Στο παραμύθι «Ο μαγικός αυλός», μία πόλη υποφέρει από τις επιδρομές ποντικών που κατακλύζουν τα πάντα. Ένας μυστηριώδης αυλητής υπόσχεται να απαλλάξει την πόλη από τη μάστιγα.
Έζησα στην Αθήνα μια σκάρτη δεκαετία. Σπουδές, δουλειά, γυρολόι. Έφτασα στους Ολυμπιακούς Αγώνες. Έζησα τον άγριο Δεκέμβρη. Μετά, την κατακόρυφη τσουλήθρα της κρίσης. Γιαγιάδες να ψάχνουν στα σκουπίδια για φαΐ. Χρυσή Αυγή να σφάζει. Βουλευτές να λιντσάρονται στο Σύνταγμα. Και μια μαύρη ελπίδα στην καλποδόχο.
Παιδί των Εξαρχείων, ούτε τη μέρα δεν περνάγαμε την Πατησίων προς τα κάτω. Άντε μέχρι Αχαρνών, στο «Κύτταρο». Πρέζα παντού, ντίλερς έτοιμοι για όλα. Μετά, εκεί γύρω στο 2009-2010, όταν οι χριστεπώνυμοι επιτήδειοι έσπρωξαν κάθε κατατρεγμένο μετανάστη να ζήσει με άλλους δεκαπέντε στα μονάρια της 3ης Σεπτεμβρίου, της Αριστοτέλους και της Φυλής, θυμάμαι ήδη να λέμε «προσοχή στο γκέτο».
Εκεί βρέθηκα τις προάλλες. Από ένα λάθος στη δουλειά, το ξενοδοχείο μου ήταν στη Βερανζέρου, αθέατη Ομόνοια. Παρακολουθούσα μετά τον covid την Αθήνα να αλλάζει χρήση δραματικά. Τα ισραηλινά φράγκα, η απαλλοτρίωση της γης, η εξαγορά των εναπομεινασών συνειδήσεων έφεραν μαζί τους συμπαθητικούλια concept stores· workspaces, λες και η σύγχρονη υγροποιημένη εργασία πάσχει από έλλειψη χώρου. Φαγάδικα που πάσχιζαν να φανούν ρουχάδικα, ρουχάδικα που πασχίζουν να φανούν μπαρ. Και οι τροχοί από τα cabin luggage – μαζί και το δικό μου – να γδέρνουν εφήμερα το πεζοδρόμιο του Πολυτεχνείου. Ο «εξευγενισμός» είναι εφημιστική απόδοση του «gentrification». Παραμόρφωση, αλλοίωση, ανωμαλία.
Αλλά αυτό που συνέβη στην άλλοτε ποντικότρυπα από το Αρχαιολογικό Μουσείο μέχρι τον Σταθμό Λαρίσης είναι άλλο πράμα: δίπλα στους ανθρώπους που ακόμη πεθαίνουν τρυπημένοι στα χέρια και στα πόδια από την ελληνική παρακμή, μαγαζιά με πανάκριβα accessories, σαν τεμένη εξωγήινα, σαν προκεχωρημένα φυλάκια. Δίπλα στους άστεγους που ουρλιάζουν αβοήθητοι, εικοσάρικα τουριστάκια ουρλιάζουν διαβαίνοντας τις πολυέλαιες πύλες ξενοδοχείων με μαρμάρινες προσόψεις και ντουβάρια αγορασμένα σε πλειστηριασμούς. Τότε, τουλάχιστον, ήξερες. Τώρα δεν ξέρεις.
