κατανόηση, η εκτίμηση του πολιτισμού, της παράδοσης, της ιστορίας, της επιστήμης και του περιβάλλοντος, καθώς και ο σεβασμός των ανθρωπίνων δικαιωμάτων και δη του παιδιού. Όλα αυτά με τη συμμετοχή των παιδιών, την αλληλεπίδραση, την ανακάλυψη της γνώσης, το συνδυασμό παιχνιδιού και μάθησης, τον προβληματισμό και πειραματισμό, την εξυπηρέτηση ατομικών ρυθμών μάθησης, την εξάσκηση όλων των αισθήσεων, την ερμηνεία ρόλων, την ανάληψη πρωτοβουλίας, την καλλιέργεια της φαντασίας και του συναισθήματος. Για το Παιδικό Μουσείο προορίζει και μία μεγάλη συλλογή από εθνικές κούκλες που διατηρεί. Μέσα από τις κούκλες τα παιδιά μπορούν να μάθουν διάφορα πράγματα για τις χώρες από τις οποίες προέρχονται, να φτιάξουν τα ίδια τις δικές τους, να κάνουν αναπαραστάσεις και πολλά αλλά. «Κι αυτό είναι μόνο ένα παράδειγμα. Με τον ίδιο τρόπο μπορούν να γίνουν πολλά πράγματα που θα βοηθήσουν στην εκπαίδευση των παιδιών μέσα από ευχάριστους τρόπους». Το πιστεύει ακράδαντα εξ ου και αφιερώνει πολύ χρόνο από τη ζωή της. Μια γυναίκα που δεν απέκτησε δικά της παιδιά, αλλά νοιάζεται για όλα τα παιδιά. Εξ ου και είναι έτοιμη να χαρίσει το σπίτι της για το σκοπό αυτό.