Από εκεί αποφάσισα να πάω με τα πόδια να δω το «Άνθρωποι και Ποντίκια» του Μπισμπίκη στο Καρτέλ, με το πιο πρόσφατο cast, στο Αιγάλεω. Αθηνών, Αχιλλέως, Κωνσταντινουπόλεως με αφύλακτες σιδηροδρομικές διαβάσεις, Ιερά Οδός, σκυλάδικα, αποθήκες, τα πανό της ΚΝΕ στο Γεωπονικό για γενικό ξεσηκωμό, στροφή στον Κηφισό. «Πεταλούδας», εργοστάσιο κλωστοϋφαντουργίας. «Εδώ είναι το θέατρο;». «Εδώ». Το θέατρο μέσα στο εργοστάσιο που λειτουργεί. Τα εργοστάσια δεν χρειάζονται ούτε αναβίωση ούτε αξιοποίηση. Εργασία χρειάζονται.
Οι μηχανές του εργοστασίου παίρνουν μπρος και οι ηθοποιοί βγαίνουν στη σκηνή για να γίνουν άνθρωποι. Η κρίση του 1929 του πρωτότυπου δεν χρειάζεται να επικαιροποιηθεί. Το εργοστάσιο αποσπά την ίδια ουσία από τους ανθρώπους του. Το θέατρο συνεχίζει να χρειάζεται ηθοποιούς.
Ο George παραμένει ένας Βασίλης (Μπισμπίκης). Ο Lennie επιμένει ως Λένος (Σκυφτούλης). Μια δυάδα τόσο σμιλεμένη σκηνοθετικά και ερμηνευτικά στην κοινή αρρώστια που δεν μπορεί να καταλήξει αλλού εκτός από τον θάνατο που προγράφει ο Steinbeck. Ο βροντερός ζόφος της Έρικα φυτρώνει ανάμεσα στους μελλοθάνατους, όπως τα λουσάτα lofts που φυτρώνουν σαν ζιζάνια δίπλα στο θάνατο του κέντρου. Ο Αλέξανδρος Κουκιάς (Άλεξ) κοιτάει με φρικτό μεγαλείο από ψηλά τη μολυβένια θάλασσα όπου θα στουκάρει το πλήρωμα του τσιμεντένιου καραβιού. Η Ελένη Γεωργακοπούλου, ακόμα και με το σύντομο πέρασμά της, ναρκοθετεί το πεδίο μάχης. Καμία πατρίδα για τους μελλοθάνατους. Καμιά υπόκρουση πέρα από τραντζιστοράκια και τσιτσίρισμα από καντηλάκι για τον Παντελίδη.
Η παράσταση συνιστά έναν σαφή επαναπροσδιορισμό της ελληνικότητας στην τέχνη. Συγκροτεί ένα οργανικό αμάλγαμα όπου συναντιούνται ο McDonagh, o Οικονομίδης, η Κιτσοπούλου και ο Καραγκιόζης: «καλά ’σαι, καλά ’σαι, καλά ’σαι; Καλά ’μαι, καλά ’μαι, καλά ’μαι». Τα υβρεολογικά και σεξουαλικά αστεία, σαν λίμερικ της φρίκης, γεμίζουν τη χαίνουσα αφασία. Έτσι περνάει ο χρόνος.
Και πού είναι το φως μέσα σε αυτή την ωμότητα; Πώς ανοίγει η πόρτα του σφαγείου; Μερικές φορές, όταν η κατάσταση έχει φτάσει στο απροχώρητο, δεν ωφελεί να ψάχνεις για πόρτα αλλά για έξοδο κινδύνου. Κάθε εποχή μπορεί να περιμένει την επανάσταση και τον αυλητή που της αξίζει. Προς το παρόν τα ποντίκια, αντί να απομακρύνονται από την πολιτεία, βγαίνουν από τους υπονόμους, αποχαλινώνονται, εξαγριώνονται και αντικαθιστούν μέχρι και τον τελευταίο άνθρωπο.
«Λέω το σκύλο σκύλο, το λύκο λύκο, το σκοτάδι σκοτάδι [1]». Δεν είναι σκοτάδι. Είναι ο κόσμος.
[1] Μανόλης Αναγνωστάκης, «Στο παιδί μου» (Ο στόχος, 1970).
Ελεύθερα, 26.04.2026